«Καραντίνα – γκομενικά: 1 – 0», γράφει η Στεφανία Ρουλάκη

Πέρασαν κι οι γιορτές κι εμείς ακόμα μέσα. Δεν έχουμε και τίποτα να περιμένουμε, να φτιάξει το κέφι μας. Και τα γκομενικά; Ακόμα πιο μαντάρα! Ο ένας  χειρότερος απ’ τον άλλον. Καλά που έχω και τις φιλενάδες μου γιατί θα τρελαινόμουν μέσα στο σπίτι.

Τελειώνω γρήγορα τον καφέ και το τσιγάρο μου και ρίχνω μια ματιά στο κινητό μου, για τυχόν μηνύματα. Έτσι, μήπως τυχόν κι έχουμε καμία έκπληξη. Ακριβώς. Καμία. Ούτε παλιά αγάπη, ούτε καινούρια. Μόνο ένα μήνυμα έχω κι είναι από το Μαράκι. Πάλι για τον νταλκά της θα μου γράφει. Τον Αντώνη… Ναι, ναι, δίκιο έχω. Ο Αντώνης είναι, για ακόμα μια φορά, το θέμα μας. Ο Αντώνης είναι με άλλη. Τρεχάτε ποδαράκια μου! Μα πού, πώς προλαβαίνει κι αυτός ο αθεόφοβος, μέσα σε τόσους περιορισμούς, τη μια να αφήνει και την άλλη να πιάνει;  Αυτός είναι υψηλού κινδύνου, απ’ όλες τις απόψεις χρυσό μου… Τι τον θέλεις τον “Αχ, Αντώνη”; Αφού βλέπεις, ούτε σε παίρνει, ούτε σε ψάχνει, ούτε ένα 6 δεν έχετε κάνει μαζί. Κάποτε θα λέγαμε “σεξ” αλλά… πού τέτοια τύχη;

Τι να κάνω τώρα με το Μαράκι, φίλη μου είναι, την αγαπώ, δε θέλω να στενοχωριέται. Της απαντάω ότι θα βγω σε λίγο  να πάω στην τράπεζα κι αν θέλει να με συναντήσει εκεί. Καλύτερα να τα πούμε από κοντά, γιατί γράφε γράφε, έχει πιαστεί ο αντίχειρας μου. Άλλο που δεν ήθελε!

Με περίμενε ήδη στην τράπεζα, σαν τη χήρα στο κρεβάτι. Όσην ώρα στεκόμαστε στην ουρά, που δεν ήταν και λίγη, γιατί ήταν τελευταία μέρα του μήνα, το Μαράκι μού άνοιξε, για πολλοστή φορά, τα εσώψυχα της: “Που τον αγαπώ, που είναι ο άντρας της ζωής μου, που τον πίστεψα, που δεν του έκανα κάτι, γιατί να εξαφανιστεί;…”  Υπέμεινα το μαρτύριο, μη ομολογώντας ότι ξέρω πως ο τύπος έκοψε ρόδα μυρωμένα, γιατί δεν ήθελε πολλά πολλά, όμως οι πολλές πολλές, μια χαρά του κάθονταν.

Μαζί με τον Covid να ξέρετε, έχει πέσει και λειψανδρία. Οπότε, σε κάθε άνδρα ελεύθερο, μακάρι να είναι και σαν τον Κουασιμόδο -που ο δικός μας είναι κι ομορφόπαιδο πανάθεμά τον-  αναλογεί δυσανάλογος αριθμός γυναικών νέων, μεσηλίκων και γριών μη σου πω. Πού να προλάβει κάθε χριστιανός τόσο ποίμνιο;

Δεν τα είπα όλα αυτά, γιατί το Μαράκι ήδη ρούφαγε τη μύξα του από το πολύ κλάμα. Έκανα να ανοίξω την τσάντα μου, να της δώσω ένα χαρτομάντιλο, να μην παπαριάσει τη μάσκα της. Έτσι όπως έβγαλα το πακέτο από το νεσεσέρ μου, πάνω του ήταν κολλημένο ένα αχρησιμοποίητο, με τη συσκευασία του, προφυλακτικό. Μου το είχε δώσει για “γούρι” χρόνια πριν, η τρίτη της μπακουροπαρέας μας και το είχα ξεχασμένο μέσα στο τσαντάκι. Τα κλάματα, γύρισαν αυτόματα σε γέλια και ο κόσμος μάς κοίταζε περίεργα. Σπάνιο φαινόμενο τα γέλια στις μέρες μας.

