«Καραντίνα – Γκομενικά 1 – 1», γράφει η Στεφανία Ρουλάκη

Κάπου διάβασα ότι υπάρχει λειψανδρία. Εγώ, πάλι, βίωνα το αντίθετο. Στα τριάντα μου χρόνια, σταθεροσχεσάκια δε θα με έλεγες, καθότι όλες οι ζαβές πάνω μου έπεφταν. Νόμιζα, λοιπόν, μέχρι πρότινος, πως γυναίκες σωστές δεν υπάρχουν. Να μην επεκταθούμε για το τι γίνεται αυτήν την περίοδο. Της καραντίνας το κάγκελο!  Δηλαδή, μπορούσα να έχω όποια ήθελα αβίαστα, αβασάνιστα, αβαντάζ, αβάντα – που λένε και οι σχετικές αγγελίες. Δε γούσταρα έτσι όμως. Ήθελα μία προεργασία, ένα «ζετέμ μον αμούρ», κάτι εν πάσει περιπτώσει που να θυμίζει ότι είμαστε άνθρωποι. Ναι, δε ντρέπομαι να το πω. Ήθελα σχέση. Ε, αυτό ακριβώς ήταν και το πρόβλημα.

Τέλος πάντων. Ευτυχώς που είχα και το σκύλο μου, τον Γλύκα, για συντροφιά, όλες τις δύσκολες μέρες, εκείνος πάντα πιστός, με έγλυφε κάθε φορά που καταλάβαινε τη μοναξιά μου. Ξύπναγα το πρωί, έβγαζα το ζωντανό μια βόλτα, με την τσίμπλα στο μάτι γιατί ούτε καφέ δε με αφήνει ποτέ να φτιάξω από τη φούρια του. Μετά, γυρνάγαμε σπίτι, έφτιαχνα τον καφέ μου με την ησυχία μου -άλλη παρηγοριά- κι έκανα το πρώτο μου τσιγάρο, διαβάζοντας τα νέα. Κατά τις οκτώ, πιάνω δουλειά. Ως τις τέσσερις. Που θα ξαναβγάλω το σκυλί βόλτα. Το απόγευμα, μπορεί να ερχόταν από  το σπίτι κάποιος φίλος για καμιά ταινία ή να βρισκόμασταν στο πάρκο της γειτονιάς με έναν καφέ στο χέρι. Όλοι τους είναι μπακούρια. Απελπισία. Κάθε μέρα ήταν ίδια με την άλλη.

Μέχρι πριν ένα μήνα. Ένα πρωινό (η Παναγιά μου), πριν να ξεκινήσω δουλειά, βγαίνοντας από την πολυκατοικία για τη βόλτα του Γλύκα, έπεσα πάνω σε μία ομορφιά! Προσπαθούσε να ανοίξει την πόρτα με το κλειδί της, απ’ έξω, όταν άνοιξα εγώ, από μέσα. Με το που σήκωσε τα μάτια της, έμεινα κόκκαλο. Ποια είναι αυτή η νεοφερμένη και γιατί δε χτένισα τα μαλλιά μου; Δόντια έπλυνα; Ευτυχώς, δεν είχα βάλει ακόμα τη μάσκα μου -ούτε εκείνη φορούσε- έτσι αποκάλυπτα το δυνατό μου σημείο, το θεληματικό μου πιγούνι, που εξυμνείται σε κάθε γυναικείο ανάγνωσμα.

Ακόμα και σήμερα είμαι σίγουρος ότι εκείνη τη στιγμή δε μίλησα, διότι αν μίλαγα, θα έβγαζα άναρθρες κραυγές από τη χαρά μου. Έτσι, έμεινα σιωπηλός, δήθεν μου τάχα μου σοβαρός και δύσκολος, αφήνοντας ένα βλοσυρό ερωτηματικό να πλανάται στον αέρα, όπως έχω δει σε αρκετές ταινίες να κάνει ο καρδιοκατακτητής πρωταγωνιστής. Εκείνη, με καλημέρισε γλυκά, ζεστά, χαμογελαστά, αποκαλύπτοντας μία σειρά από αραιά, μικρά δοντάκια -δεν το πιστεύω, είναι τα αγαπημένα μου!- και μου είπε ότι τη λένε Νατάσα και θα μένει στον δεύτερο. Ναι, αλήθεια είναι, υπήρχε ένα διαμέρισμα εκεί που ξενοικιάστηκε!

Χάρηκα πολύ Νατάσα! Τόσο πολύ που δε φαντάζεσαι. Όχι, αυτό δεν της το είπα. Της το έδειξε όμως ο Γλύκας που χοροπηδούσε στα πόδια της και κουνούσε την ουρά του. Γειά σου ρε φίλε! Πώς με καταλαβαίνεις; Εγώ πάλι, παρέμεινα ατάραχος και με ύφος ώριμο και σοφιστικέ, συστήθηκα, την καλωσόρισα και της πρότεινα, αν χρειαστεί βοήθεια, να μου χτυπήσει το κουδούνι.

Η μέρα πέρναγε και καθόμουν σε αναμμένα κάρβουνα. Μπαινόβγαινα στο μπαλκόνι και κοίταζα από κάτω. Όλο και πηγαινοερχόταν και το Νατασάκι, κουβαλώντας πράγματα και όλο κι έριχνε ματιές προς τα πάνω, στο διαμέρισμα μου. Πέρασαν δύο μέρες κι ούτε φωνή ούτε ακρόαση από το κορίτσι. Ούτε καν στο ασανσέρ δεν είχαμε συναντηθεί. Εγώ, ψηνόμουν στο ζουμί μου. Πάνω που ήμουν έτοιμος να κατέβω να τη ρωτήσω αν τακτοποιήθηκε και καλά -δήθεν μου, τάχα μου- άκουσα το χαρμόσυνο χτύπημα στην πόρτα μου. Έβαλα μια τρεχάλα, φρενάρισα όμως μπροστά στον καθρέφτη. Έριξα μια ματιά -φτου σου ομορφάντρα μου, σε ετοιμότητα ήμουν- κι άνοιξα την πόρτα αργά, ανέμελα. Η όμορφη γειτόνισσα στεκόταν μπροστά μου και ήθελε να με ρωτήσει, αν έχω τρυπάνι! Το έπιασα το υπονοούμενο. Και βέβαια έχω τρυπάνι μανίτσα μου! Για ποιoν με πέρασες; Είμαι νοικοκύρης εγώ!

Πήρα πολύ ψύχραιμος τα εργαλεία μου και κατέβηκα στο διαμέρισμά της. Έτσι άρχισε η ιστορία μας. Νομίζω σύντομα θα ξενοικιάσουμε το ένα από τα δύο διαμερίσματα. Αφού κι ο Γλύκας δε μπορεί να ξεκολλήσει από πάνω της. Ποιος είπε ότι η καραντίνα μόνο προβλήματα φέρνει; Αγαπώ καραντίνα!

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα, με την οικογένειά της, στο Μουζάκι Καρδίτσας. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Επί σειρά ετών εργάσθηκε σε θέσεις ευθύνης σε πολυεθνικές εταιρείες. Από τον Μάρτιο του 2016 λειτουργεί ως διευθύντρια τη λογοτεχνική ιστοσελίδα «Λόγω Γραφής» www.logografis.gr ...περισσότερα

Αρχειοθήκη