«Η υπόσχεση», ένα διήγημα της Γεωργίας Κοκκινάκη για τη λογοτεχνική δράση «Λόγω Γραφής – Ιαπωνική Βεντάλια»

Ο ήλιος είχε αρχίσει να κάνει την εμφάνισή του πίσω από τα ψηλά κτίρια της Ναγκόγια. Ο Μινόρου κοίταξε το πρόσωπό του στον καθρέπτη. Δεν του άρεσε καθόλου αυτό που έβλεπε και έκανε μια γκριμάτσα. Έσκυψε πάλι και συνέχισε με μανία να ξεπλένει τα χέρια του. Το νερό ήταν καυτό αλλά δεν τον ένοιαζε… «Πού να πάρει…» ψιθύρισε. Έβαλε κι άλλο σαπούνι στα χέρια του και συνέχισε…

Η Ναγκόγια είναι μια μεγάλη πόλη. Ίσως και η τέταρτη μεγαλύτερη στην Ιαπωνία. Μια πόλη  με  περισσότερους από δύο  εκατομμύρια κατοίκους και ένα σημαντικό βιομηχανικό κέντρο. Σε μία μεγάλη βιομηχανία δούλευε ο Μινόρου.  Η ζωή του ήταν δουλειά σπίτι και σπίτι δουλειά. Ρουτίνα. Ρουτίνα που δεν την άλλαζε με τίποτα! Σχεδόν με τίποτα…  Έσπαζε τη ρουτίνα του με κρυφές επισκέψεις στο σπίτι της Νομπούκο…. Η Νομπούκο ήταν μια όμορφη χήρα που τον περίμενε. Τον περίμενε με κλειστά τα φώτα να μπει στο σπίτι της. Εκείνος, πάντα προσεχτικός, έψαχνε το κλειδί κάτω από τη γλάστρα στην πίσω αυλή και άνοιγε τη μικρή ξεχαρβαλωμένη πόρτα.

Ο Μινόρου ένιωθε τυχερός! Είχε συναντήσει τυχαία τη Νομπούκο σε μία αγορά λαχανικών και έπιασαν τη συζήτηση πάνω από τον πάγκο της με τα λιγοστά λαχανικά από τον μικρό μπαξέ της. Κατάλαβε αμέσως τις προθέσεις της από τα μισόλογα της και τον τρόπο που ολοένα περνούσε το χέρι της μέσα στο πουκάμισό της και χάιδευε τη σάρκα της πάνω στο πλούσιο στήθος της. Ήταν τυχερός που ως σαραντάρης έκανε έστω και περιστασιακά σεξ με αυτή τη γυναίκα…

«Σχεδόν ένας στους δέκα ετεροφυλόφιλους σαραντάρηδες, δεν έχει κάνει ακόμη σεξ σε αυτή την ηλικία. Είναι δε, τόσο έντονο ώστε τα ιαπωνικά μίντια έχουν επινοήσει έναν όρο για να το περιγράφουν: Sekkusu shinai shōkōgun, κοινώς «σύνδρομο αγαμίας» το αποκαλούν για να περιγράψουν τους Ιάπωνες ενήλικους που είναι παρθένοι ή έχουν χάσει το ενδιαφέρον τους για σεξουαλική επαφή» διάβασε σε μια εφημερίδα.

Ο Μινόρου δεν είχε φίλους. Προτιμούσε τη μοναξιά. Δεν ήθελε κουβέντες και πάρε δώσε με τους συναδέλφους του. Ένα καλημέρα ήταν αρκετό. Φεύγοντας από τη δουλειά φρόντιζε να περνά απαρατήρητος. Κρατούσε τους ανθρώπους σε απόσταση. Δεν του άρεσε να περνά ή να περπατά σε πολυσύχναστους δρόμους… Δεν του άρεσαν οι φωνές… Δεν έμπλεξε ποτέ σε καβγά. Μισούσε τους καβγάδες. Δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει συγκρούσεις… Απέφευγε τα βέλη του κόσμου… Οι δυνατοί θόρυβοι ήταν ο εφιάλτης του. Πυροδοτούσαν άσχημες μνήμες και άγρια ένστικτα… Έτρεχε τότε να χαθεί στα σοκάκια ανάμεσα σε αγνώστους.

Κρατούσε το βλέμμα πάντα χαμηλά. Απέφευγε τα βλέμματα των γύρω του. Τον έκαιγαν. Τον έκαιγαν στο μυαλό και στην ψυχή. Ήταν όμορφος. Σιχαινόταν τα κομπλιμέντα από τη μικρή του ηλικία. Όμορφος… εξωτερικά. Κανένας δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ να ψάξει μέσα του. Ήταν άραγε όμορφος και μέσα του; Δεν ένιωσε ποτέ πως είναι κάποιος σπουδαίος. Ποτέ κάποιος δεν του είπε πως είναι σπουδαίος. Δεν ήταν σπουδαίος για το δάσκαλό του, για το αφεντικό του… Δεν ήταν σπουδαίος ούτε για την ίδια του τη μητέρα… Το ήξερε πως δεν ήταν. Απολογούταν για αυτό συχνά στον εαυτό του μπροστά στον καθρέπτη στο χολ του σπιτιού του. Η αναποφασιστικότητά του έκρυβε ίσως ένα βαθύ φόβο μη τυχόν τσαλακωθεί… στα μάτια των άλλων.

Μόνο τη Νομπούκο δε φοβόταν… Ήξερε πως αυτή τους η… σχέση, δε σήμαινε τίποτα και για τους δύο. Η απόρριψη της αγάπης μπορεί να είναι θλιβερή, αλλά για κείνον ήταν αναγκαίο κακό.  Έβλεπε  την αγάπη ως προσωρινή. Τόσο, όσο κρατούσε η πράξη πάνω στα φθαρμένα αλλά μοσχομυριστά σεντόνια στην παλιά κρεβατοκάμαρα. Φοβόταν να  διαχειριστεί την αγάπη… Δεν ήθελε να προσκολλάται σε κανέναν. Της μιλούσε όμως γλυκά. Της υποσχόταν πράγματα… αρνούνταν να πει την αλήθεια από φόβο μήπως την πληγώσει. Μήπως πληγωθεί ο ίδιος. Η ανάγκη για παρακάλια με κάθε κόστος, τον έκανε πολλές φορές σκληρό απέναντί της. Άλλαζε. Γινόταν ξαφνικά κάποιος άλλος. Εκείνη το ήξερε και το επιδίωκε. Τη χτυπούσε… Εκείνη τον παρακαλούσε. Τον ικέτευε! Ένιωθε σπουδαίος! Ήταν τελικά σπουδαίος…

Δε θέλησε ποτέ να ζητήσει κάποιου είδους βοήθεια. Δεν υπήρχε λόγος άλλωστε. Ήξερε ακριβώς τι έκανε. Ήξερε ακριβώς τι θα έκανε. Φυσικά και ήξερε ακριβώς τι έπρεπε να κάνει… Το κρατούσε κρυφά μέσα του. Κρατούσε το σχέδιό του καλά κρυμμένο μέσα του. Κάθε βράδυ μελετούσε το σχέδιό του με μεγάλη προσοχή. Προγραμμάτιζε την κάθε του κίνηση βήμα προς βήμα. Συχνά άκουγε μια φωνή στο πίσω μέρος του κεφαλιού του να τού λέει ότι δεν είναι αρκετά καλό. Μια φωνή που τον κορόιδευε… Χτυπούσε με τα χέρια του το κεφάλι. Η φωνή δεν έφευγε. Χτυπούσε το κεφάλι τότε πιο δυνατά. Τίποτα! Χειρότερα… Και τότε άκουγε τη φωνή να του ψιθυρίζει σχεδόν τραγουδιστά: «Τρέχω να κρυφτώ! Δεν ξέρω που να πάω. Κλείνω τα μάτια. Μετράω ως το δέκα… Ο μπαμπάς είναι εδώ!»

Έπιανε τότε το κεφάλι με τα χέρια του, το περνούσε μες στα γόνατά του και άρχιζε να κουνιέται μπρος πίσω, μπρος πίσω ώσπου η κούραση τον έριχνε σε έναν βαθύ ύπνο. Μόνο όταν  έχουμε χάσει τα πάντα, είμαστε ικανοί να κάνουμε τα πάντα. Ο Μινόρου είχε χάσει τα πάντα πριν πολλά χρόνια. Ήταν  έτοιμος να κάνει τα πάντα.

