«Η φίλη», γράφει η Λένα Μαυρουδή-Μούλιου

Χρόνια αξέχαστα εκείνα της εφηβείας μου. Φτωχικά, μετ’ εμφυλιακά χρόνια, που όμως πάντα θα νοσταλγώ. Ιδίως τα καλοκαίρια τους, με τις διακοπές μας στα πρωτόγονα campings (όχι οργανωμένα, με αυτήν την έννοια το ‘’πρωτόγονα’’).

Έναντι πολύ μικρού μισθώματος νοίκιαζες ένα… δέντρο και στα ριζά του έστηνες το αντίσκηνό σου και περνούσες μαγευτικές διακοπές.

Οι φιλίες που αναπτύχτηκαν τα χρόνια εκείνα, μαγευτικές επίσης και αξέχαστες. Δεν θα μιλήσω για όλες. Θα αναφερθώ μόνο σε μια μου φίλη που σημάδεψε τόσο ωραία τα πιο τρυφερά μου χρόνια. Μια φιλία που κράτησε πολλά χρόνια και οσάκις συναντιόμαστε, γιατί ζούσαμε σε πολύ διαφορετικές περιοχές, θυμόμασταν τις αξέχαστες διακοπές μας και τη γειτνίαση σε κοντινά δέντρα και γελούσαμε, ανταλλάσσοντας αγκαλιές και φιλιά αγάπης.

Το κορίτσι μου παντρεύτηκε πολύ νωρίς, παιδί σχεδόν μόλις τελείωσε το Γυμνάσιο και αμέσως έγινε μανούλα δύο παιδιών. Δεν την ζήλεψα καθόλου που θέλησε τόσο νωρίς να μπει στα βάσανα. Είχα τελείως διαφορετικούς  προσανατολισμούς. Σκόπευα να συνεχίσω τις σπουδές μου στο πιάνο, που  τις άρχισα μόνο και μόνο γιατί ζήλεψα το ακορντεόν που έπαιζε μαγευτικά η καλή μου φίλη. Ένα όργανο που ναι μεν δεν ήταν της αρεσκείας μου, αλλά που στα χέρια αυτής της πεντάμορφης, ακούγονταν πανέμορφα ή έστω έτσι το άκουγα εγώ, σαν απόρροια του θαυμασμού μου απέναντί της. Ήταν η πρώτη Φίλη της ζωής μου.

Ανταλλάσσαμε επισκέψεις σε ονομαστικές εορτές, γενέθλια, ΠΑΣΧΑ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ και πολύ πιο πυκνά, τηλεφωνήματα και γράμματα και ήταν όλα αυτά αφορμή για εκδηλώσεις χαράς και γιορτής τόσο για μένα όσο και  για κείνη. Την λάτρευα.

Έλα όμως που, θες η απόσταση, θες η ‘’μπάλα’’ της ζωής μας που παιζόταν σε διαφορετικά γήπεδα, καθώς και οι υποχρεώσεις, είχαν σαν αποτέλεσμα να αραιώσει η επικοινωνία μας χωρίς όμως ποτέ να ελαττωθεί η αγάπη που νιώθαμε η μία για  την άλλη. Τόσο εκείνη όσο κι εγώ, κοιτούσαμε παλιές μας φωτογραφίες από τα χρόνια τα δύσκολα αλλά (σχήμα οξύμωρο) και μαγευτικά, που έπαιρναν κάτι σαν αχλή παραμυθιού και διηγούμασταν στα παιδιά μας ιστορίες και αναμνήσεις εκείνης της εποχής κάνοντας έτσι την φιλία εκείνη να μην έχει ποτέ δώσει τη λέξη ΤΕΛΟΣ στην διακοπείσα πορεία  της. Πώς αφήσαμε να γίνει αυτή η διακοπή; Ήταν κάτι που ποτέ ούτε καταλάβαμε, ούτε συγχωρήσαμε τους εαυτούς μας που επιτρέψαμε να συμβεί.

Τα χρόνια πέρασαν και κάποια στιγμή, ίσως 20 χρόνια μετά, κτύπησε το τηλέφωνό μου και μια ζεστή γλυκιά φωνή, που αμυδρά κάτι μου θύμιζε, μού είπε:

«Γεια σου φίλη παλιά μου. Αν μου πεις ότι κατάλαβες ποια σου τηλεφωνεί θα το θεωρήσω ιδιαίτερα κολακευτικό. Είσαι πες μου το ίδιο όμορφο κορίτσι που ήσουν και μικρή;»

Είναι θλιβερό. Εγώ που την λάτρευα πιο πολύ και από τις αδερφές μου ΔΕΝ κατάλαβα ποια ήταν τελικά.

