«Μίλαν Κούντερα», γράφει ο Τόλης Αναγνωστόπουλος

Μίλαν Κούντερα/Μικρό βιογραφικό

Ο Τσέχος συγγραφέας Μίλαν Κούντερα γεννήθηκε στο Μπρνο, το 1929, και ζει στη Γαλλία, τη δεύτερη πατρίδα του, από το 1975. Έχει γράψει τα μυθιστορήματα: “Το αστείο”, “Η ζωή είναι αλλού”, “Το βαλς του αποχαιρετισμού”, “Το βιβλίο του γέλιου και της λήθης”, “Η αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι”, “Η αθανασία”, καθώς επίσης τη συλλογή διηγημάτων “Κωμικοί έρωτες” -όλα στην τσέχικη γλώσσα. Όπως και τα παλαιότερα δοκίμια “Η τέχνη του μυθιστορήματος” και οι “Προδομένες διαθήκες”. Τα πιο πρόσφατα όμως, μυθιστορήματά του -“Η βραδύτητα”, “Η ταυτότητα” και “Η άγνοια” γράφτηκαν στα γαλλικά. Η μυθοπλασία του, συνυφασμένη με φιλοσοφική παρέκβαση και ισχυρά επηρεασμένη από τη γραφή του Ρόμπερτ Μιούζιλ και τη φιλοσοφία του Νίτσε, απαντάται επίσης σε συγγραφείς όπως ο Αλέν Ντε Μποτόν και ο Άνταμ Θίργουελ.

Το βιογραφικό που εμφανίζεται στα βιβλία του τα τελευταία χρόνια περιορίζεται σε δυο φράσεις: «Γεννήθηκε στην Τσεχοσλοβακία. Από το 1975 ζει στη Γαλλία.»

Αναλύοντας τον Κούντερα

Ο Κούντερα κατατάσσεται στην ελίτ των συγγραφέων του ευρωπαϊκού μοντερνισμού. Ήθελε από τα πρώτα του έργα να κάνει δυναμική είσοδο στο λογοτεχνικό χώρο. Για αυτό και μπήκε με τις δικές του συμβάσεις και προϋποθέσεις ανατρέποντας πολλές από τις υπαρκτές. Χαρακτήρες, πλοκή και συντονισμός με τον μέσο αναγνώστη, πάνε περίπατο με το συγκεκριμένο λογοτέχνη. Ειρωνεία, σαρκασμός, φιλοσοφικές και πολιτικές ανησυχίες, σεξ, μισογυνισμός και ποιητικότητα τα βασικά του υλικά για να κάνει εντύπωση.  Γράφει εγωιστικά, κοιτάει πρώτα την πάρτη του έχει όμως και μοναδική γραφή. Προσωπικά μου αρέσουν τέτοιου είδους συγγραφείς. Όχι όμως και οι σνομπ και αυτοί που νομίζουν πως με κάποια αντι-χαρακτηριστικά θα βασιλεύσουν στο είδος που επιλέγουν. Οπωσδήποτε από την πρώτη σελίδα μπορείς να καταλάβεις ότι αυτό είναι έργο Κούντερα. Έχει πολύ δυνατή, και με πολύ μελάνι σφραγίδα, που μένει ανεξίτηλη μέχρι το τέλος για όσους καταφέρουν να ολοκληρώσουν τα έργα του. Βαθιά επηρεασμένος από τον Νίτσε,  εισάγει αρμονικά τη  δοκιμιακή σκέψη στα βιβλία του τα οποία είναι εξόχως υπαρξιακά. Ενώ η γραφή του είναι απλή, με τις στοχαστικές και υπαρξιακές του εξάρσεις γίνεται κάποιες φορές μη αντιληπτή σε βαθμό που στο τέλος των έργων του να τα λες και δυσνόητα. Οι χαλαρές του συνδέσεις και η αποσπασματικότητά τους, κάποιους μπορεί να τους γοητεύουν. Εμένα όσα βιβλία του διάβασα, μου φαίνονται ως προσχέδια μυθιστορήματος. Γούστα είναι αυτά. Ο Κούντερα  έχει μουσική στα έργα του, μαύρο χιούμορ, δικό του τρόπο και τεχνική, είναι σίγουρα μια σχολή από μόνος του. Συνολικά παράξενος στο γράψιμό του αν κρίνω τα έργα του από τα πρώτα (στα τσέχικα) μέχρι τα τελευταία (στη γαλλικά) θα τα χαρακτήριζα σε καθοδική πορεία και το συγγραφέα όχι παράξενο αλλά «γεροπαράξενο».

 Τα έργα μιλάνε, όχι τα λόγια

«Μίλαν – Κούντερα, 0-0»

 

Η ΑΒΑΣΤΑΧΤΗ ΕΛΑΦΡΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΕΙΝΑΙ

Περισσότερο από κάθε άλλο μυθιστόρημα του Κούντερα, «Η αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι» είναι ένα ερωτικό μυθιστόρημα. Η Τερέζα ζηλεύει. Η ζήλια της δαμάζεται την ημέρα αλλά τη νύχτα ξυπνάει, μεταμφιεσμένη σε όνειρα που στην πραγματικότητα δεν είναι παρά ποίηση του θανάτου. Στη μακριά της πορεία συνοδεύεται απ’ τον άντρα της, τον Τόμας, μισό Δον Ζουάν, μισό Τριστάνο, που είναι διχασμένος ανάμεσα στον έρωτά του για εκείνη και στους ακατανίκητους πειρασμούς του. Η μοίρα της Σαμπίνας, μιας από τις ερωμένες του Τόμας, απλώνει το νήμα της αφήγησης σε όλο τον κόσμο. Έξυπνη, όχι συναισθηματική, εγκαταλείπει τον Φραντς, τον μεγάλο έρωτά της στη Γενεύη, και κυνηγάει την ελευθερία της από την Ευρώπη στην Αμερική, για να μην μπορέσει στο τέλος να βρει παρά την «αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι». Πραγματικά, ποια αρετή -βαρύτητα ή ελαφρότητα- ανταποκρίνεται καλύτερα στην ανθρώπινη μοίρα; Και πού σταματάει το σοβαρό για να παραχωρήσει τη θέση του στο επιπόλαιο, και αντιστρόφως;
Με τη δική του τέχνη του παραδόξου, ο Κούντερα θέτει τα ερωτήματα αυτά σ’ ένα σύνθετο κείμενο, ξεκινώντας από μερικά απλά δεδομένα, που όμως αδιάκοπα εμπλουτίζονται με καινούριες αποχρώσεις, μέσα σ’ ένα παιχνίδι εναλλαγών όπου συναντιώνται αφήγηση, όνειρο και σκέψη, πρόζα και ποίηση, πρόσφατη και αρχαία ιστορία. Ποτέ άλλοτε ίσως στο έργο του Κούντερα δεν βρέθηκαν ενωμένες όσο μέσα στο κείμενο αυτό η σοβαρότητα και η αφέλεια. Ακόμη και ο θάνατος έχει εδώ ένα πρόσωπο διπλό: μιας γλυκιάς ονειρικής θλίψης και μιας σκληρής μαύρης φάρσας. Γιατί το μυθιστόρημα αυτό είναι επίσης μια μελέτη θανάτου: του θανάτου των ανθρώπινων όντων, αλλά ακόμη και του θανάτου -πιθανού- της γηραιάς μας Ευρώπης. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου).

 

ΤΟ ΑΣΤΕΙΟ

«Ο οπτιμισμός είναι το όπιο του λαού. Το υγιές πνεύμα βρομάει βλακεία. Ζήτω ο Τρότσκι». Με αυτά τα λόγια θέλησε να πειράξει την ενθουσιώδη φίλη του ο Λούντβιχ, ο ήρωας του βιβλίου. Και γι’ αυτό το αστείο θα διαγραφεί από το κόμμα, θα αποβληθεί από το πανεπιστήμιο, θα καταταγεί στο στρατό σε τάγμα «τιμωρημένων» και θα υπηρετήσει τη θητεία του δουλεύοντας στα ορυχεία, στα οποία θα παραμείνει «εθελοντικά» άλλα 3 χρόνια.
«Το αστείο» γράφτηκε το 1965 και πρόλαβε να εκδοθεί στην Τσεχοσλοβακία το 1967. Την εποχή της «Άνοιξης της Πράγας» και του βίαιου τερματισμού της με την εισβολή των ρωσικών τανκς «Το αστείο» αποτελούσε μια ηχηρή καταγγελία του σοβιετικού σοσιαλιστικού μοντέλου έγινε έτσι το «ευαγγέλιο της εποχής» και γνώρισε τεράστια επιτυχία διεθνώς. Το ίδιο συνέβη και στην Ελλάδα, όπου κυκλοφόρησε το 1971, με την επιπλέον φόρτιση που συνεπαγόταν για μας η δικτατορία της 21ης Απριλίου και η νωπή διάσταση του έργου, και παραμερίστηκε η καθαυτό μυθιστορηματική του αξία. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου).

  

Η ΑΘΑΝΑΣΙΑ

“Ξέρεις, Γιόχαν” είπε ο Χέμινγουεϊ στον Γκαίτε, καθώς περπατούσαν στις αλέες του άλλου κόσμου, “ούτε κι εγώ γλιτώνω από το συνεχές κατηγορητήριό τους. Αντί να διαβάζουν τα βιβλία μου, γράφουν βιβλία για μένα. Λένε πως δεν αγαπούσα τις γυναίκες μου. Πως δεν ασχολήθηκα αρκετά με τον γιο μου. Πως έσπασα τα μούτρα ενός κριτικού. Πως δεν ήμουν ειλικρινής. Πως ήμουν υπερόπτης. Πως ήμουν φαλλοκράτης. Πως καυχήθηκα ότι είχα 230 τραύματα πολέμου ενώ είχα μόνο 206. Πως αυνανιζόμουν. Πως ήμουν κακός με τη μητέρα μου.”
“Έτσι είναι η αθανασία, τι τα θες” είπε ο Γκαίτε. “Η αθανασία είναι αιώνια δίκη.”
“Αν είναι αιώνια δίκη, χρειάζεται κι ένας πραγματικός δικαστής! Όχι μια δασκάλα του χωριού με τη βίτσα στο χέρι.”
“Εμ αυτή είναι η αιώνια δίκη: η βίτσα στο χέρι μιας δασκάλας του χωριού! Τι φαντάστηκες δηλαδή, Έρνεστ;”
“Τίποτα δεν φαντάστηκα. Είχα απλώς την ελπίδα ότι, μετά τον θάνατό μου, θα ζούσα λίγο ήσυχα.”
“Έκανες τα πάντα για να γίνεις αθάνατος.”
“Σαχλαμάρες. Βιβλία έγραφα, αυτό είν’ όλο.”
“Ακριβώς!” έβαλε τα γέλια ο Γκαίτε.
“Καμία αντίρρηση να είναι αθάνατα τα βιβλία μου. Τα έγραψα έτσι που να μην μπορεί κανείς να τους αλλάξει ούτε λέξη. Που ν’ αντέχουν στις φουρτούνες. Αλλά εγώ ο ίδιος σαν άνθρωπος, σαν Έρνεστ Χέμινγουεϊ, δεκάρα δεν δίνω για την αθανασία!”
“Σε καταλαβαίνω. Έπρεπε όμως να ήσουν πιο μετρημένος όσο ζούσες. Τώρα είναι μάλλον αργά.” (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου). 

Συγγραφικό ισοζύγιο

Αν πρέπει να κρίνω τον Κούντερα από το «Η αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι», που θεωρείται το κορυφαίο του έργο, τότε συγγνώμη αλλά δεν ξεκινάμε καλά. Προσέξτε, εδώ δεν μιλάμε για υποκειμενικές απόψεις όσον αφορά την επίδραση και το έργο ενός συγγραφέα. Το συγκεκριμένο βιβλίο για παράδειγμα δεν τηρεί τις κλασσικές προϋποθέσεις. Δεν έχει αρχή-μέση-τέλος, ο Κούντερα κάνει αμέτρητα χρονολογικά μπρος-πίσω  το χτίσιμο των ηρώων είναι πρόχειρο, η πλοκή άνευρη και προσανατολισμένη στη σεξουαλική δραστηριότητα των ηρώων. Στο συγκεκριμένο βιβλίο που οι ήρωες είναι 5 μαζί με ένα σκύλο (δύο άνδρες και δύο γυναίκες) χωρίς υπερβολή ο πιο καλά αναπτυγμένος χαρακτήρας είναι ο σκύλος! Οι άλλοι τέσσερις παραμένουν ημιτελείς περιμένοντας ως άλλοι Έλληνες την ανάπτυξη που ποτέ δεν έρχεται, γιατί ο συγγραφέας πρέπει πρώτα να ξεμπουρδουκλωθεί από τον φιλοσοφικό και στοχαστικό του αχταρμά. Πείτε με στριμμένο για τις απόψεις μου, αλλά το προσωπικό μου κριτήριο για οποιοδήποτε βιβλίο βασίζεται πρώτα στους χαρακτήρες και μετά στην πλοκή. Ο Κούντερα και στα δύο παίρνει κάτω από τη βάση γιατί έχει άλλες ανησυχίες να ικανοποιήσει από αυτές των αναγνωστών. Έχει συσσωρεύσει μέσα του τόση δυναμική και στο μυαλό του τόσες ιδέες που πρέπει να τις επικοινωνήσει. Προσέξτε όμως: Το κανάλι που επιλέγει είναι λάθος. Μπαίνει σε αυτό του μυθιστορήματος και αρχίζουν οι αναταράξεις όπως όταν ηλικιωμένα ζευγάρια μπαίνουν σε γόνδολα στα κανάλια της Βενετίας με κυματισμό. Αναγνωστική αναγούλα και ζαλάδα είναι συμπτώματα πολλών αναγνωστών όταν τον διαβάζουν που δεν ανακουφίζονται παρά μόνον όταν ο Κούντερα αποφασίζει να ασχοληθεί και λίγο με τα βασικά του μυθιστορήματος χορηγώντας μικρές δόσεις από «ευφυή λογοτεχνικά παυσίπονα». Αγαπητέ Μίλαν, το δοκίμιο είναι το κανάλι σου, εκεί που θα μπορούσες να διαπρέψεις. Επέλεξες το δρόμο του μυθιστορήματος που είναι πιο εμπορικός και με περισσότερους αναγνώστες, να κάνεις το συγγραφικό σου «show-off». Για κάποιους πέτυχες διάνα, για πολλούς άλλους όπως εγώ όχι. Ας πρόσεχες.

Ταπεινή μου άποψη πως ο Κούντερα αν και με περίσσιο ταλέντο και  λογοτεχνικές αρετές είχε μέσα του μεγάλο πάθος για τη γραφή, πολλά να διηγηθεί, να καυτηριάσει, με πολλά να συγκρουστεί. Είχε την επάρκεια, την υποδομή αλλά όταν έπρεπε να ξεδιπλώσει το ταλέντο του και να αποτυπώσει στο χαρτί τις σκέψεις του από την συγγραφική του καύλα  να τα πει, πεδικλωνόταν, μπερδευόταν τόσο ώστε πολλές φορές τα έργα του να μοιάζουν άνισα και ανισόρροπα. Λες και την ίδια ιστορία  να τη διηγούνται δύο ξεχωριστοί συγγραφείς. Σαν τη μόδα στην Ελλάδα με έργα που γράφουν δύο συγγραφείς από κοινού. Εκεί που ανακαλύπτεις λογοτεχνικά διαμαντάκια σε κάποιες σελίδες, σε κάποιες άλλες νομίζεις πως ο αφηγητής είναι μαθητής που παραδίδει κείμενο σε σεμινάριο δημιουργικής γραφής. Ακροβατεί σε όλα τα επίπεδα, άλλες φορές νομίζεις πως διαβάζεις φιλοσοφικό δοκίμιο άλλες μυθιστόρημα εξαιρετικής έμπνευσης και με ενδιαφέροντες χαρακτήρες.

Παρεμπιπτόντως αν κάποιο βιβλίο του Κούντερα μου αρέσει, αυτό είναι «Το γέλιο», γιατί είναι ίσως το μόνο κλασσικό μυθιστόρημα χωρίς καθόλου τη δοκιμιακή γραφή του.

ΑΤΑΚΑ ΚΑΙ ΕΠΙ ΤΟΠΟΥ

  • «Αλλά όταν οι δυνατοί ήταν πολύ αδύναμοι για να κτυπήσουν τους αδύναμους, οι αδύναμοι έπρεπε να είναι αρκετά δυνατοί για να φύγουν».
  • Το τυχαίο είναι που κάνει τέτοια μάγια, όχι το αναγκαίο. Για να είναι ένας έρωτας αξέχαστος πρέπει τα τυχαία να συναντιόνται σ΄ αυτόν από την πρώτη στιγμή.
  • Η στιγμή που γεννιέται ο έρωτας: η γυναίκα δεν αντιστέκεται στη φωνή  που καλεί την τρομαγμένη της ψυχή, ο άντρας  δεν αντιστέκεται στη γυναίκα που η ψυχή της ξέρει να προσέχει τη φωνή του.
  •  Είναι μια τεράστια ανακούφιση να διαπιστώνει κανείς πως είναι ελεύθερος, πως δεν έχει αποστολή.
  • Η βαρύτητα, η ανάγκη και η αξία είναι τρεις έννοιες στενά και βαθιά  ενωμένες: δεν είναι βαρύ παρά αυτό που είναι αναγκαίο, δεν έχει αξία παρά μόνον  ό,τι βαραίνει.
  • Το πρώτο βήμα για να εξοντώσεις ένα έθνος είναι να διαγράψεις τη μνήμη του. Να καταστρέψεις τα βιβλία του, την κουλτούρα του, την ιστορία του. Μετά να βάλεις κάποιον να γράψει νέα βιβλία, να κατασκευάσει μια νέα παιδεία, να επινοήσει μια νέα ιστορία. Δεν θα χρειαστεί πολύς καιρός για να αρχίσει αυτό το έθνος να ξεχνά ποιο είναι και ποιο ήταν. Ο υπόλοιπος κόσμος γύρω του θα το ξεχάσει ακόμα πιο γρήγορα.

 


[Πηγή φωτογραφίας: enet.gr]

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Μουζάκι Καρδίτσας. Γράφει από μικρό παιδί, όμως μόνο όταν ήρθε στη ζωή το δικό της παιδί ένιωσε ότι μπορεί να μοιραστεί τις λέξεις της, τις εικόνες της. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Μιλάει και γράφει άπταιστα την αγγλική και κάνει φιλότιμες προσπάθειες για την ιταλική. Σπουδάζει κλασικό πιάνο. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music