Στη Ναγκόγια, έδρα μεγάλης αυτοκινητοβιομηχανίας, το εβδομήντα τις εκατό  της κυκλοφορίας γίνεται με το αυτοκίνητο, σε αντίθεση με το τριάντα τις εκατό στην υπόλοιπη Ιαπωνία. Η Ναγκόγια διαθέτει και μετρό με έξι γραμμές. Ο Μινόρου χρησιμοποιούσε το μετρό για να φτάνει στο σταθμό του «Τρένου Σφαίρα». Το πιο γρήγορο τρένο στη Χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου που συνδυάζει ταχύτητα, συνέπεια, άνεση και εξυπηρέτηση. Σινκανσέν, έτσι το λένε.  Χρησιμοποιούσε το δρομολόγιο NAGOYA – HIGASHIKAIMON. Το χρησιμοποιούσε πάντα Κυριακή. Πρώτη Κυριακή κάθε μήνα. Μια απόσταση μεγάλη. Με το τρένο την έκανε μόλις σε 6 ώρες και 44 λεπτά.  Το κόστος ήταν αρκετό για την τσέπη του… Περίπου διακόσια είκοσι ευρώ για αυτή τη διαδρομή. Τη Δευτέρα δεν πήγαινε φυσικά στη δουλειά. Έμενε στο σπίτι και σχεδίαζε πάνω σε χάρτη τη διαδρομή ξανά και ξανά σημειώνοντας στο χαρτί με κουκκίδες τις αλλαγές στα βαγόνια, τις θέσεις σε κάθε βαγόνι… Κόλλαγε έπειτα αυτοκόλλητα χαρτάκια με παρατηρήσεις κάθε είδους… άλλες με νόημα και άλλες καρικατούρες που μόνο εκείνος καταλάβαινε. Ήταν ο μυστικός του κώδικας. Ένας κώδικας γεμάτος σύμβολα, γράμματα, πόνο, απελπισία…

Έξι ώρες για να φτάσει στο προορισμό του. Να φτάσει στην Καγκοσίμα. Ναι! Με το τρένο έφτανε γρήγορα στο νοτιοδυτικό άκρο της νήσου Κιούσου. Πόλη με το προσωνύμιο «Νάπολη της Ανατολής» εξαιτίας της θέσης της στη καλδέρα Άιρα, το ζεστό κλίμα και το εντυπωσιακό στρωματοηφαίστειο Σακουρατζίμα. Με το τραμ διέσχιζε τις εμπορικές συνοικίες και πάντα επισκεπτόταν ένα συγκεκριμένο εστιατόριο με αρκετές τοπικές σπεσιαλιτέ της κουζίνας της επαρχίας Σατσούμα, όπως το kibi, το tonkatsu (καπνιστό χοιρινό) και το karukan (γλυκό από ρύζι και γιαμ). Το γλυκό ήταν και το αγαπημένο του. Είναι φοβερό πως οι γεύσεις, οι εικόνες, οι μυρουδιές συνδέονται με αναμνήσεις. Κάθε φορά που γευόταν μια κουταλιά από το γλυκό, αισθανόταν  το απαλό άγγιγμα της μητέρας του. Αισθανόταν τα δάχτυλά της να χτενίζουν τα μαλλιά του πριν τον αποχαιρετήσει για το σχολείο. Μύριζε την κολόνια της. Μια φθηνή κολόνια που δε θα έπρεπε να την φέρνει στο μυαλό του… Η κολόνια γινόταν βαριά, απαίσια. Η απαίσια μυρουδιά του αλκοόλ. Άκουγε το γέλιο της… Το γέλιο τότε γινόταν μαστίγιο στα αυτιά του, του έσκιζε τη σάρκα και το αίμα λέρωνε τα ρούχα του. Ντρεπόταν τότε να πάει στο σχολείο. Έμενε κλεισμένος για μέρες στην αποθήκη, νηστικός, δίπλα στο μικρό άνοιγμα στον τοίχο και από κει κοίταζε τον ουρανό. Είχε γράψει στον τοίχο, με τα λεπτά του χεράκια, ένα  τάνκα να τον συντροφεύει στη μοναξιά του:

Σε μια κρυψώνα

χρόνια περνάνε αργά

ένα προς ένα.

Υπόσχεση ο ήλιος

αθέτησε να δώσει.