Εν πάση περιπτώσει τα ψιλομπάλωσα, ανταλλάξαμε φιλοφρονήσεις και αγάπες και φιλιά εκ του μακρόθεν, θυμηθήκαμε τα αξέχαστα παιδικά μας καλοκαίρια και ΥΠΟΣΧΕΘΗΚΑ ότι το συντομότερο δυνατόν θα της τηλεφωνούσα (μου έδωσε τηλέφωνα κτλ) να κοιτάξουμε πώς θα βρεθούμε για να τα πούμε από κοντά επιτέλους και ντροπή μας που χαθήκαμε, ομολογήσαμε αμφότερες. Της το όφειλα, μετά τις προσπάθειες που έκανε εκείνη να με βρει, δεδομένου ότι κι εγώ με τo γάμο μου είχα αλλάξει όχι μόνον σπίτι αλλά και περιοχή τηλέφωνα κτλ. Terra ignota στα πάντα η υπογράφουσα για εκείνη.

Για μέρες και μέρες μετά το τηλεφώνημα η ανάμνησή της μου ζέσταινε την καρδιά.

Μα φαίνεται ότι πια η σκέψη μου ήταν σε άλλο μήκος κύματος και πόσο ντρέπομαι που το λέω Θεέ μου την ξέχασα, αν είναι δυνατόν. Οσάκις τύχαινε να την θυμηθώ, υποσχόμουν ότι θα της τηλεφωνούσα έστω σαν φιλοφρόνηση, σαν απάντηση στο δικό της τηλεφώνημα, βρε αδερφέ. Είχα χάσει και το τηλέφωνό της και δεν επιχείρησα καν να ψάξω να το βρω αναβάλλοντας συνεχώς την αυτό-υπόσχεση ότι ΘΑ το κάνω.

Δεν το έκανα ποτέ.

Τα χρόνια κυλούσαν οι οικογενειακές υποχρεώσεις ναι μεν πολλές, αλλά  είχαν μεγαλώσει και τα παιδιά μου και ο χρόνος που πριν με πίεζε ήταν λίγο πιο χαλαρός. Ασχολήθηκα  με τη μουσική μου φρεσκάροντας την και μεταφέροντάς την από τις μπομπίνες μαγνητοφώνου σε ψηφιακή μορφή CD, σε στούντιο ειδικά. ΑΠΟΡΡΟΦΗΣΕ ΚΑΙ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΣΤΙΓΜΗ ΜΟΥ Η ΥΠΟΘΕΣΗ ΑΥΤΗ, που από μόνη της είναι μια ολόκληρη ιστορία που ίσως κάποτε την γράψω, όχι πως θα ενδιαφέρει κάποιον, αλλά ίσως στα απομνημονεύματά μου… Αποτέλεσμα αυτής της δραστηριότητας το πρώτο μου βιβλίο, με τους στίχους των τραγουδιών μου που συνόδευε τα 16 μου CD. Μαγική η στιγμή που το έπιασα στα χέρια μου και πιο μαγική ακόμη όταν σε νέα τεχνολογία πια άκουγα τις συνθέσεις μου. Και ήταν τόσο μεγάλη η χαρά που ένιωσα, που θέλησα να την μοιραστώ εκτός από τους ανθρώπους τους κοντινούς μου αλλά και μ’ αυτούς που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο έπαιξαν κάποιον ρόλο στην ζωή μου. Έτσι θυμήθηκα και την φίλη της νιότης μου. Ναι μεν ντράπηκα ακόμη μια φορά που την είχα ξεχάσει, αλλά ήξερα, ήμουν σίγουρη, ότι αν της έστελνα τα Άπαντά μου θα τα άκουγε με χαρά και συγκίνηση, γιατί ήξερε ότι υπήρξε κάτι σαν Μούσα μου που οδήγησε τα βήματα μου στο ΩΔΕΙΟ.

Από εκείνο το τελευταίο της τηλεφώνημα έκπληξη, θα είχαν ίσως περάσει 15 χρόνια. Έκανα τον κόσμο άνω κάτω ψάχνοντας να την βρω γιατί αμυδρά θυμόμουν ότι μου είχε κι εκείνη πει ότι έφυγε από την περιοχή που ήξερα. Έψαξα τους τηλεφωνικούς καταλόγους, μα στο επίθετο του συζύγου της δεν την βρήκα. Μα ούτε και με το πατρικό της. Οπότε όποιο όνομα έβλεπα να είναι συγγενικό της ρωτούσα να μάθω. Κανείς δεν ήξερε να μου πει. Κάποια στιγμή ευτύχησα να πέσω σε μια κατά πώς φάνηκε συγγένισσά της. Δεν μπορεί, σκέφτηκα, ακόμη και να μην έχουν τις καλύτερες σχέσεις, όπως συμβαίνει με τα σόγια, όλο και κάτι θα ξέρει να με πληροφορήσει, κάποιο τηλέφωνο, κάποια διεύθυνση, κάτι τέλος πάντων. Επειδή η στιχομυθία έχει ενδιαφέρον την μεταφέρω αυτούσια:

«Γεια σας. Παρακαλώ, θα ήθελα να μιλήσω με την κυρία Τάδε…»

«Ποιος την ζητά παρακαλώ;»

«Μια φίλη της».

«Φίλη της; Μάλιστα, Και ποια φίλη αν επιτρέπεται;»

«Δεν επιτρέπεται όντως. Μα δεν μου λέτε ανάκριση θα μου κάνετε; Αν είναι έτσι, να κλείσω το τηλέφωνο», ψιλο-απείλησα. Είναι τρόπος αυτός ο δικός σας;»

«Ενώ ο δικός σας που τόσην ώρα μου μιλάτε χωρίς να ξέρω με ποιαν έχω την τιμή να συνομιλώ είναι βγαλμένος κατ’ ευθείαν από ένα άγνωστής μου έκδοσης savoir vivre, ε; Εσείς ξέρετε το όνομά μου, το τηλέφωνό μου, και ποιος ξέρει τι άλλο…»…

«Έτσι όπως το θέτετε έχετε δίκιο, αλλά είναι ώρες που ψάχνω και έχω απελπιστεί ότι δεν θα την βρω ποτέ… Λέγομαι έτσι κι έτσι…»

«Ακουστά σας έχω, αλλά φοβάμαι ότι την ξαδέρφη μου δεν θα την βρείτε. ‘Εχει πεθάνει εδώ και δέκα χρόνια. Και αν σας έκανα την ανάκριση, που λέτε,  είναι γιατί μου είπατε ότι είστε φίλες, τόσο πολύ φίλες που δεν ξέρατε αν ζει ή αν -όπως και συμβαίνει- πέθανε. Ζωή σε σας.»

Το ακουστικό έπεσε από τα χέρια μου αφού πρώτα πρόλαβα και φώναξα «ΤΙΙΙΙΙΙΙΙ;»

Η ξαδέρφη είχε την ευγένεια να μην κλείσει την γραμμή. Την άκουγα που με καλούσε με το όνομά μου που της το είπα και που το γνώριζε. Μα το σοκ που έπαθα ήταν τόσο μεγάλο που είχα χάσει τη μιλιά μου. Μπόρεσα και ψέλλισα κάποια στιγμή ‘’συλλυπητήρια’’ και έκλεισα απελπισμένη. Έκλαψα, έκλαψα πολύ και πικρά. Την αποχαιρέτησα νοερά ζητώντας της συγγνώμη για την υπόσχεσή μου που δεν κράτησα και την ανέβαλα συνεχώς για ένα ΑΥΡΙΟ, μην υπολογίζοντας ότι ΑΥΡΙΟ ίσως και να ήταν αργά. Το δικό μου αύριο κράτησε 15 ολόκληρα χρόνια, ενώ και στα 5 ακόμα ήταν ήδη αργά.

Θεέ μου πώς μπόρεσε ο χάρος να πάρει αυτήν την ομορφιά, αυτήν την καλλονή;

Λέω βλακείες και ζητώ συγγνώμη.

Ας μην αναβάλλουμε λοιπόν.

ΤΟ ΑΥΡΙΟ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΟΣΟ ΚΟΝΤΙΝΟ ΟΣΟ ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΚΑΙ ΑΚΟΥΓΕΤΑΙ.

Μέχρι τότε, πολλά μπορούν να συμβούν…

 

Ίσως σας αρέσει και

2 Σχόλια

  • Λενα Δεσυλλα
    8 Μαρτίου 2017 at 22:06

    Αχ , Λενα μου, συγκλονιστικο το αφηγημα σου. Εγω ειχα την ευτυχια μετα απο χρονια να βρεθω με την αγαπημενη φιλη μου και να τα λεμε καθε φορα που ερχεται στην Αθηνα ( ζει στην Πατρα) , αλλα και στο τηλεφωνο τα λεμε σχεδον καθημερινα , ασε πια στο ευλογημενο f/b. Να μην ειμαστε ολο παραπονα , να ευχαριστουμε την τεχνολογια για τις δυνατοτητες που μας δινει.

  • Ασημινα
    8 Μαρτίου 2017 at 23:14

    Λενα με συγκινησες..εξαιρετικο διηγημα …α λλα και το μυνημα του εκπληκτικο..!!!!

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Μουζάκι Καρδίτσας. Γράφει από μικρό παιδί, όμως μόνο όταν ήρθε στη ζωή το δικό της παιδί ένιωσε ότι μπορεί να μοιραστεί τις λέξεις της, τις εικόνες της. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Μιλάει και γράφει άπταιστα την αγγλική και κάνει φιλότιμες προσπάθειες για την ιταλική. Σπουδάζει κλασικό πιάνο. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη