«Ιστορία μιας ζωής», ένα διήγημα της Μαρίας Σκαμπαρδώνη

Τι να σας πω, εγώ είμαι μία απλή γυναίκα. Πάντα απλά ντυνόμουν, πολλά κοκκινάδια στα χείλη μου δεν έβαζα ποτέ, πάντοτε απλά τα ρούχα μου. Πάντα πίστευα στο Θεό. Τον αγαπάω και Τον πιστεύω. Γιατί έτσι πρέπει. Όχι επειδή είμαι μία γυναίκα του χωριού, αλλά γιατί έτσι αισθανόμουν πως είναι το σωστό.

Παράπονο στη ζωή που δεν ασχολήθηκα περισσότερο με τα γράμματα του σχολειού. Και τα αγαπούσα, ανάθεμά τα. Αλλά ήταν άλλες εποχές, ο πατέρας μου έλεγε πως η γυναίκα είναι για να ανοίγει τα πόδια και να κάνει παιδιά. Μπήκα από νωρίς στα χωράφια, την ημέρα μιλούσα στα ζώα, τα πρόβατα και τις κότες. Το βράδυ καθόμουν στο κρεβάτι και σκεφτόμουν πώς θα ήθελα να φτιάξω τη ζωή μου, αν θα μπορούσα να βρω από κάπου βιβλία να διαβάζω. Γιατί τα έπαιρνα τα γράμματα, έξυπνη ήμουν και είμαι.

Σπούδασα μέσα στο σπίτι, σιδερώνοντας πουκάμισα και στοίβες από ρούχα. Παντρεύτηκα νωρίς, από δεκαεπτά χρονών κορίτσι άπλωνα, σιδέρωνα, μαγείρευα. Αυτή ήταν όλη μου η ζωή, έρωτες δε χάρηκα πολύ. Σηκωνόμουν πολλές φορές τα πρωινά και ζύμωνα ψωμί, ήξερα πως αυτές οι χαρές της ζωής μου θα ήταν λιγοστές.

Με προξένεψαν γονιοί και συγγενείς με ένα παιδί από το χωριό` αυτόν παντρεύτηκα θέλοντας και μη. Είχα αποφασίσει να δω ξανά τη ζωή θετικά, καλύτερα θα ήταν να γύριζα με τον έναν και με τον άλλον;

Έκανα τάμα στην Παναγιά να μου χαρίσει ένα παιδάκι. Δυσκολεύτηκα πολύ να πιάσω παιδί, ήλπιζα η Μεγαλόχαρη να έκανε το θαύμα της. Έπιασα το Γιωργάκη μου, δυσκολεύτηκα πολύ να τον γεννήσω όσο ο πατέρας του έκανε ταξίδια στην Αθήνα για δουλειές. Και τι δεν έκανα για αυτό το παιδί, πόσα πέρασα! Αισθάνθηκα τους πόνους της γέννας όταν βρισκόμουν στα χωράφια, αισθάνθηκα το σπλάχνο μου να βγαίνει και η ψυχή μου αναθάρρησε. Χαλάλι οι στερήσεις και οι ώρες που από το πρόσωπό μου έσταζε ιδρώτας στα χωράφια. Αυτό το παιδί δε θα στερούταν τίποτα, θα μορφωνόταν και θα προόδευε. Στο ένα στήθος μου κρεμιόταν το μωρό, την ώρα που με τα χέρια μου άρμεγα τα ζωντανά.

Ποτέ με τον άνδρα μου δεν τα πηγαίναμε καλά. Δε με ακουμπούσε πολύ, πολλές φορές χαρτόπαιζε και έλειπε μέρες από το σπίτι. Έμενα ξάγρυπνη να τον περιμένω και τον έβλεπα να έρχεται τύφλα στο μεθύσι και να σωριάζεται ακόμα και στο πάτωμα. Έχανε λεφτά, λεφτά που εμείς τα είχαμε ανάγκη.

Δεν ήξερα τι να κάνω, να του εξάψω το ενδιαφέρον για εμένα. Δεν άκουγα τις κακές τις γλώσσες που συζητούσαν για τα μπλεξίματα με άλλες γυναίκες του χωριού. Ήξερα μονάχα πως του άρεσε η μπουγάτσα, το αγαπημένο του γλυκό. Με αυτή τον δελέαζα, έφτιαχνα συχνά μπουγάτσα επειδή ήθελα να τον γλυκάνω μήπως και με πασπατέψει και εμένα λιγάκι περισσότερο.

Κάτω από τα απλά μου, λιτά φορέματα βρισκόταν κρυμμένη η νιότη που φώναζε πως ήθελε να ζήσει. Κατάλαβα πως ο άνδρας μου δε νοιάζεται, τρέχει μόνο στο χαρτί και δεν ξέρω και εγώ πού αλλού. Άρχισε να σηκώνει και χέρι, μια φορά κρατούσα το παιδί στην αγκαλιά και μου ρίχνει μία σπρωξιά να πέσει το μωρό και να καούν τα σωθικά μου.

Έγινα ο άνδρας του σπιτιού, αλλά η χαρά μου ήταν όταν έβλεπα το αγοράκι μου, το καμάρι μου να μεγαλώνει. Για αυτό ακόμα και θα πέθαινα – αρκεί να ζήσει αυτό, να χαρεί όλα αυτά που εμένα η ζωή μου στέρησε. Γάλα από κατσίκες του έδινα όταν σταμάτησα να το βυζαίνω εγώ.

Μπροστά στην εικόνα της Παναγιάς έκλαιγα και προσευχόμουν να δει το παιδί μου και να προστατεύσει εμένα που με έχει ανάγκη. Πατέρα πια το παιδί δεν είχε, με γυναίκες κοινές μου έλεγαν πως τον βλέπουν συνέχεια. Πώς να του μιλήσω, τι να του πω, πώς να αντέξει το μικρό σπίτι τα νεύρα του; Στερημένος μονάχα όταν ήταν ερχόταν δίπλα μου και με έβλεπε ως σύζυγο.

Έσφιγγα το κορμί μου κάθε βράδυ στο στρώμα που ξάπλωνα και υποσχόμουν πως μπορώ να αντέξω ακόμα για μία μέρα.

Δεν μπορούσα ποτέ να φανταστώ ότι θα απειλούσε να σκοτώσει ακόμα και αυτό, το σπλάχνο του. Δε σκέφτηκα λογικά, το ένστικτο της μάνας με έσπρωξε και του κάρφωσα εκείνο το μαχαίρι στην κοιλιά, εκείνα τα λεπτά που έμελλε να αλλάξουν τη ζωή μου.

Κατέστρεψα τη ζωή μου, τα νιάτα μου; Δεν ξέρω αν τα κατέστρεψα, ακόμα και αν βρέθηκα και σε κελί. Μονάχα το παιδί μου με ένοιαζε, το οποίο ανέλαβαν κάποιοι συγγενείς του άνδρα μου.

Και όμως, το σπλάχνο μου δε με ξέχασε. Ένα αντράκι έγινε και ήρθε να με βρει. Βρήκε τη δύναμη να συγχωρέσει εκείνη που σκότωσε τον πατέρα του, ακόμα και αν ήταν ένα μέθυσο τέρας… Δεν ξέρω αν με συγχώρεσε, γραμματιζούμενη δεν είμαι, ίσως με κατάλαβε…

Η ιστορία της ζωής μου έχει τόσες πολλές σελίδες… δε χρειάζεται να πω πολλά, εγώ μονάχα μία απλή γυναίκα είμαι που ο χρόνος πλέον μαζί με τις πληγές μου, έγραψαν επάνω και μέσα μου… Αλλά υπήρξε εκείνο το αγοράκι μου, που για χάρη του κάθε μέρα ευχαριστώ που είμαι ζωντανή…


Σημείωση συγγραφέα: Οφείλω να ομολογήσω πως διάφορες ταινίες με εμπνέουν κατά καιρούς για κείμενα και διηγήματά μου. Με ενέπνευσε η ταινία Mildred Pierce και το Come Back Little Seba.

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα, με την οικογένειά της, στο Μουζάκι Καρδίτσας. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Επί σειρά ετών εργάσθηκε σε θέσεις ευθύνης σε πολυεθνικές εταιρείες. Από τον Μάρτιο του 2016 λειτουργεί ως διευθύντρια τη λογοτεχνική ιστοσελίδα «Λόγω Γραφής» www.logografis.gr ...περισσότερα

Αρχειοθήκη