«Μάθημα ιαπωνικών», ένα διήγημα της Κωνσταντίνας Βαληράκη

Κατέβασε αργά το ακουστικό του τηλεφώνου, με τα χέρια της μετέωρα  και τους ώμους κυρτούς σαν καμπύλη τόξου. Στα αυτιά της παρέμεινε η συνομιλία, που είχε γίνει πριν λίγα λεπτά.

Πολλά χρόνια τώρα δεν της άρεσε ο ήχος του τηλεφώνου, ιδίως τις βραδινές ώρες. Το κατανοούσε πως δεν ήταν πάντα για κακό. Ίσως τον είχε συνδυάσει με θλιβερά γεγονότα της ζωής της.

Είχε ετοιμάσει το βραδινό της πριν το χτύπημα του τηλεφώνου. Δεν μπορούσε τώρα να φάει οτιδήποτε και ας ήταν η ώρα που την έβρισκε να απολαμβάνει τις γεύσεις που προτιμούσε. Ήθελε μόνο να σκεφθεί. Ούτε αυτό το κατάφερε. Πήγε μέχρι το παράθυρο και κοίταξε αφηρημένα έξω. Ψιλόβρεχε, ο δρόμος ήταν έρημος. Ένα ζευγάρι μόνο περπατούσε αγκαλιασμένο. Η τρυφερότητά τους της έφερε ένα σφίξιμο στο στέρνο.

Μετακινήθηκε στο δωμάτιό της και πήρε μηχανικά από την ντουλάπα ένα επανωφόρι, που πάντα απέφευγε να φορέσει. Ούτε που κοιτάχθηκε στον καθρέφτη. Ίσιωσε αφηρημένα τα ατίθασα μαλλιά της, πήρε την τσάντα και τα κλειδιά της και βγήκε έξω, κλείνοντας σιγανά την πόρτα. Συνήθιζε πάντα την κίνηση αυτή. Απέφευγε  να κάνει θόρυβο, τόσο στην είσοδο, όσο και στην έξοδό της από το σπίτι. Ιδιαίτερα προσεκτική ήταν πάντα, μέχρι υπερβολής, σε όλες τις κινήσεις και συμπεριφορές της.

Περπάτησε άσκοπα στους δρόμους, χωρίς να έχει σχεδιάσει κάποιο προορισμό. Στα αυτιά της ηχούσε ο μονόλογος του τηλεφωνήματος, που είχε δεχτεί πριν από λίγο. Συνεχόμενος, βαρύς, παγερός.

Δεν θυμόταν  τι είχε πει η ίδια. Ίσως και να μην είχε πει κάτι. Άκουγε μόνο, άκουγε. Είχε κατεβάσει  το ακουστικό, χωρίς να είναι σίγουρη ότι από την άλλη άκρη του τηλεφώνου υπήρχε συνέχεια της ομιλίας.

Αίφνης, χωρίς να ξέρει το λόγο, συνεχίζοντας να περπατά άσκοπα, έφερε στο νου της  τα χρόνια στο  σπίτι της νιότης της. Επιβλητικό κτίσμα το πατρικό, με ψηλοτάβανους χώρους και καφασωτά γαλλικά παράθυρα. Με απλόχωρες βεράντες, πέργκολες και ψιλόλιγνα δένδρα να μεγαλώνουν και να γερνούν μαζί με αυτούς που μεγάλωναν  μαζί τους.

Η ίδια δεν θέλησε να δει τις πρώτες ρυτίδες της στο σπίτι αυτό, με τα καφασωτά γαλλικά παράθυρα. Κάποτε το είχε πολύ αγαπήσει. Χανόταν στους χώρους του, το θαύμαζε, καμαρώνοντας την αισθητική του κι ένιωθε περηφάνια που μπορούσε να απολαμβάνει την άνεση της κατοίκησής του. Δεν ένιωθε όμως το ίδιο για τους συνοίκους της κι ας ήταν  εξ αίματος συγγενείς.

Ένα σπίτι που δεν του έλλειπαν ποτέ τα απαιτούμενα αγαθά, αλλά δεν του  περίσσευε η αγάπη. Οι  ημέρες στο άχρωμο περιβάλλον του κυλούσαν σαν βάλτου απόνερα και πριν προφτάσουν να βαλτώσουν και την ίδια, με  μια μικρή αποσκευή γεμάτη  μνήμες, τις περισσότερες  μελαγχολικές, πορεύτηκε σε ένα ταξίδι για το οποίο τίποτε δεν πρόβλεψε, αλλά ούτε και θέλησε να υπάρξει επιστροφή…

Η απομάκρυνση από το χώρο που ζούμε και οι αναμνήσεις που μας συνοδεύουν έτσι κι αλλιώς,  δεν αλλοιώνουν τις εικόνες στη μνήμη μας. Μόνιμα αποτυπωμένες, βυθίζονται, αναδύονται,  υπάρχουν πάντα  σταθερά, για να  σηματοδοτούν το παρόν μας και να διαμορφώνουν το μέλλον μας. Σε  όλο το εύρος τους ακολουθούν στις νέες συνθήκες, για να υπενθυμίζουν την ύπαρξή τους,  που τοποθετούνται πολύ βαθιά στο παρελθόν. Οι νέες εικόνες, που σχεδιάζουμε υποτυπωδώς, καλύπτουν σκιερές αναμνήσεις, αναπάντητα ερωτηματικά, αγκαλιές που δεν άνοιξαν και μάτια που δεν θέλησαν ποτέ να κοιτάξουν με αγάπη.

Το αποψινό τηλεφώνημα τής θύμισε τα γαλλικά καφασωτά παράθυρα, όταν περνούσε ώρες πίσω τους, εκείνα τα χρόνια της νιότης, που πέρασαν και αφήσανε ένα μονάχα σφίξιμο στο λαιμό και μια αδιόρατη μελαγχολία στη σκέψη.

Η απόφαση να έλθει στο νησί της, της είχε εμφανισθεί σαν ιδέα, προκειμένου να απαλλαγεί από τις μνήμες της και εκείνες ίσως από τη δική της σκέψη. Για τους δικούς της η ίδια ήταν  «το αερικό», που δεν πατούσε στη γη και άφηνε τους ανέμους να το παρασύρουν στο πέρασμά τους.

«Εκείνος»  μόνο, με τα μάτια τα παράξενα, ελαφρώς σχιστά και το περήφανο παρουσιαστικό, εκείνος μόνο, τη θεωρούσε γήινη. Θαύμαζε τη σκέψη της, το πνεύμα της, της έλεγε πως ήταν σχεδιασμένη  από χρώματα ουράνιου τόξου.

Πίσω από τα καφασωτά παράθυρα του πατρικού της, της εξομολογήθηκε  πως ήθελε να ακουμπήσει την καρδιά του στη δική της και να την απαγάγει στο δικό του νησί, σε μια άλλη άκρη του κόσμου, για να μπορέσει να λειάνει -όπως της έλεγε- τις εκδορές  της ψυχής της.

Τον κοίταζε με  μάτια μελαγχολικά και ήθελε τόσο να του πει, αν και δεν το τολμούσε, πως θα ‘θελε γλάρος να γίνει, να πετάξει  μαζί του. Οι εξ αίματος συγκάτοικοι στο σπίτι, όπου έζησε το πιο σκιερό διάστημα της ζωής της, συναινούσαν ανεπιφύλακτα στην ευόδωση των ρομαντικών και τρυφερών προτάσεων εκείνου. Αναχρονιστικά θεώρησε  τα αρραβωνιάσματα, που οι συγγενείς πρότειναν για επισημοποίηση της γνωριμίας τους. Δεν ήταν του χαρακτήρα της αυτού του είδους οι γελοιότητες. Τους το υπενθύμισε, μολονότι γνώριζαν τον χαρακτήρα της και τη νοοτροπία της. Ήθελε μόνο να νοιώσει  ασφαλής, να ισορροπήσει, να  γαληνέψει.

Όταν εκείνος  της ζήτησε  να πάει μαζί του στην Ιαπωνία, για κάποιο διάστημα η ίδια αρνήθηκε. Δεν θα μπορούσε να λείψει για άγνωστο διάστημα από  την εργασία  της, που  την είχε κερδίσει με κόπους πολλούς και πολύχρονες σπουδές. Και η  δική του καριέρα εξάλλου ήταν στις προτεραιότητές του, όπως η ίδια καταλάβαινε.  Δεν μετάνιωσε όμως για την απόφασή της, όταν τον ξεπροβόδισε στο αεροδρόμιο για την πτήση στο Τόκυο.

«Ένας, το πολύ δύο μήνες χωρισμός» έτσι της είπε και ύστερα θα μπορούσαν να σχεδιάσουν οριστικά την κοινή πορεία τους, γιατί την αγαπούσε. Αυτά ήταν τα τελευταία λόγια του, όταν ακούστηκε η τελευταία επίσης ειδοποίηση για την αναχώρηση του αεροσκάφους. Δεν του αποκρίθηκε, μόνο του χαμογέλασε και του ανταπόδωσε το φιλί του αποχαιρετισμού. Εκείνη τη στιγμή, είναι η αλήθεια, πως ένοιωσε μοναξιά και μελαγχολία. Την έθλιβαν πάντα οι αποχαιρετισμοί. Ήταν από φύση της πολύ συναισθηματική και ας μην το έδειχνε.

Η επιστροφή στο πατρικό, μετά το αεροδρόμιο,  δεν την ανακούφισε. Δεν ήθελε να δώσει  εξηγήσεις για την πορεία τής σχέσης της με εκείνον. Καταλάβαινε ότι ο ουσιαστικός λόγος του ενδιαφέροντος των εξ αίματος συγγενών  ήταν η αποστασιοποίησή τους από τη ζωή της και από τα προβλήματά της, που όμως ποτέ δεν τους μετέφερε, τουναντίον  τα αντιμετώπιζε στωικά και θαρραλέα μόνη της. Αυτή και ο εαυτός της.

Περπάτησε πολύ εκείνη την ημέρα για να σκεφθεί, να αποφασίσει για την πορεία της. Γύρισε αργά στο σπίτι. Δεν ήθελε συζήτηση μαζί τους. Ήθελε μόνο να αποφασίσει. Τις επόμενες ημέρες, έφυγε από το σπίτι. Το είχε πάρει ήδη  απόφαση. Το πατρικό με τα ψηλά καφασωτά παράθυρα, τις πέργκολες και τις μεγάλες βεράντες έγινε παρελθόν. Απόρησαν με τη φυγή της, αλλά δεν έδειξαν και ιδιαίτερο ενδιαφέρον να την εμποδίσουν. Προτίμησε να μείνει σε ένα μικρό διαμέρισμα κοντά στη θάλασσα, που αγαπούσε, κυρίως όμως θέλησε να μείνει μακριά τους.

Το πρώτο διάστημα εκείνος της έγραψε συχνά. Της έστελνε κάρτες με πολύχρωμες παραστάσεις, εκείνες τις περίτεχνες των Ιαπώνων ζωγράφων, που θέλουν να αποθανατίσουν τη ζωή με το δικό τους τρόπο. Σε ένα επίσης πολύχρωμο κουτί τις φύλαγε, κατά καιρούς το άνοιγε και αφηρημένα τις περιεργαζόταν. Δεν της είχε στείλει ποτέ μια φωτογραφία του. Σε ένα γράμμα του της υπενθύμισε ότι η Ιαπωνία θα τη μάγευε, αν ήθελε να την επισκεφθεί. Τα γράμματά του επίσης στο πολύχρωμο κουτί τα φύλαγε και χαμογελούσε αχνά και αφηρημένα όταν τα διάβαζε. Κάποτε τα γράμματα αραίωσαν, μα η ίδια δεν απόρησε γιατί σκέφθηκε ότι ίσως πλησίαζε ο χρόνος της επιστροφής του.

Με τους δικούς της δεν επικοινωνούσε συχνά. Η αδελφή της ήταν κυρίως η μόνη, που ενδιαφερόταν υποτυπωδώς για εκείνη. Εκτιμούσε ότι είχε δεχτεί  να τη γνωρίσει σε εκείνον κάποια φορά που της το  ζήτησε. Αισθανόταν άβολα που δεν του είχε γνωρίσει κάποιον από τους δικούς της, δεν ήθελε. Η αδελφή της μίλησε αδιάφορα  στην ίδια για εκείνον, μετά τη γνωριμία τους. Οι απόψεις της  ήταν συγκεχυμένες και όχι ιδιαίτερα κατανοητές.

Η πρόσκαιρος χωρισμός τους τη βοήθησε να βάλει σε μια τάξη τις σκέψεις της και να σκέπτεται  με καθαρότερο μυαλό την ιδέα της συμβίωσης  μαζί του. Όταν εκείνος θα επέστρεφε, θα συζητούσε μαζί του τη σκέψη της, αν ήθελε να μείνουν στο διαμέρισμα που η ίδια ήδη κατοικούσε. Της άρεσε, ήταν άνετο, το έλουζε με φως ο ήλιος και το κυριότερο, ήταν κοντά στη θάλασσα. Ήξερε  πως και σε εκείνον η θάλασσα  άρεσε πολύ.

Το τελευταίο γράμμα της έμεινε αναπάντητο για πολύ καιρό. Στο τηλέφωνο δεν ήθελε  να τον απασχολεί. Μετά από κάποιο διάστημα τής έστειλε μια περίτεχνη κάρτα, όπως πάντα, με λακωνικές ευχές για τα γενέθλιά της.

Μια ημέρα  της ήλθε η επιθυμία να μάθει Ιαπωνικά. Θα του έκανε σίγουρα έκπληξη, όταν θα επέστρεφε. Θα τον αιφνιδίαζε, ήταν σίγουρη γι’ αυτό. Άρχισε χαρούμενη τα μαθήματα, πέντε με επτά το απόγευμα, κάθε Τετάρτη.

Της άρεσε εξάλλου να βελτιώνει τις γνώσεις της. Τις θεωρούσε εφαλτήριο πνευματικής ανανέωσης, την οποία όφειλε στον εαυτό της και για κανένα λόγο δεν έπρεπε να παραλείπει, ό,τι και αν συνέβαινε στη ζωή της. Γιατί αν κάτι μας μένει, σκεπτόταν πάντα, είναι ο υγιής εαυτός μας, περιχαρακωμένος με όπλα, τα οποία ο καθένας μας επιλέγει για το σκοπό αυτό.

Οι σχέσεις με το πατρικό είχαν απελπιστικά αραιώσει. Σκεπτόταν ότι αν ζούσε η μητέρα ίσως και  να ήταν καλύτερες οι σχέσεις. Ήταν εκείνη, που κατάφερνε πάντα να γεφυρώνει τις σχέσεις της οικογένειας.

Τη θυμόταν συχνά τη μητέρα. Ήταν σχετικά νέα όταν πέθανε  και η ίδια σε μικρή ηλικία. Αρκετά μεγάλη όμως, για να θυμάται το διαρκή θαυμασμό της μητέρας προς την αδελφή της. Την ίδια την αποκαλούσε μικρό σπουργιτάκι. Θύμωνε με αυτή την προσφώνηση, γιατί ένοιωθε πως ήθελε να τη μειώνει. Ίσως και να ήταν η ιδέα της.

Το  τελευταίο διάστημα η αδελφή της, το μόνο πρόσωπο από το συγγενικό περιβάλλον που είχε επαφή μαζί του, είχε εξαφανισθεί. Μόνιμα ο απαντητικός ήχος του τηλεφώνου την ενημέρωνε ότι εκείνη ήταν απασχολημένη. Δεν την έψαξε. Είχε συνηθίσει να χάνει τα ίχνη της και εκείνη να επανεμφανίζεται άνετη και να δηλώνει την παρουσία της, χωρίς να αιτιολογεί την οποιαδήποτε παράλειψη από μέρους της για επικοινωνία. Κυκλοθυμική η συμπεριφορά της, όπως και η ζωή της. Δήλωνε συγγραφέας, επιδεικνύοντας περήφανη με κάθε τρόπο το έργο της. Νουβέλες, αισθηματικού κυρίως  περιεχομένου, γραμμένες  με τον πλέον ρηχό τρόπο.

Στην αποψινή απόδρασή της από το σπίτι, περπατώντας άσκοπα στο νυχτερινό δρόμο, την έφερνε στο νου της. Ήταν πάντα επιβλητική στη συμπεριφορά και στην εμφάνιση, που ήταν  πάντα ομολογουμένως προσεγμένη και έλκυε άνετα την προσοχή. Η ίδια το αντιλαμβανόταν και απολάμβανε το θαυμασμό που εισέπραττε.

Αυτή την εικόνα της αδελφής είχε συμπτωματικά απόψε στο νου, όταν την άκουσε να της μιλά στο τηλέφωνο,  ύστερα από τόσο καιρό απουσίας της. Να της μιλά και να την ενημερώνει ότι βρισκόταν στην Ιαπωνία και όχι μόνο. Θα της έστελνε το συντομότερο, έτσι της είπε  φωτογραφίες του γάμου της. Για το γάμο της μιλούσε. Το γάμο της με εκείνον. Εκείνον, που είχε υποσχεθεί ότι  θα γύριζε το συντομότερο, για  να συνεχίσουν τη ζωή τους με στέρεους δεσμούς. Έτσι της είχε πει, καλά το θυμόταν. Αυτό είχε επαναλάβει, εκείνη την ημέρα, που την αποχαιρετούσε στο αεροδρόμιο, λίγο πριν φύγει με την πτήση για Τόκυο.

Περπάτησε αρκετά και όταν ένοιωσε ότι ο νους της είχε αδειάσει από  σκέψεις, υποθέσεις και ερωτηματικά, αποφάσισε να επιστρέψει στο σπίτι. Ένοιωσε την ανάγκη να συνεχίσει το βραδινό φαγητό, που είχε αφήσει άγγιχτο, όταν  χτύπησε το τηλέφωνο.

Είχε αρχίσει εξάλλου να ψιλοβρέχει. Δεν είχε ομπρέλα μαζί της. Δεν την ένοιαξε, της άρεσε να νοιώθει πάνω της τις σταγόνες της βροχής. Σαν να της καθάριζαν την ψυχή και τη σκέψη της.

Αίφνης, σαν λευκό χαρτί ένοιωσε να ήταν ο νους της. Λεύκανε από μνήμες, παράπονα και παραλείψεις. Μια τρυφεράδα απλώθηκε στην ψυχή της, μαλάκωσε ο νους κι άδειασε λες μονομιάς από τα βάρη του. Γύρισε στο σπίτι κι έβγαλε από ένα συρτάρι τη μοναδική φωτογραφία, που είχε πάρει μαζί της από το πατρικό, όταν είχε φύγει.

Εκείνη,  σε παιδική ηλικία, καθισμένη  στην κουνιστή πολυθρόνα του δωματίου της,  στο σπίτι το πατρικό. Τη φίλησε κι ευτυχισμένη αποκοιμήθηκε.

Πριν κλείσει τα μάτια της,  θυμήθηκε… να μην το ξεχνούσε, την επόμενη είχε μάθημα Ιαπωνικών, όπως κάθε εβδομάδα, Τετάρτη, πέντε με επτά το απόγευμα. Σίγουρα δεν θα το ξεχνούσε…

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα, με την οικογένειά της, στο Μουζάκι Καρδίτσας. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Επί σειρά ετών εργάσθηκε σε θέσεις ευθύνης σε πολυεθνικές εταιρείες. Από τον Μάρτιο του 2016 λειτουργεί ως διευθύντρια τη λογοτεχνική ιστοσελίδα «Λόγω Γραφής» www.logografis.gr ...περισσότερα

Αρχειοθήκη