Νηστικός από τροφή, νηστικός και από αγάπη. Δεν ένιωσε πόνο στην κηδεία της. Όλοι κοιτούσαν τον μικρό Μινόρου να στέκεται σε μια γωνιά μακριά από το πλήθος και να κοιτά το χορτάρι. Η απόγνωση που ένιωθε εκείνο το παιδί ήταν φυσιολογική. Φυσιολογική, για όσους δεν καταλαβαίνουν την αιτία του κακού. Ο Μινόρου δεν ήξερε και δεν έβλεπε καμιά διέξοδο. Ίσως μια διέξοδος να του έδινε την ώθηση να αγωνιστεί… Μάταια…  Δεν έκλαψε στην κηδεία. Δεν έκλαψε ποτέ για τη μητέρα του. Δεν ένιωσε ποτέ την ανάγκη να κλάψει για κείνη ακόμα και όταν την έφερνε στη μνήμη του. Ακόμα και όταν έτρωγε αυτό το αναθεματισμένο γλυκό που ενώ τον βασάνιζε εκείνος το αποζητούσε.  Ο Μινόρου ήξερε την αιτία του κακού. Μάλιστα ήξερε και την αιτία και το κακό. Αυτά τα δύο τον έφερναν ως εδώ στην Καγκοσίμα. Στην Καγκοσίμα που κάποτε γεννήθηκε… Στην Καγκοσίμα που κάποτε έθαψε τη μητέρα του και μαζί με αυτή έθαψε την ψυχή του.

Πάλεψε. Πάλεψε πολύ στη ζωή του. Πόνεσε πολύ. Μα κατάφερε να ξεφύγει από ‘κει. Δε δέχτηκε ποτέ να μείνει πίσω. Η παρουσία του πατριού του στο δικό τους σπίτι… Εκείνος έμαθε στη μητέρα του να πίνει. Εκείνος την έβριζε και της μιλούσε άσχημα. Της συμπεριφερόταν σαν ένα σκουπίδι. Τη  χτυπούσε. Χτυπούσε τη μητέρα του. Χτυπούσε και τον ίδιο. «Μινόρου είσαι πολύ κακό παιδί. Ξέρεις τι κάνω εγώ στα κακά παιδιά;»… Δεν ήθελε να θυμάται τι έκανε εκείνο το… τέρας πάνω του. Είχε πραγματικά κακή συμπεριφορά ο Μινόρου. Ήταν ένα μικρό παιδί που αισθανόταν ότι δεν τον καταλάβαιναν, δεν τον αγαπούσαν. Μάθαινε μόνο. Μάθαινε από αυτά που βίωνε. Μάθαινε μέσα από βρισιές, τιμωρίες και ξύλο τι πάει να πει σωστή συμπεριφορά…  Τότε ήταν που άκουγε εκείνο το τραγουδάκι που τον στοίχειωσε σε όλη του τη ζωή… Το άκουγε όταν η μητέρα πήγαινε να πουλήσει το κορμί της σε αγνώστους για ένα μπουκάλι ποτό… Το άκουγε όταν εκείνη κοιμόταν μεθυσμένη και κείνος έτρεχε να κρυφτεί μακριά από τον πατριό του…

Τον είχε αναζητήσει πριν από δύο χρόνια. Ζούσε ακόμη στην ίδια πόλη στο ίδιο σπίτι. Ζούσε ακόμη αυτό το απόβρασμα, αυτό το ρεμάλι. Εξαιτίας του αποδέχθηκε να ζει στη μετριότητα. Εξαιτίας του σταμάτησε να ελπίζει και να ονειρεύεται. Κι όμως… Μετά την απόρριψη, τον πόνο και την απελπισία, αισθάνθηκε να μεγαλώνει μέσα του η θέληση για ζωή και έδωσε μια υπόσχεση… Η υπόσχεση που έδωσε πριν δύο χρόνια στον εαυτό του. Δεν μπορούσε πια να ζει με εφιάλτες… Την υπόσχεση την έδωσε την ώρα που τον είδε αγκαλιά με μια φθηνή πόρνη να πίνει στα σκαλοπάτια του σπιτιού του. Ένα έντονο αρνητικό συναίσθημα τον κατέβαλε για άλλη μία φορά. Προσπάθησε να το ελέγξει. Τα κατάφερε. Τα κατάφερε προς στιγμήν. Δεν ήξερε και ούτε μπορούσε να φανταστεί πού θα τον οδηγούσε… Το μίσος ελλόχευε, ο πόνος καραδοκούσε και το μυαλό, υποταγμένο στην υπόσχεση, του έδωσε όρκους ικανοποίησης. Υπέφερε. Από παιδί υπέφερε… ζητούσε βοήθεια χωρίς να μιλά. Φώναζε χωρίς να μπορεί να τον ακούσει κανένας.

Έγινε η σκιά του πατριού του. Παρακολούθησε τις κινήσεις του. Έμαθε τα στέκια του. Επέστρεψε στον τόπο του μία φορά για να τον βρει. Ξαναπήγε αρκετές φορές για να μάθει και να ακολουθήσει τα βήματά του. Πήγαινε την πρώτη Κυριακή κάθε μήνα. Τη Δευτέρα πήγαινε στο σταθμό του τρένου και διάλεγε να καθίσει στο ίδιο βαγόνι με εκείνον. Στο ίδιο βαγόνι κάποιες θέσεις πιο πίσω παρατηρώντας τα πάντα γύρω του. Άρχισε να κρατά σημειώσεις. Του είχε γίνει εμμονή η διαδρομή αυτή. Ήξερε ακριβώς τις ώρες επιβίβασης και όλα τα δρομολόγια. Είχε μάθει να αναγνωρίζει ως σημάδια τα σπίτια και τα δέντρα πριν τη στάση που κατέβαινε. Κατέβαινε και αυτός μαζί του. Έμαθε πού δουλεύει. Ξανάμπαινε έπειτα στο επόμενο τρένο και επέστρεφε στο μικρό του διαμέρισμα. Ως το βράδυ, σχεδίαζε. Σχεδίαζε, υπολόγιζε, περίμενε… Τότε ήταν που ερχόταν μαζί με την κούραση η… φωνή. Η φωνή που τον κορόιδευε, τον ταπείνωνε. Η φωνή που του τραγουδούσε το… Όχι! Δεν άντεχε το μαρτύριο της φωνής… Όχι! Δεν τo άντεχε! Έκλεινε για άλλη μια φορά τα αυτιά του με τα χέρια του. Μάταια… Η φωνή τον έβρισκε…  Δεν ήξερε πώς να της κρυφτεί.

Πάντα τον έβρισκε η φωνή. Έκλεινε και τα μάτια. Έφτιαχνε το δικό του φανταστικό σκοτάδι. Μες στο σκοτάδι του εκλιπαρούσε σιωπηλά την τύχη του να τον βοηθήσει μα και αυτή τον είχε απαρνηθεί… Η φωνή τον έβρισκε πάντα. Στην αρχή τον καλόπιανε, τον σαγήνευε σαν Σειρήνα. Αυτό το αρπαχτικό πουλί τον έβρισκε και τον άρπαζε. Τα νύχια του τού κατασπάραζαν τη σάρκα, ενώ ταυτόχρονα του έκλεβαν τη ζωή από μέσα του. Όσο εκείνος φώναζε από τον πόνο, τόσο αυτό ικανοποιούσε τις  ορέξεις του πάνω στο παιδικό κορμάκι του.

Ξημέρωσε Κυριακή. Πρώτη Κυριακή του μήνα. Τακτοποίησε το πουκάμισό του μέσα στο παντελόνι του. Χτένισε τα μαλλιά του και φόρεσε την καμπαρντίνα του. Έλεγξε για άλλη μια φορά την εσωτερική τσέπη της. Το εισιτήριο ήταν εκεί. Έκλεισε την πόρτα πίσω του και κατέβηκε τη σκάλα προς την έξοδο. Δεν άργησε να φτάσει στο μετρό και να κατεβεί στην πλατφόρμα από όπου περνούσε το μετρό με κατεύθυνση το σταθμό των τρένων.  Είχε φτάσει μισή ώρα νωρίτερα και στήθηκε στην ουρά για να τσεκάρει ηλεκτρονικά το εισιτήριό του. Η μπάρα άνοιξε και σύντομα βρέθηκε να κάθεται σε μία από τις αναπαυτικές θέσεις του τρένου. Ο χρόνος πέρασε σύντομα. Κατέβηκε στον προορισμό του. Στο ξενοδοχείο τον χαιρέτησε εγκάρδια ο άντρας στη ρεσεψιόν και μη περιμένοντας ανταπόδοση έτεινε το χέρι του προς το μέρος του κρατώντας το κλειδί του δωματίου του. Διάλεγε πάντα το ίδιο δωμάτιο. Ζητούσε πάντα τον ίδιο αριθμό… Δεν του άρεσαν οι αλλαγές…

Πέρασε τη μέρα του βγαίνοντας ελάχιστα  από το δωμάτιό του. Κρατούσε συνεχώς το σημειωματάριο στα χέρια του και ανοιγόκλεινε κάθε τόσο το διπλωμένο χάρτη που είχε αφήσει δίπλα του πάνω στο κρεβάτι. Παρακαλούσε να μην έρθει το βράδυ… Φοβόταν… Κάθισε ξάγρυπνος. Η φωνή δεν κατάφερε να τον αγγίξει… Ξημέρωσε. Μάζεψε τα πράγματά του και κατέβηκε στη ρεσεψιόν. Πλήρωσε με μετρητά και έφυγε. Κατευθύνθηκε προς το σταθμό.  Φτάνοντας, κάθισε σε ένα παγκάκι και περίμενε το τρένο. Ξαφνικά τον είδε. Ντυμένος με φθαρμένα και τσαλακωμένα ρούχα περίμενε και εκείνος το τρένο. Το τρένο έφτασε και η πόρτα άνοιξε. Μπήκαν και οι δύο στο ίδιο βαγόνι αλλά από διαφορετικές πόρτες. Ο Μινόρου διάλεξε να καθίσει δύο θέσεις πίσω από εκείνον. Στο βαγόνι δεν υπήρχε πολύ κόσμος. Σε μια θέση μπροστά τους καθόταν μια νεαρή κοπέλα που φορούσε τα ακουστικά της και έπαιζε με το κινητό της. Πίσω τους καθόταν ένας καλοντυμένος κύριος και απέναντι ένα ηλικιωμένο ζευγάρι.

Η καρδιά του Μινόρου άρχισε να χτυπά δυνατά. Ένιωσε την πίεση στις φλέβες του και ιδρώτας άρχισε να τρέχει στο μέτωπό του. Η ζωή του άρχισε να περνά μέσα από τα μάτια του τόσο γρήγορα σαν να συναγωνιζόταν την ταχύτητα  του τρένου… Ένιωσε παράξενα. Ένιωσε δυνατός. Η απελπισία του έδωσε φτερά και ο πόνος τον έκανε να αισθάνεται σπουδαίος. Η υπόσχεση τού άρπαξε το χέρι. Έβαλε στην παλάμη του τη λύτρωση. Τη λύτρωση και την ελπίδα. Την ελπίδα να ελευθερωθεί από τους εφιάλτες του. Τους εφιάλτες του και τη… φωνή.

Ουρλιαχτά ακούστηκαν στο βαγόνι. Οι επιβάτες έτρεξαν αλαφιασμένοι να βγουν από το βαγόνι, να βρεθούν σε κάποιο διπλανό. Το τρένο φρενάρισε απότομα και σε λίγο οι πόρτες άνοιξαν. Οι αστυνομικοί όρμησαν μέσα στο βαγόνι. Ένας αστυνομικός βρήκε ένα πτώμα κατακρεουργημένο από απανωτές μαχαιριές. Ένας άλλος στεκόταν και παρατηρούσε έναν όμορφο κύριο, βουτηγμένο στο αίμα και καθισμένο με τα πόδια γονατιστά πάνω στην καρέκλα να κουνιέται μπρος-πίσω, μπρος-πίσω και να τραγουδά: «Τρέχω να κρυφτώ! Δεν ξέρω πού να πάω. Κλείνω τα μάτια. Μετράω ως το δέκα… Ο δράκος είναι εδώ!»


Μάθετε περισσότερα για τη λογοτεχνική μας δράση εδώ: «Λόγω Γραφής – Ιαπωνική Βεντάλια»

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Μουζάκι Καρδίτσας. Γράφει από μικρό παιδί, όμως μόνο όταν ήρθε στη ζωή το δικό της παιδί ένιωσε ότι μπορεί να μοιραστεί τις λέξεις της, τις εικόνες της. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Μιλάει και γράφει άπταιστα την αγγλική και κάνει φιλότιμες προσπάθειες για την ιταλική. Σπουδάζει κλασικό πιάνο. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music