«Η υπόσχεση», ένα διήγημα της Χαριτώς Κοκκινογένη

Το υπηρεσιακό αυτοκίνητο σταμάτησε μπροστά στη πόρτα των φυλακών Κορυδαλλού.

Ο Μιχάλης βγήκε από την πόρτα του συνοδηγού και προχωρώντας προς την είσοδο των φυλακών, στράφηκε προς τον οδηγό του υπηρεσιακού αυτοκινήτου.

– Δε θ’ αργήσω.

– Εντάξει κύριε Διοικητά.

Δεν χρειάστηκε να δείξει ταυτότητα στο φρουρό, τον γνώριζε καλά, φορούσε βέβαια και τη στολή.

Κατευθύνθηκε στο γραφείο του Διευθυντή, η διαδρομή γνωστή.

Τα τελευταία 6 χρόνια πηγαινοερχόταν για τον αδελφό του τον Άγγελο, άλλες φορές μόνος του και άλλες με το δικηγόρο. Είχε καταφέρει κάποιες φορές να τον απαλλάξει  και να τον βγάλει έξω.

Αλλά σε λίγο καιρό δεχόταν πάλι τηλεφώνημα για τα κατορθώματα του αδελφού του.  Ο Άγγελος είχε συλληφθεί πάλι μαζί με άλλους αντιστασιακούς κατά τη διάρκεια επεισοδίων σε κάποια πλατεία.

Πάντα ήταν εκεί… στο αυτόφωρο να προσπαθεί να τον βοηθήσει.

Η τελευταία σύλληψη του ήταν  πριν  οκτώ μήνες, το κατηγορητήριο περιείχε απ’ όλα – κατοχή εκρηκτικών υλών, φθορές ξένης περιουσίας, συμμετοχή σε αντιστασιακή οργάνωση.

Ο Μιχάλης ήταν εξαγριωμένος μαζί του.

-Εμένα ξέχνα με. Όπως τα ‘κανες να τα λουστείς.

Το ‘πε και το ‘κανε.

***

Έφτασε στην πόρτα του Διευθυντή. Χτύπησε και μπήκε.

-Καλημέρα Ηρακλή.

-Καλώς τον, κάθισε λίγο να τα πούμε.

-Μακάρι να μπορούσα, δεν έχω καθόλου χρόνο, είμαι σκαστός απ’ το τμήμα, φώναξε τον λεβέντη μας να φύγουμε.

Ο Διευθυντής στράφηκε στο φύλακα.

-Φέρε μου τον Λάμπρου.

-Πώς πάτε Μιχάλη;

-Χαμός, στο τμήμα λιγοστέψαμε πολύ και η δουλειά δε βγαίνει με τίποτα.

-Α! Ξέχασα και να σου ευχηθώ! Χρόνια πολλά! Να είσαι γερός και δυνατός, ν’ αντέχεις.

-Ευχαριστώ πολύ, να ‘σαι καλά. Εδώ τι κάνετε;

-Ένα χάος, από το κακό στο χειρότερο.

Στην πόρτα φάνηκε ο Άγγελος, συνοδευόμενος από έναν φύλακα. Κοίταξε άγρια τον αδελφό του.

-Τι έγινε; Γιατί ήρθες;

-Όχι βέβαια για την αφεντιά σου… Ξέρεις τι μέρα είναι σήμερα;

-Δε με νοιάζει, δεν κλείνω ραντεβού.

– 8 Νοεμβρίου.

Ο ΄Αγγελος έσφιξε τις γροθιές του και μουρμούρισε μια βρισιά.

-Βάλε το μπουφάν σου και φύγαμε.

Γύρισε προς τον φύλακα.

-Φέρ’ τον στην είσοδο.

-Σίγουρα δεν θέλεις να σου δώσω έναν φρουρό; Τον ρώτησε ο Διευθυντής.

-Όχι, μη φοβάσαι, σε δυο ώρες θα είναι πίσω.

-Εγώ για σένα το είπα…

Στην είσοδο τον περίμενε ο Άγγελος.

-Προχώρα.

Ο Μιχάλης άνοιξε την πίσω πόρτα του αυτοκινήτου και σχεδόν έσπρωξε μέσα τον αδελφό του. Εκείνος κάθισε μπροστά, κάθε λίγο έριχνε μια ματιά στον καθρέφτη. Ο Άγγελος είχε κατεβασμένο το κεφάλι, ήταν ακούρευτος και αξύριστος. Είχε αλλάξει πολύ. Ευτυχώς που οι γονείς τους δεν ζούσαν πια. Μακάρι να μπορούσε να καταλάβει τις σκέψεις και τα συναισθήματά του.

Κάποτε ήταν «ένα», ο ένας χτυπούσε και πόναγε ο άλλος. Το ίδιο και με τον Ταξιάρχη. Ήταν τ’ αγαπημένα τριδυμάκια των γονιών τους, του σχολείου και όλης της γειτονιάς.  Ολόιδια στην εμφάνιση. Τους ξεγελούσαν όλους.

Η μάνα τους ταλαιπωρήθηκε να κάνει παιδί. Μετά από πολλά χρόνια, με τη βοήθεια του Θεού και των γιατρών, έκανε τα αγόρια της, τα τριδυμάκια. Τα γέννησε 8 Νοεμβρίου.

-Οι Ταξιάρχες με βοήθησαν να τα γεννήσω γερά. Το όνομά τους θα τους δώσουμε!

Έτσι κι έγινε.

Τα αγόρια ήταν ο Μιχάλης, ο Άγγελος και ο Ταξιάρχης. Γιορτή και γενέθλια την ίδια μέρα. Η ημέρα αυτή ήταν ξεχωριστή για όλη την οικογένεια, όπως ξεχωριστά και μοναδικά ένιωθαν και τα παιδιά, όχι μόνο γιατί ήταν τα μόνα τρίδυμα σε όλο το σχολείο αλλά και γιατί τα δικά τους γενέθλια τα γιόρταζαν διαφορετικά από τους φίλους τους.

Κάθε χρόνο μια τούρτα με τρία ονόματα και ένα κερί που είχε το σχήμα του   αριθμού που έδειχνε την ηλικία των παιδιών. Τα αγόρια αγκαλιασμένα από τους ώμους έσβηναν το κεράκι και οι ευχές και τα δώρα που έπαιρναν ήταν διπλά, για τα γενέθλια και τη γιορτή τους.

-Μπράβο παιδιά μου, έτσι σας θέλω, μονιασμένους και να γιορτάζετε αυτή τη μέρα   όλοι μαζί, μου το υπόσχεστε;

-Ναι, ναι! Απαντούσαν στον πατέρα τους και έτρεχαν να ανοίξουν τα δώρα και να παίξουν με τους φίλους τους.

Όσο ζούσαν οι γονείς τους, προσπαθούσαν και οι τρεις να μη λείπουν αυτή τη μέρα από το σπίτι. Δεν ήθελαν να τους στερούν τη χαρά. Όχι ότι κι εκείνοι δεν το διασκέδαζαν… Όπου κι αν ήταν, φρόντιζαν 8 Νοεμβρίου να είναι εκεί, να σβήσουν το κερί στην τούρτα με τα τρία ονόματα.

***

Το υπηρεσιακό αυτοκίνητο προχωρούσε τώρα στη λεωφόρο Συγγρού. Μέσα   απόλυτη ησυχία και παγωμάρα. Κάποια στιγμή ο Μιχάλης έκανε ένα νεύμα στον οδηγό     και εκείνος σταμάτησε. Βγήκε και μπήκε μέσα σε ένα ζαχαροπλαστείο. Σε λίγο βγήκε κρατώντας ένα μεγάλο κουτί. Συνέχισαν την πορεία τους. Σε μερικά λεπτά ξανασταμάτησαν. Ο Μιχάλης γύρισε προς τον αστυνομικό.

-Πήγαινε να πιεις ένα καφέ και θα σε πάρω όταν τελειώσουμε.

-Εντάξει κύριε Διοικητά.

Βγήκε και άνοιξε την πίσω πόρτα. Ο Άγγελος βγήκε με σκυμμένο το κεφάλι. Μπροστά τους ήταν ένα τεράστιο πολύχρωμο κτίριο. Στην κορυφή του είχε μια φωτεινή επιγραφή: ΚΕΝΤΡΟ ΑΠΟΚΑΤΑΤΑΣΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΘΕΡΑΠΕΙΑΣ «ΘΗΣΕΑΣ».

Ο Άγγελος τάχυνε το βήμα του και μπήκε στην είσοδο του κτιρίου. Κάτι είπε στη γραμματεία και ανέβηκε τη σκάλα τρέχοντας. Διέσχισε το διάδρομο του πρώτου ορόφου και σταμάτησε μπροστά στην τελευταία πόρτα δεξιά. Έσπρωξε και μπήκε.

Στη μέση του δωματίου ένα κρεβάτι και πάνω του ξαπλωμένος ο Ταξιάρχης. Στη γωνία του τραπεζιού ήταν μια ασημένια κορνίζα με μια φωτογραφία. Ο Ταξιάρχης   γελαστός καμάρωνε όρθιος πάνω στη σταματημένη ολοκαίνουργια μηχανή και το   κράνος περασμένο στο τιμόνι. Λίγες μέρες πριν το ατύχημα. Πριν καρφωθεί πάνω   στην παράνομα τοποθετημένη διαφημιστική πινακίδα, στην οδό Κηφισίας.

-Γεια σου μεγάλε! Χρόνια πολλά!

Πλησίασε κοντά του, τον αγκάλιασε και τον φίλησε.

-Μια χαρά σε βλέπω, άντε και του χρόνου τέτοια μέρα θα κυνηγάμε γκόμενες.

Ο Ταξιάρχης χαμογέλασε. Προσπάθησε να σηκώσει το χέρι του να πιάσει τον αδελφό του αλλά δεν τα κατάφερε.

-Είδες; Τα καταφέραμε πάλι, θα γιορτάσουμε όλοι μαζί.

Ο Μιχάλης ακούμπησε το κουτί στο τραπέζι. Γύρισε και κοίταξε τον Άγγελο. Το πρόσωπο του ήρεμο και χαμογελαστό και η φωνή του χαρούμενη και προστατευτική. Άλλος άνθρωπος, ο αδελφός του ο Άγγελος. Πλησίασε τον Ταξιάρχη, έσκυψε και τον φίλησε.

-Χρόνια μας πολλά και του χρόνου να γιορτάσουμε σπίτι μας! Σε βλέπω καλύτερα σήμερα!

Ο Μιχάλης και ο Άγγελος, χωρίς να μιλήσουν, σήκωσαν τον Ταξιάρχη στα χέρια και τον έβαλαν στην αναπηρική καρέκλα που ήταν δίπλα στο κρεβάτι. Ο Άγγελος έσπρωξε την καρέκλα κοντά στο τραπέζι. Ο Μιχάλης άνοιξε το κουτί και έβγαλε την τούρτα με τα τρία ονόματα. Μετά έβαλε το κερί που έγραφε 34 και το άναψε.

Τ’ αδέλφια ήξεραν τους ρόλους τους. Χαμήλωσαν στο ύψος του Ταξιάρχη και τον αγκάλιασαν από τους ώμους. Τα μάτια του Ταξιάρχη βούρκωσαν. Ο Μιχάλης το πρόσεξε. Δεν ήθελε να βαρύνει άλλο η ατμόσφαιρα.

-Άντε παιδιά! Φώναξε γελώντας. Όλοι μαζί με το τρία!

Ένα, δύο, τρία…

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Μουζάκι Καρδίτσας. Γράφει από μικρό παιδί, όμως μόνο όταν ήρθε στη ζωή το δικό της παιδί ένιωσε ότι μπορεί να μοιραστεί τις λέξεις της, τις εικόνες της. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Μιλάει και γράφει άπταιστα την αγγλική και κάνει φιλότιμες προσπάθειες για την ιταλική. Σπουδάζει κλασικό πιάνο. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη