«Καβγάς στο κρεοπωλείο», γράφει η Στεφανία Ρουλάκη

Μέσα σε αυτήν την παράνοια της καραντίνας, κλεισμένη τόσες – πόσες ούτε και θυμάμαι – μέρες στο σπίτι, αισθάνομαι αφόρητη πίεση. Το μυαλό μου έχει γίνει πουρές. Είμαι ευέξαπτη και ψάχνω να βρω τρόπο να εκτονωθώ. Πρέπει οπωσδήποτε να βγω έξω. Ο καιρός είναι χάλια, μου έχει σπάσει κι αυτός τα νεύρα! Δε μπορώ να πάω για ένα περπάτημα τουλάχιστον… Τι να κάνω; Θα βγω για τα αναγκαία.

Μουρμουρίζω, μέσα από τα δόντια μου, στον άντρα μου, κάτι που μοιάζει με «φεύγω». Εκείνος, συνηθισμένος τον τελευταίο καιρό, από αυτές μου τις «εκδηλώσεις αγάπης», όπως ονομάζει την κοινή γκρίνια, δε μου δίνει σημασία. Αυτό, με ερεθίζει ακόμα πιο πολύ κι αν δεν έδωσε σ’ εμένα σημασία, σίγουρα θα έδωσε στην πόρτα που επιδεικτικά κοπάνησα πίσω μου.

Μέχρι να φτάσω στην αγορά, έχω ήδη τσακωθεί με την ομπρέλα που δεν ανοίγει – καλά, τη χαλασμένη βρήκα να πάρω; – με τα γυαλιά μου που θολώνουν από την υγρή ανάσα μου, που εμποδίζεται από τη μάσκα. Mε το πεζοδρόμιο που είναι στενό, με τον δρόμο που είναι γεμάτος λακκούβες με νερά… Παντού υπάρχουν ουρές. Αναγκάζομαι να περιμένω έξω από το κρεοπωλείο, σιγοβράζοντας στο ζουμί μου, ενώ το μόνο που είχα σκεφτεί να σιγοβράσω, μα την αλήθεια μου, ήταν ένα κρεατάκι για σουπίτσα.

Στο μαγαζί δύο άνθρωποι ακόμα εξυπηρετούνται κι έρχεται, μετά από κάμποση ώρα βρασίματος και η σειρά μου. Μπαίνω μέσα κι ακούω ότι παίζει μουσική από το ραδιόφωνο, το «βαποράκι του Μπουρνόβα» και σκέφτομαι σαρκαστικά ότι, όντως, έχω γίνει πια «βαποράκι». Ανοίγω το στόμα μου να πω τι θέλω και νιώθω στο ύψος του μηρού μου, ένα μαλακό οπίσθιο να με εκτοπίζει. Κατεβάζω το βλέμμα μου και διαπιστώνω πως το οπίσθιο έχει και προέκταση, η οποία εισέβαλε σαν κομήτης, ανάμεσα σε μένα και τη βιτρίνα του κρεοπωλείου, κάνοντας μπλοζόν. Είναι μία κυρία που, χωρίς να υπολογίζει πως κάποιοι άλλοι έχουν προτεραιότητα, αρχίζει να παραγγέλνει. Ο κρεοπώλης, μη δίνοντας σημασία, πιάνει να ετοιμάζει ό,τι του ζήτησε. Διπλό το χτύπημα!

Το στήθος μου αρχίζει να φουσκώνει, η φλέβα στο λαιμό μου να χτυπά. Παίρνω όμως μια βαθιά ανάσα, όπως έχω εκπαιδευτεί σε κάτι μαθήματα γιόγκα που έκανα τελευταία, γιατί το βλέπω, θα γίνουμε μαλλιοκούβαρα. Εξηγώ, όσο πιο ευγενικά μπορώ, δεδομένων των συνθηκών, ότι προηγούμαι. Ο κρεοπώλης απαντά «κορίτσια, μη με ανακατεύετε εμένα, δεν είδα ποια είναι πρώτη. Βρείτε τα μόνες σας». Εγώ δαγκώνομαι για το «κορίτσια», γιατί μας έβαλε στην ίδια ηλικιακή συνομοταξία με την εν λόγω κυρία, αλλά δεν προλαβαίνω να πω κάτι.  Η κυρία παίρνει το λόγο. Γυρνώντας μου την πλάτη κι αγνοώντας με επιδεικτικά, μουρμουράει, με το χέρι ακουμπισμένο στη βιτρίνα ώστε να στηρίζει το κεφάλι της, ότι δεν με είχε δει. Έτσι όπως κάθεται, εγώ μόνο να μιλήσω στα μαλλιά της μπορώ και της απαντώ, πιο έντονα τώρα, πως δεν είμαι μυρμήγκι για να μη με έχει προσέξει. Εκείνη, με ειρωνικό ύφος, αποκρίνεται «άσε μας κοπέλα μου, έχεις όρεξη».

Κοιτάζω γύρω μου, μπας και βρω υποστήριξη, αλλά κανείς, ούτε οι άλλοι πελάτες, ούτε η ταμίας που ήταν φίλη μου από το δημοτικό, φαίνεται να δίνει σημασία. Νιώθω την προδοσία από παντού! Προσπαθώ να θυμηθώ, τι μας δίδαξαν να κάνουμε, σε τέτοιες περιπτώσεις, στο σεμινάριο γιόγκα. Δε βρίσκω κάποια αντιστοιχία. Έτσι, αποφασίζω να ακολουθήσω ένα άλλο μότο, που διάβασα πριν χρόνια σε ένα γυναικείο περιοδικό. Μου είχε κάνει εντύπωση, αλλά ποτέ δεν είχα την ευκαιρία να πειραματιστώ: «τα καλά κορίτσια πάνε στον Παράδεισο, τα κακά πάνε παντού» έλεγε. Αφού από την επιθυμία μου για βόλτα ξεκίνησε όλη η ιστορία -που φτάσαμε, να θεωρείται βόλτα η αγορά κρέατος-  αποφασίζω να βγάλω τον κακό μου εαυτό σεργιάνι.

Δε θυμάμαι τι είπα. Θυμάμαι μόνο, ότι τα οπίσθια οπισθοχώρησαν, ο κρεοπώλης είπε «βρε κορίτσια ηρεμήστε, δεν έγινε και τίποτα», κάνοντας νόημα στην κυρία να μη συνεχίσει άλλο -τύπου, άσε την είναι τρελή η κοπέλα- κι εμένα να ρίχνω σαν τρόπαιο το κρέας στην τσάντα μου και να φεύγω περήφανη και στητή από το κρεοπωλείο, λες και είχα κερδίσει τη μάχη του Ελ Αλαμέιν.

Γυρνώντας σπίτι, ανάλαφρη σαν πούπουλο, έβαλα τα γέλια μόνη μου, ενώ ο άντρας μου με ρώταγε, κοιτώντας με παραξενεμένος, αν αισθάνομαι καλά. Δεν μπορούσα να απαντήσω από τα χάχανα κι έτσι άρχισε κι αυτός να γελά μαζί μου μέχρι δακρύων. Όταν ηρέμησα κάπως, ξεφύσησα, σταυροκοπήθηκα, είπα «σε καλό μας» κι ευχαρίστησα την καλή κυρία του κρεοπωλείου, που πήρε το βάρος μου στις δικές της σακούλες!

Ίσως σας αρέσει και

1 Σχόλιο

  • Βασιλική Αποστολοπούλου
    19 Δεκεμβρίου 2020 at 09:27

    Ιστορίες καθημερινής τρέλας δοσμένες με χιούμορ και πένα γλαφυρή!

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Μουζάκι Καρδίτσας. Γράφει από μικρό παιδί, όμως μόνο όταν ήρθε στη ζωή το δικό της παιδί ένιωσε ότι μπορεί να μοιραστεί τις λέξεις της, τις εικόνες της. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Μιλάει και γράφει άπταιστα την αγγλική και κάνει φιλότιμες προσπάθειες για την ιταλική. Σπουδάζει κλασικό πιάνο. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη