«Κατινάκι η τσαπερδόνα», γράφει η Μαριάννα Γληνού

Με δυο κοτσίδες είχε ξεκινήσει από το νησί. Ένα λιγνό κορίτσι με παχουλές μαύρες κοτσίδες, μακριά σκουρόχρωμη φούστα που ‘φτανε ως τον αστράγαλο και ένα άσπρο στην άκρη του δαντελωτό πουκάμισο. Την έστελναν οι δικοί της σαν παρακόρη σ’ ένα σπίτι στην Αθήνα. Να μάθει τις δουλειές του σπιτιού, να τριφτεί να μεγαλώσει, να κάνει και την τύχη της, αν της το ‘χε φυλαγμένο. Το ταξίδι ήταν κουραστικό και ο καιρός δεν βοηθούσε, νοτιάς και το κουνούσε σαν καρυδότσουφλο. Στο λιμάνι, λέει, θα την περίμεναν. Σαν κατέβηκε, ένιωθε σαν πλατανόφυλλο αρχές Οκτώβρη. Στα χέρια της κρατούσε ένα καλάθι φιλέματα για το σπιτικό που της άνοιγε την πόρτα του.

Το Κατινάκι δούλεψε τρία ολόκληρα χρόνια. Έμαθε να τρίβει πατώματα και να βουρτσίζει χαλιά, να καλοκαθαρίζει και να γυαλίζει τ’ ασημικά και να μαγειρεύει νοστιμότατο κριθαράκι με κρέας… Μια μέρα, πηγαίνοντας στον μπακάλη, που την είχε στείλει η κυρά της ν’ αγοράσει μπισκότα χύμα για ένα καινούριο γλυκό, είδε μια μεγάλη αφίσα με ένα υπερωκεάνιο που πήγαινε, λέει, Αμερική, τη χώρα της ελπίδας και του ονείρου…

Από όνειρα το Κατινάκι, μακρινά και μεγάλα και πλατιά, όσο το μάκρος και το πάχος από τις κοτσίδες της.

-Σάμπως πολύ μικρή η μοίρα μου, να μ’ έχει να καθαρίζω και να τρέχω από δω κι από κει, υπακούοντας σε προσταγές! «Κατινάκι! Τις παντούφλες του κυρίου σου! Πάλι τις ξέχασες! Κατινάκι, αύριο να βάλουμε να καθαρίσουμε τα χαλιά, ξέρεις εσύ πια, πρώτα τα χτυπάς καλά-καλά να φύγει όλη η σκόνη κι ύστερα με τη βούρτσα βουτηγμένη στο ξυδόνερο θα τα κάνεις εσύ ν’ αστράφτουν! Θυμάσαι, ε;  Κάθε μία κούπα ξίδι, τρεις κούπες χλιαρό νερό. Και μην αφήνεις τη βούρτσα να τρέχουν τα νερά, θα μουλιάσει το χαλί!»

Τρίβοντας τα χαλιά,  μούλιαζε στα δάκρυα η τρυφερή ψυχούλα του Κατινακιού. Πλύστρα την είχε τάξει η μοίρα της να γίνει; Δουλικό;

Μπήκε μέσα στο κομμωτήριο που ‘χε στο τζάμι του κολλημένη την αφίσα και είπε στην κομμώτρια:

-Ξέρετε πόσα χρήματα στοιχίζει; Αλήθεια λέει, εκεί είναι η χώρα για όποιον θέλει ελπίδα;

Η Ντόρις την κοίταξε από πάνω ως κάτω, από μέσα της σκεπτόταν «πού θέλει να πάει να χαθεί το βυζανιάρικο», απ’ έξω της τής είπε:

-Έλα πρώτα να κάνουμε κάτι με τη χαίτη σου, ατίθασο πουλαράκι και θα δούμε, θα ρωτήσουμε πόσο κάνει το εισιτήριο.

Η επόμενη μέρα ήταν που είχε ρεπό. Μπορούσε να παίρνει το λεωφορείο και να πηγαίνει στο σπίτι μιας μακρινής της θειάς. Τώρα ήταν, δεν ήταν, τι την ένοιαζε. Εκείνης της θύμιζε το σπίτι των γονιών της στο χωριό. Ένας νησιώτικος καναπές στο κέντρο της σάλας, του μοναδικού κοινού δωματίου, στολισμένος τα πλεχτά με βελονάκι καναπελίκια. Ούτε χαλιά για τρίψιμο, ούτε ξιδόνερα. Ανέμελο ανεβοκατέβαινε στα σκαλιά του χωριού, ύπνος σε σεντόνια άσπρα λουλακιασμένα από τη μάνα της και στεγνωμένα στον δυνατό ήλιο του Αιγαίου. Βοήθεια στα χωράφια ναι, την έδινε, μα σαν γυρνούσαν όλοι στο σπίτι, τα βράδια ξάπλωνε καταγής στην ταρατσούλα τους κι άρχιζε να μετράει αστέρια. Της τα μάθαινε ο πατέρας της, που τα ’χε μάθει όταν ένα φεγγάρι είχε μπαρκάρει. «Εδώ στην Αθήνα, αστέρια φαίνεται δεν έχει ο ουρανός… Μονάχα πρωινά. Αναπαμό η ζωή κι όνειρο δεν έχει.»

Έτσι,  αυτή τη φορά, δεν πήρε το λεωφορείο. Κατέβηκε δυο στενά πιο κάτω απ’ το σπίτι και να σου την μπροστά από το κομμωτήριο.

-Ήρθα.

-Καλημέρα! της είπε η Ντόρις. Κάθισε.

Το Κατινάκι κάθισε σε ένα μικρό ξύλινο καναπεδάκι και κοίταξε γύρω της… Στο μέρος που είχε για ταμείο η Ντόρις, καθόταν ένας κύριος πενήντα-πέντε φεύγα. Στην ηλικία του «κυρίου» της, για αυτό το φαντάστηκε, πάνω-κάτω…

-Ο κύριος; Κουρεύετε και κυρίους; Στο χωριό μας, ένα κουρείο όλο κι όλο. Κι εκεί πηγαίναν μόνο άντρες. Να ψαλιδίσουν τα μουστάκια τους, να ισιώσουν τα γένια τους, να κόψουν τα μαλλιά τους. Εμείς, όλα τα κορίτσια, κοτσίδες.

-Όχι, δεν κουρεύω άντρες. Ο άντρας μου είναι. Έλα να σε συστήσω. Ο άντρας μου, Πέτρος, κι από δω… πώς σε λένε μικρό;

-Κατινάκι.

-Το Κατινάκι. Έχει όνειρα να πάει στην Αμερική, Πέτρο μου.

-Χαίρω πολύ, ωραία μου δεσποινίς. Σας εύχομαι το όνειρό σας να το πραγματοποιήσετε μια μέρα. Δεν είναι εύκολα, ξέρετε, τέτοια ταξίδια!

-Μην το αποπαίρνεις το μικρό, Πέτρο μου! Δεν βλέπεις πως είναι άμαθο; και μέσα της έδωσε μιαν υπόσχεση: «Εγώ ετούτο το μικρό θα το βοηθήσω με όλη τη δύναμη της ψυχής μου! Αύριο κιόλας θα στείλω γράμμα στη θεία μου στην Αμερική, να της μιλήσω. Κι ας λέει ο Πέτρος. Ακίνητος σαν το όνομά του ο άτιμος! Άλλη θα ήταν κι η δικιά μου η ζωή, αν εκείνος ήθελε να κάνει ένα βήμα! Ας μαζέψει το μικρό τα χρήματα που χρειάζονται κι όλα θα τα καταφέρουμε!»

Το Κατινάκι δέκα επτά χρονώ έκλεινε την επομένη. Κοκκίνησε, πρασίνισε, κιτρίνισε και στο τέλος κάπως κι άσπρισε. Ο κύριος Πέτρος είχε μια δύναμη στα χέρια, του το ’σφιξε το χεράκι του τόσο που σχεδόν το μπλάβιασε. Η κυρά της τής είχε επιβάλλει να τήνε βγάλει τη φουστάρα που φορούσε σαν ήρθε. Τι να ‘κανε κι εκείνο. Έκοψε το περίσσιο ύφασμα και μετά κάθισε με υπομονή κι έφτιαξε το στρίφωμα. Μεγάλο βήμα τούτο! Αλλά σήμερα, θα έκανε ένα βήμα-πέταγμα! Θα έκοβε τις κοτσίδες της. Αλλιώς έκανε μπαμ η διαφορετικότητά της!

-Κυρία Ντόρις, ήθελα να σας ρωτήσω, πόσο θα στοιχίσει το κούρεμά μου;

Η Ντόρις βεβαιώθηκε πως το μικρό δεν είχε ιδέα για  τον κόσμο, για τίποτα άλλο πέρα από τα μεγάλα του όνειρα…

-Άκου, θα κάνουμε μια συμφωνία. Θα μείνεις να με βοηθήσεις σήμερα και αντί να σε πληρώσω, θα σε κουρέψω, είμαστε σύμφωνες;

Δεν ήξερε αν ήταν. Την πονούσε και το χέρι της… Κι ήταν κι ο κύριος Πέτρος που πολύ κύριος δεν ήταν. Κάπως,  τον ένιωσε εκείνον  εκεί τον  χαιρετισμό. Μικρή ήταν, ζαβή όχι.

-Κοιτάξτε, εγώ θέλω να σας πληρώσω για τη δουλειά σας. Για τη δουλειά που θα κάνω εδώ, θα με πληρώσετε εσείς. (Σίγουρα δεν ήταν καθόλου ζαβό το Κατινάκι…)

Η Ντόρις κατάλαβε την σπιρτάδα του μυαλού της. Μικρό και θαυματουργό. Δεν ανεχόταν χάρες και τη δουλειά της είχε μάθει να την υπερασπίζεται και να απαιτεί να της την πληρώνουν. Της άρεσε αυτό της Ντόρις. Ηττοπάθεια κι όνειρα για τη ζωή ζευγαράκι δεν γίνονται. Δεν σε πάνε κανένα ταξίδι.

Η μέρα κύλησε με μπόλικη δουλειά. Το μικρό σκούπιζε τις τρίχες που έπεφταν απ’ τα κουρέματα κι ετοίμαζε τις κυρίες για τα διάφορα, ακολουθώντας πιστά τις ορμήνιες της έμπειρης κομμώτριας Ντόρις. Εκεί κατά τις οκτώμισι το βράδυ, έκλεισαν την πόρτα, ο κύριος Πέτρος είχε από νωρίς αποσυρθεί, έχει την κούρασή του το οφθαλμόλουτρο, πώς να το κάνουμε, κάθισε και το μικρό στη θέση έτοιμο να το κάνει κορίτσι σύγχρονο. Έλυσε τις πλεγμένες κοτσίδες και ξεχύθηκαν τα μακριά πυκνά λαμπερά μαλλιά της σαν τα’ αστέρια τις νύχτες στον ουρανό του χωριού της. Το Κατινάκι έκλεισε τα μάτια του. «Όταν τ’ ανοίξω πάλι, ένας καινούριος εαυτός. Ίδια ψυχή, μα άλλο κάλυμμα», έτσι σκέφθηκε.

Όταν τα άνοιξε, είδε μπροστά της δυο μάτια τεράστια να κοιτάζουν από την αρχή τον κόσμο. «

-Μα πού πήγαν τα μαλλιά μου; Και τα μάτια μου, είχα εγώ τόσο μεγάλα μάτια;

-Στη μόδα είναι τα κοντοκουρεμένα κεφάλια, Κατινάκι μου! Κι ύστερα εσύ,  κοπελίτσα στην πρωτεύουσα, με τις κοτσίδες θα πορεύεσαι; Πάνε ταξίδια στην Αμερική με δυο πλεγμένες κοτσίδες, αμ, δεν πάνε!»

Προτού φύγει, πλήρωσε για το κούρεμα και στη συνέχεια πληρώθηκε για τη βοήθεια της. Μάλιστα, μιας κι η κυρία Ντόρις την είχε ανάγκη τη βοήθεια, ο αφέντης ήταν μόνο στο ταμείο κι αυτό, είπαμε, για περιορισμένο χρόνο, η σιέστα ήταν αναγκαία και δεν άλλαζε, ανεξάρτητα από τις εποχές και τις άλλες ανάγκες, της πρότεινε να βρει χρόνο, να δει με την κυρά της στο σπίτι, να ‘ρχεται να βοηθά κι εδώ. Θα μάζευε πιο γρήγορα τα λεφτά για το εισιτήριο, θα μάθαινε και την τέχνη.

Έτσι κι έγινε. Το Κατινάκι σκοτωνόταν στη δουλειά. Αλλά μάθαινε… Είχε και τα έξτρα της να λαβαίνει από τις καλοπιασμένες πελάτισσες. Με τον καιρό έγινε μαστόρισσα στο λούσιμο.

-Την μικρή θέλω να με λούσει, Ντόρις. Έχει χεράκια βάλσαμο. Κι υποφέρω απ’ αυτούς τους πονοκεφάλους! Δεν ξέρεις! Έτσι όπως με λούζει, χαλαρώνω τόσο, που έναν υπνάκο, θα τον έπαιρνα ευχαρίστως, είπε η κυρία Σεβαστοπούλου, σύζυγος Διευθυντού Α’, που πήγαινε να πει θέση στο Υπουργείο ακλόνητη κι αμετακίνητη.

Μέχρι το ψαλίδι έπιασε στα χέρια του! Μια μέρα που δεν προλάβαιναν ούτε να κοιταχτούν, η κυρία Ντόρις προέβη στη θαρραλέα αυτή πράξη. Και έδωσε το κοφτερό ψαλίδι της στο Κατινάκι. Τι, τσάμπα όταν ήταν μικρό στο χωριό, κούρευε εκείνο, μόνο του, την κατσίκα τους τη Μαριορή που βέλαζε σαν να την πάνε για σφάξιμο; Τουλάχιστον ετούτες εδώ, άχνα δεν βγάζανε, καλοπληρώναν κι από πάνω!  Τέλειο το αποτέλεσμα. Εμ, το ‘λεγε αυτή όταν το είχε ακούσει να απαντά, εκείνη την πρώτη μέρα. «Ετούτη, τη ζωή θα την γυρίσει τούμπα!»

Εν τω μεταξύ, το Κατινάκι είχε εντελώς μεταμορφωθεί. Είκοσι χρονών πια, κορίτσι της παντρειάς, μη λέμε και ψέματα! Κορίτσι για σπίτι. Ήξερε να συγυρίζει, να πλένει, να στολίζει, να λούζει και να κουρεύει! Λίγα ήταν τούτα; Από αγάπη ήταν σκράπας. Όταν της ζήτησε ο Μηνάς, εργάτης στην οικοδομή, να βγουν την Κυριακή το απόγευμα να την κεράσει παγωτό στο ζαχαροπλαστείο, το Κατινάκι λίγο ακόμα και θα χρειαζόταν αιθέρα. Πέντε απανωτές βαθιές ανάσες πήρε για να γλυτώσει τη λιποθυμία. Ε, είπε ναι, ένας παλίκαρος ως εκεί πάνω ο Μηνάς, με δυο μάτια καταπράσινα να της θυμίζουν τ’ αμπέλι του πάππου της, όχι να πει; Την άλλη Κυριακή της είχε ζητήσει ο Μανώλης, ένας Κρητίκαρος που φορούσε τις μπότες του τις ολόμαυρες με τον ίδιο τρόπο που φορούσε εκείνη τις κοτσίδες της, να τηνε κεράσει, λέει, υποβρύχιο. Το ‘τρωγαν τα καλοκαίρια στο χωριό, να του αρνηθεί του Μανωλιού να τον κακοκαρδίσει; Ε, είπε ναι. Την άλλη ο Παντελής ο γιος του φούρναρη να την κεράσει γαλακτομπούρεκο, την παράλλη ο Σούλης, νομίζω κανταΐφι, Θανάση τονε λέγανε αλλά χαϊδευτικό του ήταν αυτό από τη μάνα του, την άλλη ο Γιώργης που ήταν κι απ’ το διπλανό χωριό. Εδώ και κλείσαμε. Τις καλύψαμε τις πέντε μέρες. Τα Σαββατοκύριακα τα ήθελε ελεύθερα να διαλέγει με ποιον θα έτρωγε τι. Έτσι τις πορεύουν τις αγάπες οι αναποφάσιστες. Μια για κάθε μέρα. Τις αφήνεις να ξερογλείφονται και να κυνηγούν κι εσύ είσαι αυτό που είσαι, ότι ήταν δηλαδή το Κατινάκι: ένα άπιαστο πουλί. Πέντε ξώβεργες του’ χε στημένες η ζωή, μια για κάθε μέρα, δεν πιανόταν σε καμιά.

Και τη μέρα που από μια παραξενιά του μυαλού του το καθένα από τα παλικάρια, μαζεύτηκαν κι οι πέντε τους απ’ έξω από το κομμωτήριο και το περίμεναν να το κεράσουν ο καθένας το κατιτί του, το Κατινάκι που ’χε δει τη μάζωξη από τη τζαμαρία, δεν κιότεψε.

Οι συστάσεις είχαν γίνει. Τα παλικάρια ήξεραν πια όλοι τους, πως περίμεναν το ίδιο κορίτσι. Ο Μανωλιός έπιασε να δει αν είχε πάρει μαζί του τον σουγιά. Σιγά ρε, τα αίματα!

«Σιγά ρε Μανωλιό! Τρία-τέσσερα υποβρύχια μας φίλεψες και θα μας σφάξεις κιόλας;» σκέφτηκε το Κατινάκι που την είχε δει, από τύχη,  την  ανεπαίσθητη κίνηση.

Ο Παντελής έφυγε, τι θα περίμενε τ’ άφραγκο το Κατινάκι; Η θειά του τού προξένευε κορίτσι φούρναρη από την Κηφισιά, ντροφαντό και στην τσεπούλα μα και σε όλα τ’ άλλα, το «κολλημένο» Κατινάκι θα περίμενε;

Ο Μηνάς, σκέφτηκε τα πόσα είχε χαλάσει να κερνάει παγωτά, τσιγγούνικα χέρια, τσιγγουνιά στην  καρδιά, τι ζωή να στήσεις;

Ο Σούλης έμεινε να δει τι θα έλεγε το Κατινάκι, τι, να μην ξέρει τι να πει στη μαμά που θα γυρνούσε το βράδυ, ύστερα τη θαλπωρή και τη δικαιολόγηση στα πάντα, ποια άλλη γυναίκα θα του προσέφερε ποτέ ίδια όπως αυτή της μανούλας, άντρας μαμάκουλο, τα «καρύδια» τα είχε το Κατινάκι κι ας ήταν κορίτσι πράγμα…

Τον Γιώργη μόνο σκέφτηκε, που ήξερε την καρδιά του… «Παπούτσι από τον τόπο σου» δεν λένε;

Μπα, δεν είχε φόβο στην καρδιά του το Κατινάκι. Μόνη της θα καθάριζε, όπως άλλωστε, μόνη της τα έβγαλε πέρα, όταν μια μέρα ο μεσήλικας κύριος Πέτρος τη στρίμωξε εκεί που έφτιαχνε τον καφέ για τις πελάτισσες και τις έπιασε με περίσσια λίγωση τα δυό της στήθη με τις τεράστιες χερούκλες του…

«Τα χεράκια σας, μέσα στο παντελόνι σας, κύριε Πέτρο μου», του είπε με αποφασιστικότητα κι έκρηξη ηφαιστείου στο βλέμμα, «και μην τολμήσετε να τα απλώσετε ξανά, γιατί τότε, θα μάθει  αυτά τα χαΐρια σας η κυρία Ντόρις, μα και τα άλλα, πως της κλέβετε, κάθε μέρα και κατιτίς από την είσπραξη. Και τότε, σας βλέπω τρόφιμο στο ευγηρείο στην Αλεξάνδρας…»

Πώς της είχε έρθει αυτό, μάλλον το μυαλό το ανέσυρε ακριβώς όταν το χρειαζόταν, ένα άρθρο στην εφημερίδα που έφερνε ο κύριος της είχε διαβάσει σχετικό και να που είχε την αξία του και το άρθρο μα και η ικανότητά της να διαβάζει…

-Τώρα που θα φύγεις για Αμερική, να κυνηγήσεις τα όνειρά σου, κάτι πρέπει να κάνεις και με το όνομά σου, βρε παιδάκι μου! Δεν μπορείς να σε φωνάζουν Κατινάκι! Κάθριν, τι λες;»

-Χαχαχαχαχα! Καθίκι είχε η μάνα μου στο χωριό. Ένα τσίσκινο και το βάζαμε κάτω από το κρεβάτι μας καθαρό-καθαρό τα βράδια, γιατί πώς να κατέβουμε τα σκαλιά, να βγούμε έξω από το σπίτι, να πάμε στο υπόγειο, να κάνουμε την ανάγκη μας; Ή θα τις «βρέχαμε» τα σεντόνια; Χαχαχαχαχα! Να με πούνε και καθίκι, αυτό δεν το χαλαλίζω σε κανένα όνειρο!

-Όχι, καθίκι, μωρέ Κατινάκι, Κάθριν, Κάθριν! Έτσι λένε στα αγγλικά το όνομά σου…

-Δηλαδή, κυρία Ντόρις κι εσάς δεν σας λένε Ντόρις, αλλαγμένο το ‘χετε;»

-Εμ, τι νόμιζες, Kατινάκι, πιάνεις πελατεία με το Δωροθέα;

Τα πληγωμένα παλικάρια έστεκαν έξω και περίμεναν… Το Κατινάκι βγήκε αγέρωχο.

-Τι με κοιτάτε έτσι θυμωμένοι; Γάμο σας έταξα και σας  παίρνω πίσω τον όρκο; Ή σάμπως λυπάστε τα κεράσματα, άντρες δυο μέτρα; Δεν έπαιξα μαζί σας. Φιλικά, περνούσαμε όλοι μας  τον καιρό μας. Ποτέ μου δεν σας μίλησα για το πραγματικό όνειρό μου. Αύριο ένα πλοίο σαλπάρει για Αμερική. Θα είμαι επάνω του. Θα ταξιδέψω μακριά, να βρω τον δρόμο μου.  Αν κάποιου από σας το λέει η καρδιά του, κι αληθινά  μ’ αγάπησε, ας έρθει μαζί. Δεν θα τον σταματήσω. Αν όχι πάλι, σας ευχαριστώ, κουβαρντάδες μου, για όλα σας τα κεράσματα. Καλή σας τύχη.

Σα μαλάκες, θα λέγαμε στη σημερινή γλώσσα,  έμειναν να το κοιτάζουν αυτό το κοντοκουρεμένο γίδι, με ψυχή λιονταριού Κατινάκι… Άλλοι έχουν το όνομα κι άλλοι έχουν τη χάρη… Για τα «καρύδια» συζήτηση καμιά.

Στο Αμέρικα, το Κατινάκι, έλπυνε τόσο πιατομάνι, σύννεφο κι αστέρια και πολυκατοικίες οι στοίβες! Μα τα κατάφερε! Άνοιξε «Saloοn Coiffure». “Kate’s” το ονόμασε, όχι καθίκια και χέστρες. Παντρεύτηκε, χώρισε, παιδιά,  όχι, δεν έκανε. Κάποια στιγμή τα μάζεψε και γύρισε πίσω στο Ελλάδα. Αγόρασε ένα σπιτάκι να κοιτάζει θάλασσα, για να ’χει ν’ ανεμίζουν τα πάντα καλοφτιαγμένα, στο ύψος του ώμου μαλλιά της… Αφέντρα των ονείρων του το Κατινάκι, επονομαζόμενο εις “Kate”…

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Τον Μάρτιο του 2016 ίδρυσα τη λογοτεχνική ιστοσελίδα «Λόγω Γραφής», με εφαλτήριο την αγάπη μου για τις τέχνες και τον πολιτισμό αλλά και την ανάγκη μου για μια καλαίσθητη παρουσίαση και μια ευγενική διαχείριση και επικοινωνία και προς αυτή την ίδια τη λογοτεχνία αλλά και προς τους δημιουργούς της. Σε μία πορεία παγκοσμιοποίησης που όλα φαντάζουν να φτωχαίνουν, η πνευματική ένδεια είναι χειρότερη κατ’ εμέ. Η συναισθηματική στειρότητα. Η αναλγησία. Και έναντι αυτών μάχομαι. Όσοι αγαπάτε τη γραφή και μ’ αυτήν εκφράζεστε, είστε ευπρόσδεκτοι στη σελίδα μας. Μέσω της γραφής δημιουργούμε, επικοινωνούμε και μεταδίδουμε πολιτισμό. Φροντίστε τα κείμενά σας να έχουν τη μορφή που θα θέλατε να δείτε σε αυτά σαν αναγνώστες. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music