«Μαμ, κακά και νάνι», γράφει η Στεφανία Ρουλάκη

Μέχρι να βγούμε από την καραντίνα, σίγουρα θα χρειαστούμε την πυροσβεστική. Με τόσα κιλά που θα έχει πάρει ο καθένας μας, οι κλήσεις στο τηλεφωνικό της κέντρο, θα πέφτουν βροχή. Δε θα χωράμε να βγούμε από τις πόρτες – σα φυσιολογικοί άνθρωποι. Με το φορείο θα μας βγάζουν, έναν έναν. Πάμε να γλιτώσουμε από τον covid, θα την πατήσουμε από την υπερφαγία. Τι, μη μου πείτε ότι ένα χρόνο τώρα, η μόνη που τρώει ασταμάτητα, είμαι εγώ;! Καλά, λοιπόν, ας μιλήσω για μένα και ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω.

Τον αρχικό Μάρτη αυτής της ιστορίας, γιατί, ας μην ξεχνιόμαστε, τον δεύτερο τον φάγαμε κι αυτόν, ήμουν συγκρατημένη. Φουλ στην ενέργεια, τον προγραμματισμό, την αισιοδοξία και την εγκράτεια μπορώ να σου πω. Ήρθε το Πάσχα. Κάτι τα κουλουράκια, κάτι τα τσουρέκια που ήταν και μια ωραία, δημιουργική απασχόληση, κάτι η μαγειρίτσα που ήταν παραδοσιακιά, ε, και το αρνάκι – που μπορεί να μην το σουβλίσαμε στην εξοχή, αλλά λόγω της θλίψης μας για το γεγονός, το φάγαμε στο φούρνο με πατάτες – όλα τούτα λοιπόν αν τα ζυγίσεις, ένα κιλό παραπάνω το αφήνουν στο κορμί που βουλιάζει όλο και πιο πολύ στον καναπέ, όσο και να το κάνεις.

Γιατί, το κορμί αυτό πατριώτη, όσο εύκολα τις παίρνει τις θερμίδες, τόσο δύσκολα τις χάνει. Χάσαμε και τα σούρτα φέρτα μας και τα μέσα έξω μας, κλείσανε και τα γυμναστήρια… Η εκγύμναση σε εξωτερικό χώρο -πλην του ποδήλατου και του περιπάτου- κρίθηκε «παράνομη και αντισυνταγματική», αν δεν είναι κατά μόνας (και όχι, σε παρακαλώ, κάνε με εικόνα, μία γυναίκα μόνη πάνω στα γρασίδια να κυλιέμαι για να κάνω πιλάτες, άλλο κακό να μη με έβρει). Να μη στα πολυλέω, η γυμναστική τον πρώτο καιρό του εγκλεισμού, έγινε μία περιπέτεια «τράβα την τραπεζαρία – στήσε τον υπολογιστή – συνδέσου στο zoom – γιατί δεν ακούγεται τίποτα και γιατί δε βλέπω τον γυμναστή π’ ανάθεμά το – τι κάνουμε τώρα – α στα διάλα κλείσε το ρημάδι να τελειώνω»!

Η μόνη γυμναστική, λοιπόν, που κάνουμε πια, ένα καλοκαίρι, ένα Χριστούγεννο, και μία αποκριά μετά, είναι οι χιλιομετρικές αποστάσεις των διαδρομών καναπέ – κουζίνας και πάλι πίσω, καναπέ – τουαλέτας και καναπέ – κρεβατιού. Για σασπένς, μπορεί να τα δοκιμάσουμε και τούμπαλιν. Όταν βγαίνω στο μπαλκόνι, φωνάζω «εκδρομή – εκδρομή» κι αν βγω και παραέξω; Ε ρε γλέντια! Ταξίδι στη Χαβάη μου φαίνεται.

Άρα, όπως και να τα υπολογίσεις, μαθηματικά είναι. Δεν βγαίνουν μάνα μου. Όχι δε βγαίνουν, γιατί πάρε τον θερμιδομετριτή και άρχισε να μετράς. Το πρωί, βιώνω μία πληρότητα η οποία διαρκεί μέχρι τις δέκα περίπου. Σε αυτή τη φάση, είμαι αποφασιστική και αγέρωχη. Ό,τι και να μου δώσεις, θα πάρεις ένα «ΟΧΙ» σαν της 28ης Οκτωβρίου. Όσο τα τικ τακ αθροίζονται, με κόβει λόρδα. Αρχίζουν οι φαντασιώσεις. Οι συγκρούσεις. Να φάω γλυκό ή αλμυρό; «Πρωί είναι, ό,τι και να φας θα το κάψεις», απαντά η εσωτερική μου φωνή (που μέχρι το βράδυ, θα δεις ότι θα έχει βραχνιάσει από το πολύ μπλα μπλα).

Νικά η αυτοσυντήρηση και τρώω ένα μετριοπαθές και απογοητευτικό πρωινό. Αυτό, δεν το λες και καλό, γιατί είναι κακό πράγμα τα απωθημένα παιδί μου. Στην πορεία της μέρας, το περιεχόμενο των ντουλαπιών και του ψυγείου, είναι το φόντο στις σκέψεις μου. Μπαίνω, βγαίνω, ανοίγω, κλείνω. Μαγειρεύοντας, πολύ καλό άλλοθι είναι το «να δοκιμάσω να δω πως είναι τα αλατοπίπερα του». Κάπως έτσι έχω «δοκιμάσει» μισή κατσαρόλα. Όχι ότι άμα κάτσω στο τραπέζι δε θα φάω τη μερίδα μου. Και του αλλουνού τρώω μη σου πω!

Με αυτά και με κείνα, θυμάμαι ότι πρέπει να έχουμε στη διατροφή μας και φρούτα! Βέβαια, τρία στην καθισιά μου κοπανάω. Για τις βιταμίνες. Είναι απαραίτητες για το ανοσοποιητικό, πιο πολύ από κάθε άλλη φορά. Επειδή, δεν πρέπει να χάνουμε κανένα γεύμα, τρώω και το κεκάκι που έφτιαξα για να μη πετάξω τις μπανάνες. Αυτό για απογευματινό – ε, τι; Τον ελληνικό καφέ τον κουπάτο, αβούτηχτο τον αφήνεται εσείς; Μα τι άνθρωποι είστε;

Το βράδι με βρίσκει συνήθως φουσκωμένη. Όμως, είπαμε, το μεγαλύτερο λάθος που κάνουν άλλοι και παχαίνουν, δε θα το κάνω εγώ. Ποια είμαι να αγνοήσω τόσους επιστήμονες, που βγαίνουν και φωνάζουν στα κανάλια, να μην παραλείπουμε γεύματα; Αφού δεν έχω φάει τη σαλάτα μου! Βέβαια, ένα από τα κακά της καραντίνας είναι ότι έχουμε απεριόριστο χρόνο, για απεριόριστο σερφάρισμα. Τι σχέση έχει αυτό με τη σαλάτα μου;

Έχει! Διότι, «σερφάροντας», αγοράσαμε μία καταπληκτική ψησταριά, για να ψήνουμε «στεγνά και υγιεινά», ώστε να προσέχουμε τη διατροφή μας. Τώρα, κάτι πανσέτες, κάτι λουκάνικα,  πως πήδηξαν πάνω στη σχάρα μας, δεν έχω ιδέα. Και τι, δεν είμαι από αυτές που πετάνε φαγητό. Το φαγάκι είναι ιερό. Άνθρωποι πεινάνε στις μέρες μας. Έτσι συνδυάζεται η σαλατούλα με την πανσετούλα. Πολύ πολύ όμορφα! Φούστα – μπλούζα ένα πράμα.

Κι αφού φτάσαμε και στον ρουχισμό, κι αφού τα λέμε όλα, με μία φόρμα όλη μέρα και με μία πιτζάμα, τι να μας νοιάξει αν έχουμε παχύνει; Εκτός κι αν σε κόβει το λάστιχο. Υπάρχουν όμως και οι κελεμπίες. Σαν τον Ντέμη Ρούσσο θα κυκλοφορούμε όλοι έξω – αν και όποτε μας ξαμολήσουν! Δεν ξέρω βέβαια, αν θα θέλουμε εμείς να βγούμε τότε. Αυτό είναι άλλο πικραμένο θέμα.

Έχει κυλήσει, λοιπόν, το μεγαλύτερο μέρος της μέρας. Τι μένουν; Κάνα δυο ωρίτσες μέχρι τη λήξη της. Αυτές φίλε μου, είναι οι πιο δύσκολες. Όλα τα υπαρξιακά ερωτήματα, έρχονται και κάθονται δίπλα μου σε αυτόν τον δόλιο τον καναπέ, την ώρα που θα βάλω να δω μία ταινία. «Και δηλαδή, τι έκανα σήμερα; Ποιός ήταν ο σκοπός της μέρας; Από πού πήρα χαρά; Ποιά ήταν η διασκέδασή μου; Τι είναι ο άνθρωπος;» και όλα τα σχετικά. Καθώς είναι γνωστόν τοις πάσι, ότι οι υπαρξιακές ανησυχίες καταναλώνουν ενέργεια και ζητάνε γλυκό, τι καλύτερο από μία σοκολάτα; Με στέβια πάντα!

Και κοίτα τώρα, πώς το ένα φέρνει το άλλο και το άτιμο το γλυκό, ζητάει το αλμυρό του! Εδώ, βγαίνουν τα βαριά πυροβολικά. Πατατάκια, γαριδάκια και -άκουσον άκουσον (μεν πάταξον δε)-  πιτσίνια! Υπάρχουν και ορισμένες βραδιές – σινεφίλ που το ποπ κορν, ρέει άφθονο. Ευτυχώς, που κάποια στιγμή, τα πατατάκια τελειώνουν. Εεε, συγγνώμη, νυστάζω ήθελα να πω -γιατί πατατάκια εφεδρεία πάντα υπάρχουν για τις δύσκολες ώρες- και κάνω αυτό το τελικό finish καναπέ – κρεβάτι.

Κάτι άλλο που έχει η καραντίνα, είναι η ρουτίνα. Η μόνη αλλαγή στη ρουτίνα, είναι η Παρασκευή και το Σάββατο, που η διασκέδασή μας πια είναι να παραγγείλουμε φαγάκι απ’ έξω. Να κινηθεί λίγο και η οικονομία ντε! Μην είσαι τσιφούτης! Κιμπάρη σε θέλω! Κλέφτες να γίνουν οι άνθρωποι ή να τα κλείσουν κι αυτοί τα μαγαζιά τους;

Γι’ αυτό σου λέω: τις θερμίδες τις μέτρησες;

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Μουζάκι Καρδίτσας. Γράφει από μικρό παιδί, όμως μόνο όταν ήρθε στη ζωή το δικό της παιδί ένιωσε ότι μπορεί να μοιραστεί τις λέξεις της, τις εικόνες της. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Μιλάει και γράφει άπταιστα την αγγλική και κάνει φιλότιμες προσπάθειες για την ιταλική. Σπουδάζει κλασικό πιάνο. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη