«Κοιτάζοντας τους περαστικούς», ένα διήγημα της Κωνσταντίνας Βαληράκη

Με λένε Βασίλη. Βάσια με φώναζε η γιαγιά Μαρούσκα, που είχε έλθει στη Θεσσαλονίκη από την Αγία Πετρούπολη. Πότε; Oύτε και η ίδια θυμόταν, γιατί πέθανε σε ηλικία, που η μνήμη της κουρασμένη την είχε αποχαιρετήσει. Εδώ γεννήθηκα κι εγώ. Με τη μουσική ασχολήθηκα και βιοπορίστηκα χάρη στην ώθηση της γιαγιάς, που ήτανε σπουδαία πιανίστα στην εποχή της. Προσωπικά, δεν είχα ποτέ σπουδαία σχέδια και οράματα για τη ζωή μου.

Νωχελικό με έλεγε η γιαγιά, μα εγώ πάντα πίστευα πως πρέπει να έχει κάποιος άστρο στη ζωή του για να προκόψει κι εγώ δεν ήξερα αν το είχα. Μάλλον το περίμενα εξ ουρανού να φανεί, γιατί ενδόμυχα ήθελα πάντα  να γίνω σπουδαίος, όπως τόσοι άλλοι γύρω μου. Δεν ήξερα όμως τον τρόπο, όπως δεν ήξερα επιπλέον  πως πετύχαιναν οι άλλοι κι εγώ έμενα στάσιμος. Δεν μ΄ ενδιέφεραν  οι λεπτομέρειες της ζωής τους, αλλά πίστευα ότι είχαν την τύχη με το μέρος τους. Πίστευα  όμως παράλληλα και είχα την ελπίδα πως, κάποτε, ίσως να  μου εμφανιζόταν η καλή στιγμή. Να μη σκέπτομαι  διαρκώς τρόπους για  να βελτιώσω τη ζωή μου, που ομολογουμένως ήταν και είναι μελαγχολική και δύσκολη. Αφάνταστα δύσκολη.

Αντιμετώπιζα από νέα σχετικά ηλικία  τον βιοπορισμό μου, κάνοντας μαθήματα πιάνου σε μικρά παιδιά. Ήταν το μόνο που ήξερα, αν και δεν με ενθουσίαζε, μολονότι  η γιαγιά Μαρούσκα έλεγε πως είχα ταλέντο και θα γινόμουν σπουδαίος, αν το ήθελα. Μπορεί να το έλεγε όμως για να με ξεσηκώσει να  δω τη ζωή μου διαφορετικά, να πάρω θάρρος. Διέκρινε ίσως τους δισταγμούς μου, να τολμήσω ανοίγματα στη ζωή μου, να προσπαθήσω ουσιαστικά. Να πάψω να είμαι ονειροπόλος, να πατήσω πιο στέρεα στους βηματισμούς μου και να αποφασίζω εγώ για τη ζωή μου και όχι άλλοι γι’ αυτήν.

Δεν με έπειθαν οι νουθεσίες της και το παράδειγμα της ίδιας, που κατάφερε να επιβιώσει με αξιοπρέπεια, αντιμετωπίζοντας με σθένος και σύνεση τις μύριες δυσκολίες που αντιμετώπισε με τον ερχομό της σε μια άγνωστη σε αυτήν χώρα.   Εγώ πίστευα πάντα σε άλλες δυνάμεις που θα με βοηθούσαν  και όχι αποκλειστικά στις δικές μου μόνο. Ποιες ήταν αυτές; Δεν ξέρω.  Όμως υπομονετικά τις περίμενα. Γενικά περιμένω πάντα στη ζωή μου. Τι ακριβώς δεν ξέρω.

Ζω σε ένα απελπιστικά μικρό διαμέρισμα της πόλης. Δεν θέλω να θυμάμαι τις εξιστορήσεις της γιαγιάς Μαρούσκα για την ευπρέπεια της διαβίωσης των προγόνων μου. Μελαγχολώ και αποφεύγω επικίνδυνες ερωτήσεις στον εαυτό μου, αν θα έπρεπε για παράδειγμα να αναθεωρήσω τα πλάνα, που έχω σχεδιάσει εδώ και χρόνια για τη ζωή μου και να πάρω πρωτοβουλίες, που συστηματικά τις αποφεύγω μέχρι σήμερα.

Τους γονείς μου δεν τους γνώρισα. Τους ψάχνω στα όνειρα μου πάντα. ΄Ισως αυτή η έλλειψη να είναι μία αιτία της μόνιμης αναζήτησης στη ζωή μου. Ευγνωμοσύνη νοιώθω στη γιαγιά Μαρούσκα, που με μεγάλωσε με πολύ αγάπη και μου δίδαξε αρχές και τρόπους διαχείρισης της ζωής μου. Δεν ευθύνεται εκείνη αν εγώ λησμόνησα ή ηθελημένα διέγραψα πολλές από τις διδαχές της και δεν έχω κάνει μέχρι σήμερα καμία προσπάθεια για αναθεώρηση της ζωής μου.

Κοιτάζομαι πολλές φορές στον καθρέπτη, παρατηρώντας με προσοχή την   εμφάνισή μου. Είχα πάντα  ένα ευχάριστο παρουσιαστικό, λαμπερά κυρίως μάτια, που έμοιαζαν σαν κάτι να αναζητούν.  Έτσι μου έλεγε η γιαγιά Μαρούσκα,  η μεγάλη δασκάλα της ζωής μου, που ομολογώ πως τη διέψευσα. Τη διέψευσα, γιατί τα μάτια μου δεν είναι πλέον  λαμπερά όπως παλιά και η εμφάνισή μου με απογοητεύει. Το κυριότερο, βρίσκομαι σε μια διαρκή αδράνεια, μολονότι κοιτάζω διαρκώς τον ορίζοντα με τα μάτια της ψυχής μου και περιμένω την έλευση μιας λάμψης, που θα χρωματίσει ίσως τη ζωή μου.

Μοιράζομαι το νοίκι με τον Θεοδόση τον Πολίτη, τον συγκάτοικό μου. Συγκάτοικο είπα; Δεν ξέρω τελικά τι σχέση έχω με αυτόν τον τύπο, που ζούμε χρόνια μαζί… πόσα; Ούτε πια θυμάμαι, αλλά πιστεύω ότι είναι πιο αόριστος από εμένα. Αν εγώ έχω τουλάχιστον το ένα πόδι μου στη γη, αυτός μονίμως υπερίπταται και ψάχνεται και αναρωτιέται για όλα.

Μουσικός είναι και αυτός, αλλά σε άλλου είδους μουσική. Παίζει μπαγλαμά σε κουτούκια. Όχι σπουδαία πράγματα δηλαδή, αλλά να, ενισχύει ελαφρά τα έξοδα της συγκατοίκησής μας. Γκρινιάζει μονίμως και περιμένει και αυτός, όπως κι εγώ, τις καλές ευκαιρίες. Και όσο αυτές δεν του κάνουν τη χάρη να εμφανισθούν, γίνεται ανυπόφορος, με ταλαιπωρεί και με παρασύρει στις αμφισβητήσεις του και στα ψυχικά πισωγυρίσματά του. Και με σκοτίζει, λες και δεν έχω και εγώ τις σκέψεις και τα βάσανά μου. Λες κι εγώ δεν κοιτάζω ολημερίς στα κλεφτά, πίσω από τις πόρτες της ψυχής μου, μήπως και φανεί Άγγελος εξ ουρανού να με αγκαλιάσει με τις μαγικές φτερούγες του και να με μεταμορφώσει σε πρίγκιπα, ή σε κάποιον τέλος πάντων από αυτούς  τους ευτυχισμένους, που μου περιέγραφε η γιαγιά Μαρούσκα στις ιστορίες της. Παρασύρομαι συχνά  από τις ονειροπολήσεις, για να ξεχνάω την πραγματικότητα, για να μην πω την τραγικότητα της ζωής μου.

Να, προχθές έχασα άλλους δύο πελάτες. Σιγά – σιγά η μοναδική τέχνη που ξέρω  γίνεται είδος πολυτέλειας  και εγώ δεν έχω καμία διάθεση να κάνω κάτι άλλο. Να περιμένω μόνο έχω διάθεση, χωρίς να ξέρω ακριβώς τι είναι αυτό, που θα με έβγαζε από το λήθαργο της αδράνειάς μου και θα βελτίωνε σίγουρα τη ζωή μου, δίνοντας της χρώμα και κυρίως ποιότητα.

Η κατάστασή μου αρχίζει να γίνεται τραγική. Χωρίς και ο ίδιος να το καταλάβω, κάθε ημέρα μου γίνεται χειρότερη από την προηγούμενη και με βρίσκει πάντα στην αναμονή της λύσης των προβλημάτων μου, χωρίς αποτέλεσμα. Απλά η συγκεκριμένη αναμονή  μεταφέρεται στην επόμενη ημέρα και ούτω καθεξής. Δεν ξέρω πώς θα τα καταφέρω. Η αλήθεια είναι πως κάποιες φορές, που ο συγκάτοικός μου ο Θεοδόσης έχει κι εκείνος τέλος πάντων τα κέφια του, συζητάμε και αναρωτιόμαστε, τι μπορεί να περιμένουμε από τη ζωή μας. Τι θα ήτανε αυτό που θα μας έβγαζε από την άθλια μετριότητά μας και τη μιζέρια. Γιατί στο κάτω-κάτω, σκεπτόμαστε, εμείς να ζούμε με τόση στέρηση; Tι στέρηση δηλαδή και δεν λέω ανέχεια ή καλύτερα  πλήρη κατάπτωση…

Πολλές φορές, ντρέπομαι που το εξομολογούμαι, αλλά στερούμαστε ακόμη και βασικά πράγματα. Εγώ μια στάλα αισιόδοξος είμαι και με μια στάλα υπομονή  που  έχω, όπως μου δίδαξε η γιαγιά Μαρούσκα, σκέπτομαι  πως… δεν μπορεί, αν όχι σήμερα, αύριο, ίσως  μας χτυπήσει  την πόρτα η τύχη η καλή και  μας τραβήξει από τη μιζέρια μας. Αυτό το όνειρο δειλά-δειλά άρχισε να με συντροφεύει. Το συζητούσα και το συζητάω πάντα με τον Θεοδόση και η αλήθεια είναι πως τις περισσότερες φορές συμφωνεί μαζί μου.

Αυτό το όνειρο με έκανε εμένα προσωπικά αλλά κι εκείνον πιστεύω, να ξεχνάμε τα λιγοστά, που είχαμε και που τις περισσότερες φορές αφορούσαν και πολύ βασικές ανάγκες της διαβίωσής μας. Ο Θεοδόσης ήταν πάντα πιο ανυπόμονος από εμένα κι εγώ πολλές φορές από λύπηση και μόνο υποχωρούσα σε πολλά. Να, τις προάλλες προσποιήθηκα ότι δεν πεινούσα τάχα μου και του έδωσα και το δικό μου λιτό μερτικό φαγητού, γιατί δεν την αντέχω τη γκρίνια του,  αλλά και  τον λυπάμαι παράλληλα. Τον νοιώθω δικό μου άνθρωπο. Ε, τον έχω πονέσει. Έχουμε αντιμετωπίσει πολλά μαζί  και  έχουμε περάσει άλλα τόσα.

Μιλάμε κάποιες φορές για τη ζωή μας και αναρωτιόμαστε, γιατί μας ήλθαν έτσι περίπλοκα όλα; Και αναρωτιόμαστε επιπλέον  αν υπάρχει ελπίδα να βελτιωθούμε, γιατί -όλα κι όλα- δεν παραιτούμαστε και ολότελα από αυτή. Κάνουμε υπομονή, ως πότε βέβαια δεν ξέρουμε.

Όποτε τα οικονομικά μας το επιτρέπουν, σπάνια δηλαδή, καπνίζουμε και κανένα τσιγάρο της προκοπής. Καθόμαστε στο μικρό μπαλκονάκι μας και το ρίχνουμε στη φιλοσοφία. Έχουμε κοινούς προβληματισμούς παρ’ όλες τις άπειρες διαφορές μας. Είμαστε εξάλλου δεμένοι, έχουμε συνηθίσει ο ένας τον άλλο και  μη νομίσετε ότι είμαστε και ολότελα αποθαρρημένοι.

Ζούμε χρόνια μαζί. Από τότε, από  το σεισμό του ΄78. Ας μην τη θυμάμαι τη μέρα εκείνη, που κουτρουβαλώντας τις σκάλες από τον τέταρτο όροφο της πολυκατοικίας που έμενα, στον δεύτερο, βλέπω στο μοναδικό ανοιχτό διαμέρισμα το Θεοδόση κάτω από σωρούς σοβάδων και ξύλων, να προσπαθεί να απεγκλωβισθεί. Δεν είχαμε μέχρι τότε ανταλλάξει σχεδόν ούτε καλημέρα. ΄Ήταν και είναι πολύ διαφορετικός άνθρωπός από εμένα. Μουντός, μονίμως σκυθρωπός, νομίζω πως  απέφευγε ακόμη και την καλημέρα μαζί μου, τις ελάχιστες, είναι αλήθεια, φορές που τον είχα συναντήσει στο ασανσέρ.

Τον τράβηξα με δυσκολία, εκείνο το βράδυ της 20 Ιουνίου του ΄78, κάτω από τους σωρούς των σοβάδων και τον έβγαλα έξω από το διαμέρισμα. Ευτυχώς, είχε ελάχιστα χτυπήσει. Όπως μου εξομολογήθηκε αργότερα, είχε βγει έξω μόλις ένοιωσε το άγγιγμα των δονήσεων του σεισμού, αλλά έχοντας ξεχάσει το μπαγλαμά του, γύρισε πίσω να τον πάρει. Είναι ό,τι σπουδαιότερο έχει στη ζωή του, μου εξομολογήθηκε αργότερα, πέραν του ότι του εξασφάλιζε το βιοπορισμό του. Για τίποτε άλλο δεν τον ένοιαζε, πρόσθεσε, ούτε ίσως και για τη ζωή του. Με εντυπωσίασε αυτή η εξομολόγησή του, αλλά δει του είπα κάτι, δεν είχα εξάλλου και το απαιτούμενο θάρρος, ήταν πολύ πρόσφατη η γνωριμία μας. Πολύ αργότερα κατάλαβα το συναισθηματικό δέσιμο του με αυτό  το μουσικό όργανο, κειμήλιο, όπως μου εξήγησε, από πολύ αγαπημένο του πρόσωπο.

Ήταν και είναι αλλόκοτος άνθρωπος ο Θεοδόσης. Όχι πως κι εγώ  είμαι ο πιο αρμονικός άνθρωπος του κόσμου. Δεν θα ταιριάζαμε εξάλλου, αλλά εκείνος, με ξεπερνάει. Τέλος πάντων, θα ήθελα να μιλάω ώρες για αυτό, αλλά φοβάμαι πως  γίνομαι κουραστικός. Μετά από αυτή την αλλόκοτη γνωριμία μας, βρήκαμε καταφύγιο στις σκηνές που στήθηκαν από το Δήμο σε κεντρικές πλατείες της πόλης.

Τα διαμερίσματά μας εν τω μεταξύ κρίθηκαν ακατάλληλα για κατοίκηση και μετά από το πρώτο σοκ ψάχναμε τρόπους στέγασης. Ένα μικρό, αφάνταστα μικρό, διαμέρισμα ήταν αναγκαστική λύση για τη συστέγασή μας, για την οποία αυθόρμητα και χωρίς πολλές σκέψεις αποφασίσαμε και οι δύο. Ο κοινός βίος μας έκτοτε ήταν περίπλοκος, αλλά και αναγκαίος. Εκείνη η τραγική στιγμή της διάσωσης του Θεοδόση ήταν ίσως ένας κρίκος στέρεος, που ένωσε με ένα περίεργο δέσιμο  τις ζωές μας. Εμάς, τους ανόμοιους και τόσο όμοιους συνάμα. Ζούμε πολλά χρόνια από τότε μαζί.  Έτσι όπως ήμουν και είμαι άσχετος με το χρόνο, νομίζω ότι ζούσα πάντα με το Θεοδόση. Μη νομίσετε ότι η ζωή είναι εύκολη μαζί του. Το ίδιο νομίζω, πως  πιστεύει και ο ίδιος, αλλά δεν μου το λέει.

Τα  οικονομικά μας είναι άθλια. Εγώ είμαι πλέον άνεργος και εκείνος κάνει ψευτομεροκάματα με το μπαγλαμά του σε κουτούκια, που ποτέ δεν μου τα κατονομάζει. Πολλές νύχτες δεν επιστρέφει στο διαμέρισμα κι εγώ είναι η αλήθεια ότι ανησυχώ. Μου έχει περάσει από το μυαλό ότι μπορεί και να έχει βαρεθεί την πολύχρονη  συμβίωσή μας, αλλά δεν μου λέει τίποτε.

Στις ώρες της περισυλλογής μας, όποτε εκείνος δεν έχει καμία δυνατότητα δουλειάς κι έχει διάθεση για κουβέντα, καθόμαστε στο μικρό μπαλκονάκι μας και μιλάμε  για τη ζωή και για το μέλλον μας. Περιμένουμε, δεν ξέρω ακριβώς τι. Κάτι συγκεκριμένο, αλλά και αόριστο μαζί. Δεν μπορεί ,σκεπτόμαστε, άλλοτε σιωπηλά και άλλοτε φωναχτά, θα έλθει η καλή ευκαιρία και για εμάς, πρέπει να την περιμένουμε. Παίρνουμε λίγο θάρρος, τρώμε από τα ελάχιστα που υπάρχουν συνήθως στο ψυγείο μας και πάμε για ύπνο.

Μέσα στο μυαλό του ο καθένας μας έχει και μια τόση δα ελπίδα ότι η επόμενη ημέρα ίσως να  είναι καλύτερη για εμάς. Εγώ, πριν κοιμηθώ, παίρνω για αγκαλιά το χαμόγελο της γιαγιάς Μαρούσκα και αυτό με αποκοιμίζει. Η  αλήθεια είναι ότι η μνήμη της είναι ό,τι πιο αληθινό και υγιές έχει μείνει στη θύμησή μου. Δεν το ομολογώ στο Θεοδόση. Φοβάμαι ότι θα ξεκαρδιστεί στα γέλια. Έτσι είναι  αυτός. Σκληρός, απαθής  με αλλόκοτα αισθήματα. Έτσι πιστεύω, μπορεί όμως και να κάνω λάθος.

Σήμερα  το πρωί γύρισε ως συνήθως κατσούφης. Δεν ξέρω αν είχε δουλέψει το βράδυ ή τριγύριζε άσκοπα. Έλειπε τρεις ημέρες από το σπίτι. Όπως πάντα ανησυχούσα και λυπόμουν παράλληλα. Ήμουν στο μπαλκόνι απογοητευμένος και τον περίμενα. Κοίταζα διαρκώς κάτω στο δρόμο μήπως τον δω να έρχεται. Χάρηκα, όταν τον είδα. Δεν του είπα τίποτε. Εκείνος κάθισε άκεφα δίπλα μου. Δεν ξέρω γιατί, μα θυμήθηκε τη  φοβερή εκείνη βραδιά στις 20 Ιουνίου του ’78, που τον έσωσα από το σεισμό. Μετά με ρώτησε γιατί τον έσωσα  Τι ερώτηση και αυτή. Πώς του ήλθε αυτή η μνήμη, δεν ξέρω.

Για λίγο σιωπήσαμε, σαν να μην είχαμε κάτι να πούμε. Ξαφνικά, με ύφος απελπιστικά κουρασμένο, μου είπε το ανήκουστο. Τάχα μου πως θα ήταν καλύτερα να είχαμε διαλέξει χωριστούς δρόμους, γιατί η διαφορετικότητα τού χαρακτήρα μας δεν φαίνεται κατ’ αυτόν να έβαλε γερά θεμέλια στη συμπόρευσή μας. Ομολογώ πως ταράχτηκα. Δεν το έδειξα, αλλά σιγανά, πολύ σιγανά του είπα πως δεν θα είχα αντίρρηση να τραβήξει ο καθένας το δρόμο του. Ίσως  αυτό να ήταν η απαρχή μιας νέας φάσης της ζωής μας, καλύτερης, ελεύθερης και ουσιαστικής. Δεν απάντησε αμέσως, μόνο λίγα λεπτά αργότερα, που εμένα μου φάνηκαν αιώνες, μου είπε ότι ίσως τώρα δεν άξιζε πλέον τον κόπο για μια τέτοια απόφαση. Ίσως και να ήταν αργά, συμπλήρωσε, να  σχεδιάσουμε νέες πορείες, να γευτούμε άλλες ανθρώπινες σχέσεις,  να ζήσουμε αλλιώς. Ναι, του απάντησα εγώ, ίσως δεν έχουμε πια λόγο για μια νέα, μια άλλη αρχή.

Δεν είπαμε τίποτε άλλο. Σε λίγο, μετά από μια βασανιστική σιωπή, μου είπε ότι θα πάει να κοιμηθεί. Δεν του απάντησα αμέσως. Ύστερα του είπα ότι θα κάνω το ίδιο. Βυθίστηκα στις σκέψεις μου και δεν κινήθηκα. Κοίταξα προς το μέρος του. Εκείνος έμενε σιωπηλός και ακίνητος.

Βάλθηκε μόνο να κοιτάει  μαζί μου τους πρώτους, πρωινούς διερχόμενους κάτω από το μικρό μπαλκονάκι μας…

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα, με την οικογένειά της, στο Μουζάκι Καρδίτσας. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Επί σειρά ετών εργάσθηκε σε θέσεις ευθύνης σε πολυεθνικές εταιρείες. Από τον Μάρτιο του 2016 λειτουργεί ως διευθύντρια τη λογοτεχνική ιστοσελίδα «Λόγω Γραφής» www.logografis.gr ...περισσότερα

Αρχειοθήκη