Πάνω στα χάχανα λοιπόν, το Μαράκι κοκαλώνει, γιατί είδε στο απέναντι πεζοδρόμιο τον “Αχ, Αντώνη”! “Κρύψε με” μου λέει “δε θέλω να με δει σε αυτά τα χάλια”. “Μα δε θα σε δει παιδί μου” της λέω. “Έτσι που είσαι, με μάσκα και γυαλί ηλίου, ούτε η μάνα που σε γέννησε δε σε αναγνωρίζει…”

Μετά, άρχισε το άλλο μαρτύριο: “και πού να πηγαίνει άραγε, μήπως έχει ραντεβού με άλλη, να τον παρακολουθήσουμε!” Του τρελού το πεις, του λωλού το πεις, πήραμε στο κατόπι τον Αντώνη, συζητώντας παράλληλα τι μήνυμα να στείλουμε για παρακολούθηση υπόπτου κι αν υπάρχει πρόστιμο για την καψούρα. Κάθε τρεις και λίγο σταματάγαμε, κρυβόμαστε πίσω από κολώνες και μάντρες – μόνο γλάστρα στο κεφάλι που δε βάλαμε – για να μη μας πάρει χαμπάρι. Το πιο ενοχοποιητικό στοιχείο εναντίον του, τελικά, ήταν ότι σταμάτησε στο μανάβη, χαριεντίστηκε λίγο με την ταμία κι έφυγε κουβαλώντας μερικά μήλα κι ένα λάχανο, μαζί με τα παραπούλια του. Τώρα, γιατί το λάχανο και τα παραπούλια καθιστούν ενοχοποιητικό στοιχείο; Τα πάντα είναι ενοχοποιητικά για τους καταδικασμένους!

Γυρίσαμε στο σπίτι μου, βάλαμε από ένα χυμό, κάτσαμε στο μπαλκονάκι γιατί είχε ωραία μέρα κι εμείς χρόνο για σκότωμα και βαλθήκαμε να συζητάμε για περσινά – ξινά σταφύλια. Μάλλιασε η γλώσσα μου να προσπαθώ να πείσω τη φιλενάδα μου να ξεχάσει τον Αντώνη, χρησιμοποιώντας όλα τα πειστικά επιχειρήματα, που μεγάλοι φιλόσοφοι έχουν πει πρώτοι, όπως: “η αντικατάσταση σώζει την κατάσταση” ή «στην καρδιά μου λάβα, στη δικιά σου κράμπα» κι άλλα πανηγυρικά, αλλά… τίποτα. Αυτή εκεί. Τον θέλει!  Κι αφού τον θέλει, την πληρώνω εγώ. Έτσι έχουν αυτά. Τι να κάνουμε; Κάποτε θα πάρω κι εγώ τη ρεβάνς! Λέμε τώρα…

Ίσως σας αρέσει και

1 Σχόλιο

  • Νικολέτα Κριαρά
    23 Ιανουαρίου 2021 at 00:47

    Κάθε φίλη και καημός!
    Σε βλέπω καραντίνα εθελοντικά τώρα!!

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Μουζάκι Καρδίτσας. Γράφει από μικρό παιδί, όμως μόνο όταν ήρθε στη ζωή το δικό της παιδί ένιωσε ότι μπορεί να μοιραστεί τις λέξεις της, τις εικόνες της. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Μιλάει και γράφει άπταιστα την αγγλική και κάνει φιλότιμες προσπάθειες για την ιταλική. Σπουδάζει κλασικό πιάνο. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη