«Η  σωτηρία», ένα διήγημα της Ανδρομάχης Κοκόση για τη λογοτεχνική δράση «Λόγω Γραφής – Ιαπωνική Βεντάλια»

Ο Jean-Pierre κατέβηκε τρέχοντας τις σκάλες, κοιτώντας δεξιά και αριστερά με ανησυχία. Μα, μόλις πάτησε το πόδι του στην αποβάθρα και είδε τους ελεγκτές να στέκουν έξω από το shinkansen [1], το τρένο σφαίρα,  πάγωσε. Έκλεισε τα μάτια του.

«Ηρέμησε, δεν σε ξέρει κανείς, δεν σε ψάχνει κανείς… Πάρε ανάσα, μην τραβάς την προσοχή… Λίγο έμεινε….» είπε στον εαυτό του και προχώρησε προς το μέρος τους με το εισιτήριο στο χέρι. Πέρασε απευθείας τον έλεγχο και επιβιβάστηκε. Βρήκε σχετικά γρήγορα τη θέση του και έκατσε ευχαριστημένος που ήταν στον διάδρομο και όχι σφηνωμένος δίπλα στο παράθυρο.

“Τα κατάφερες, σώθηκες! Σε λίγες ώρες θα είσαι Τόκυο και αμέσως μετά έφυγες για το σπίτι σου. Αν τυχόν σε ενοχλήσουν, ξέρεις τι θα τους πεις” σκέφτηκε και ένα χαμόγελο ανακούφισης σχηματίστηκε στα χείλη του.

Βολεύτηκε καλύτερα στη θέση του και βάλθηκε να κοιτάζει τους συνταξιδιώτες του. Άρχισε από τις δυο διπλανές του θέσεις, ένας μεσήλικας με έναν πιτσιρικά, πάνω-κάτω στα δέκα, που διάβαζε προσηλωμένος ένα βιβλίο με δαιμόνια πνεύματα της Άπω Ανατολής. Εντύπωση του έκαναν τα τρομακτικά σκίτσα που κοσμούσαν το βιβλίο και το ότι ο πιτσιρικάς δεν έδειχνε να φοβάται. Ανατρίχιασε.

Γύρισε το βλέμμα του σε μια παρέα τουριστών που έβγαζαν όρθιοι τις τελευταίες τους φωτογραφίες από το Αομόρι [2] και μίλαγαν δυνατά, ενώ οι συνοδοί τους έκαναν νοήματα να καθίσουν γιατί σε λίγο θα ξεκινούσαν. Οι Γιαπωνέζοι επιβάτες ήταν λιγοστοί. Κάθονταν σιωπηλοί, ο ένας δίπλα στον άλλον και περίμεναν να ξεκινήσει το ταξίδι, σκυφτοί, με τα κινητά και τα laptop τους ανοιχτά. Μία φιγούρα του τράβηξε την προσοχή. Ήταν γυναίκα, μόνη, καθόταν διαγωνίως μπροστά του, στην εξωτερική θέση και αυτή προς τον διάδρομο και φαινόταν να έχει καρφώσει το βλέμμα της μπροστά. Το μόνο βέβαια που μπορούσε να δει ο Jean-Pierre, ήταν τα πλούσια, μακριά, κατάμαυρα μαλλιά της. Αλλά, έτσι την φαντάστηκε, να κοιτάει μπροστά. Του θύμισε εκείνη…

Το τρένο ξεκίνησε και εκείνος έσκυψε το κεφάλι και έκλεισε τα μάτια του, μήπως και έτσι διώξει την εικόνα της. Τα μαλλιά της, τα μάτια της, τα χείλη της. Σαν να την έβλεπε μπροστά του ξανά, με τον χάρτη του Παρισιού στα χέρια της, να τον κοιτάει με απορία, δηλώνοντας σε σπαστά Αγγλικά, πως δεν κατάλαβε τις οδηγίες του για να πάει στο ξενοδοχείο της. Εκείνος της χαμογέλασε, πως θα μπορούσε να κάνει και αλλιώς; Τον είχε συνεπάρει η αθωότητα που έβγαζαν τα μάτια της. Της πρότεινε να τη συνοδεύσει και εκείνη γέλασε ντροπαλά, καλύπτοντας το στόμα της με το αριστερό χέρι. Η κίνησή της αυτή, με το χαμηλωμένο βλέμμα και τη χάρη που έγινε, τον μάγεψε. Την ερωτεύτηκε εκείνη ακριβώς τη στιγμή. Τη λάτρεψε λίγες μέρες αργότερα…

Η Akemi, θα έμενε στο Παρίσι για δέκα μέρες. Δέκα μέρες που τις πέρασαν μαζί. Και τις νύχτες. Πήρε άδεια από τη δουλειά του, ώστε να μπορεί να είναι μαζί της συνεχώς. Ήξερε πως σε λίγες μέρες θα ερχόταν και η φίλη της, αλλά αυτό δεν ήθελε να το σκέφτεται. Αυτό που ήθελε ήταν να της γνωρίσει το Παρίσι μακριά από τα τετριμμένα, τουριστικά μέρη που προτείνουν οι ταξιδιωτικοί οδηγοί. Εκείνα, θα μπορούσε να τα δει η ίδια αργότερα με την φίλη της. Αυτό που προείχε τώρα, ήταν να είναι μαζί της.

Δεν μπορούσε να τραβήξει τα μάτια του από πάνω της. Ρούφαγε τις αντιδράσεις της, έλυνε τις απορίες της, λάτρευε να τη βλέπει να απολαμβάνει τις νέες γεύσεις. Όταν εκείνη, στο τέλος της ημέρας, ήθελε να δει ακόμα κάτι άλλο και τον τράβαγε παιχνιδιάρικα από το χέρι, εκείνος χαμογελούσε και αφηνόταν να τον παρασύρει η ζωντάνια της. Όταν εκείνος την τράβαγε στην αγκαλιά του, εκείνη ακούμπαγε διακριτικά το κεφάλι της στον ώμο του και αφηνόταν στο χάδι του. Δεν της άρεσαν οι διαχυτικότητες στο δρόμο, κάτι πολύ έντονο στην κουλτούρα της πατρίδας της, αλλά όταν ήταν κάπου οι δυο τους, εκείνη μεταμορφωνόταν. Οι κινήσεις της, τα χάδια της, το βλέμμα της που ήταν καρφωμένο επάνω του, τα ανεπαίσθητα βογκητά της, το κορμί της που κινιόταν σε αργούς, έντονα ερωτικούς ρυθμούς, τον σημάδεψαν.

Επιτέλους στα τριάντα του είχε βρει τη γυναίκα που έψαχνε. Η Akemi ήταν πολύ ξεχωριστή και πολύ διαφορετική από όσες είχε γνωρίσει στη ζωή του. Οι περισσότερες ήταν μονοκόμματες, στημένες, βαθιά εστιασμένες στις καριέρες τους, με κοινότυπα ενδιαφέροντα ή και παντελώς αδιάφορα. Η Akemi από την άλλη, έδειχνε να είναι μια γυναίκα συγκροτημένη παρά τα είκοσι τέσσερά της χρόνια, με απύθμενη περιέργεια για τα πάντα, με γούστο και αισθητική που θα ζήλευαν οι πρωτεργάτες του στιλ και ένα γέλιο, που παρόλο  επέμενε να το κρύβει, απέπνεε χαρά. Η Akemi ήταν ακριβώς αυτό που σήμαινε το όνομα της: φωτεινή ομορφιά.  Άρχισε να κάνει όνειρα για μια ζωή μαζί της. Δεν θα άφηνε κανέναν και τίποτα να μπει ανάμεσά τους.

Όταν ήρθε η φίλη της και αναγκαστικά η Akemi πέρναγε αρκετές ώρες μαζί της, εκείνος αγρίεψε μα προσπαθούσε να μην το δείχνει. Οι ώρες μακριά της ήταν ένα μαρτύριο γι’ αυτόν. Καθόταν στο κρεβάτι του, κοιτώντας το ταβάνι, μέχρι την ώρα που εμφανιζόταν εκείνη. Τότε ξεκίναγε η μέρα του, ή μάλλον καλύτερα, η νύχτα του, τότε ξεκίναγε η ζωή του. Δεν της έλεγε τίποτα, δεν τον ένοιαζε τίποτα. Ήταν εκεί, μαζί του και αυτό ήταν ευτυχία.

Θα περίμενε κανείς πως η επιστροφή της Akemi στην πατρίδα της, θα σήμαινε το τέλος αυτής της σχέσης, αλλά και του Jean-Pierre. Η καθημερινή τους επικοινωνία όμως, οι βιντεοκλήσεις, τα μηνύματα, οι καλημέρες και οι καληνύχτες τους, έθρεφαν τον έρωτά του και τα σχέδια του για το μέλλον. Θα πήγαινε στην Ιαπωνία, στον τόπο της, την πόλη Αομόρι, θα γνώριζε τους δικούς της και θα την ζητούσε σε γάμο. Το που θα έμεναν, στην πόλη του ή στην πόλη της, του ήταν πραγματικά αδιάφορο. Αν ήθελε εκείνη, θα γύριζαν μαζί στο Παρίσι, αλλιώς θα έμενε εκείνος εκεί. Είχε πάρει τις πληροφορίες του για το Αομόρι, του είχε πει και εκείνη πολλά, για τους δικούς της, για τη νοοτροπία της χώρας της, για την καθημερινότητά της και ένιωθε πως θα του ταίριαζε μια ζωή στην Ιαπωνία. Εξάλλου, το βασικό ήταν να είναι μαζί της.

Όταν μετά από λίγους μήνες διέκρινε μια ελαφριά απομάκρυνσή της, την οποία βέβαια η Akemi την δικαιολόγησε λόγω προαγωγής που πήρε στην εταιρία που δούλευε, εκείνος κατάλαβε πως ήταν η ώρα να δράσει. Αγόρασε ένα δαχτυλίδι που θεώρησε πως της ταιριάζει, ενημέρωσε την εταιρία του πως έπρεπε να λείψει για κάποιο διάστημα για προσωπικούς λόγους, έβγαλε εισιτήριο για Ιαπωνία και έφυγε. Ήταν χαρούμενος και ανυπόμονος μαζί. Να τη δει, να τη σφίξει στην αγκαλιά του, να αρχίσουν την κοινή τους ζωή. Η εποχή στάθηκε σύμμαχος. Η άνοιξη και τα ατελείωτα τοπία με τις ανθισμένες κερασιές, δυνάμωναν τα ρομαντικά του αισθήματα. Πώς θα μπορούσε να του πει «όχι» σε μια πρόταση γάμου μέσα σε ένα τέτοιο τοπίο; “Άραγε είναι έτσι και στην πόλη της; Ε, σιγά, και αν δεν είναι, θα την πάω σε κάποιο πάρκο” σκεφτόταν και χαμογελούσε.

Πολλές οι ώρες του ταξιδιού, αλλά εκείνος δεν έχασε ούτε στιγμή το χαμόγελό του. Κοίταγε το ρολόι του συχνά-πυκνά και σκεφτόταν την έκπληξη που θα της έκανε. Να πήγαινε στη δουλειά της; Όχι, καλύτερα όχι. Να πήγαινε σπίτι της; Ναι, πιο σωστό. Να την περίμενε απέξω; Αυτό είναι! Θα έπαιρνε ένα μπουκέτο λουλούδια, θα της έστελνε ένα μήνυμα να μάθει πάνω-κάτω τι ώρα θα πήγαινε σπίτι και θα την περίμενε εκεί! “Θεέ μου, θα τη δω!” σκεφτόταν και γέλαγε δυνατά από χαρά.

Κράταγε τα λουλούδια στο χέρι του και κοίταγε τον κόσμο που κυκλοφορούσε περιμένοντας την. Όταν την είδε από μακριά, νόμισε πως η καρδιά του θα σπάσει. Ήταν τόσο μεγάλη η χαρά του, που τα μάτια του γέμισαν δάκρυα. Έκανε ένα βήμα προς την μεριά της και αμέσως στάθηκε. Δεν ήταν μόνη. Ένας άντρας περπατούσε δίπλα της. Ένας άντρας βρισκόταν κοντά της. Ένας άντρας ήταν μαζί της. Κρύφτηκε όπως-όπως πίσω από ένα δέντρο και περίμενε να τον πλησιάσουν μήπως και ακούσει τι λένε, μήπως και μάθει τι κάνουν, μήπως και δει τι συμβαίνει. Στάθηκαν μπροστά στο σπίτι, κάτι του είπε σε έντονο ύφος, που σιγά μην καταλάβαινε τι και εκείνη ανέβηκε μόνη τα σκαλιά. Ο άντρας περίμενε λίγο και έφυγε σκυφτός. Ο Jean-Pierre χαμογέλασε ανακουφισμένος, αλλά παρέμενε σκεφτικός.

“Δεν είναι κάτι πονηρό, αν ήταν θα ανέβαινε επάνω μαζί της. Ποιος είναι όμως και γιατί ήταν μόνοι τους; Είναι κάποιος από την δουλειά της; Γιατί την έφερε σπίτι της;”

Προτίμησε να φύγει, να πάει στο δωμάτιο που είχε νοικιάσει, μα, ούτε και εκεί ηρέμησε. Έκοβε βόλτες και κάπνιζε συνεχώς. Δεν κατάλαβε πότε ξημέρωσε. Ήταν στο ντους όταν συνειδητοποίησε πως η Akemi δεν του είχε στείλει την καληνύχτα της. Μια έντονη ανησυχία τον κατέκλυσε. Τον τελευταίο καιρό πάντα εκείνος της έστελνε πρώτος και εκείνη απλά απαντούσε. Κάποιες φορές όχι αμέσως, αλλά, απαντούσε. Τα περισσότερα νέα της ήταν γύρω από την δουλειά της, όχι για τη σχέση τους, αλλά, έδειχνε ενδιαφέρον και τον ρώταγε για τα δικά του. Αν έβλεπε κάποιος τα μηνύματα, θα θεωρούσε πως είναι απλά δυο φίλοι, δυο καλοί φίλοι που τα λένε. Ο φόβος ήρθε και φώλιασε μέσα του. Της έστειλε «καλημέρα» και περίμενε. Σκέφτηκε πως λογικά εκείνη τέτοια ώρα θα ετοιμαζόταν να φύγει για τη δουλειά της, ντύθηκε όπως-όπως και έτρεξε στο σπίτι της. Περίμενε απ’ έξω, στο ίδιο σημείο που ήταν και το προηγούμενο βράδυ. Θα της μίλαγε, ήταν αποφασισμένος. Δεν ήθελε να γίνει έτσι, δεν περίμενε ποτέ πως θα γινόταν έτσι, αλλά τώρα δεν είχε άλλη επιλογή, θα της μίλαγε. Ώσπου τον είδε να έρχεται. Ήταν ο ίδιος άντρας που ήταν μαζί της και χθες. Ψηλός, λεπτός, γιαπωνέζος. Τον είδε να πληκτρολογεί κάτι στο κινητό του και σε λίγα λεπτά εκείνη κατέβηκε χαμογελαστή τη σκάλα. Τον ακούμπησε απαλά στο μπράτσο και ξεκίνησαν να περπατούν.

Τους ακολούθησε σαν υπνωτισμένος, σαν ένα ρομπότ, αρκετά βήματα πιο πίσω τους. Προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό του πως είναι απλά δυο φίλοι ή δυο συνεργάτες που απλά περπατάνε προς τη δουλειά τους, την ίδια στιγμή όμως που ήξερε πως οι Γιαπωνέζοι δεν είναι διαχυτικοί μπροστά σε κόσμο. Τους είδε να μπαίνουν στο γυάλινο κτίριο, στην εταιρία που ήξερε πως εργάζεται η Akemi και εκείνος σωριάστηκε σε ένα παγκάκι. Κοίταξε το κινητό του, καμία απάντηση στο πρωινό του μήνυμα. Σηκώθηκε απογοητευμένος και βάλθηκε να τριγυρίζει στην πόλη. Όλα αυτά που θα του έδειχνε εκείνη, τώρα τα έβλεπε μόνος του. To   φημισμένο μουσείο Nebuta Wa Rasse [3], το ενυδρείο Asamushi [4], το μουσείο τέχνης στο Αομόρι [5], όλα του φαίνονταν άδεια, όλα ήταν λίγα, αφού δεν ήταν εκείνη εκεί, μαζί του.

Είχαν περάσει ώρες και η Akemi δεν είχε απαντήσει στην καλημέρα του. Πήγε έξω από το σπίτι της και την περίμενε. Είδε μια ηλικιωμένη κυρία να παλεύει να ανέβει τα σκαλιά κρατώντας πολλές σακούλες στα χέρια και κατάλαβε πως αυτή ήταν η ευκαιρία του. Έτρεξε να την βοηθήσει, της χαμογέλασε και έκανε την μικρή υπόκλιση που έχουν οι Γιαπωνέζοι σαν χαιρετισμό. Η ηλικιωμένη, για καλή του τύχη, δεν έβλεπε καλά και τον νόμισε για κάποιον από τους ενοίκους. Όταν την άκουσε να τον αποκαλεί με γιαπωνέζικο όνομα, είπε απλά ένα «hai», που σημαίνει ναι στα Γιαπωνέζικα, επιβεβαιώνοντάς της έτσι πως είναι εκείνος. Της πήγε τις σακούλες μέχρι την πόρτα της, την χαιρέτησε με υπόκλιση και της έδειξε πως θα φύγει. Μόλις η ηλικιωμένη έκλεισε την πόρτα της, εκείνος έτρεξε στον επάνω όροφο, βρήκε το διαμέρισμα της Akemi και κόλλησε το αυτί του στην πόρτα της, Δεν ακουγόταν τίποτα από μέσα. Αποφάσισε να την περιμένει. Έκατσε στα σκαλιά που οδηγούσαν στον επάνω όροφο και την περίμενε.

Οι ώρες περνούσαν και εκείνη δεν φαινόταν πουθενά. Η απογοήτευσή του πια, είχε αρχίσει να χάνεται και στη θέση της είχε εγκατασταθεί ο θυμός. Θυμός γιατί θεώρησε πως δεν ήταν ξεκάθαρη μαζί του, γιατί θεώρησε πως δεν ήταν ειλικρινής μαζί του, γιατί θεώρησε πως τον κορόιδεψε. Ήταν πεπεισμένος πως εκείνος ο άντρας ήταν η νέα της σχέση και πως με τον ίδιον ήταν απλά ευγενική. Προφανώς δεν τον είχε ικανό να ταξιδέψει μέχρι την Ιαπωνία, προφανώς πίστευε πως ήταν ασφαλής με εκείνον μακριά της. Τον είχε κάνει να την ερωτευτεί, τον είχε κάνει να ζει μόνο για εκείνη και μόλις τον βαρέθηκε, του γύρισε απλά την πλάτη της. Θυμήθηκε πως ήταν οι δυο τους στο Παρίσι, πως ήταν το κορμί της, πως κοιμόταν στο πλάι του. Ήταν δικιά του και κανείς δεν θα του την έπαιρνε. Ήταν δικιά του, ακόμα και αν εκείνη δεν ήθελε.

Τους άκουσε που ανέβαιναν τις σκάλες. Άκουσε τη φωνή της και ένα πνιχτό γελάκι της. Σηκώθηκε όρθιος. Έβαλε το χέρι του στην τσέπη του μπουφάν του και έπιασε τον γιαπωνέζικο σουγιά, το αναμνηστικό που είχε αγοράσει νωρίτερα σε κάποιο τοπικό τουριστικό μαγαζί. Τον έβγαλε από την δερμάτινη θήκη του, τον κράτησε σφιχτά στο χέρι του και περίμενε. Την είδε να ανοίγει την πόρτα της και εκείνον να την έχει αγκαλιάσει. Έπεσε αμίλητος σαν αγρίμι επάνω του, καρφώνοντας τον συνεχώς, κλείνοντας πίσω του την πόρτα. Η Akemi είχε παγώσει και τον κοίταζε σαν χαμένη. Την στιγμή που της έπεφταν τα κλειδιά από τα χέρια, έπεφτε νεκρός ο νέος της φίλος. Εκείνη έφερε τα χέρια της στο στόμα, μην μπορώντας να πιστέψει τι έχει συμβεί και πριν προλάβει να φωνάξει, ο Jean-Pierre την βούτηξε από τον λαιμό. Την καθήλωσε στο πάτωμα και έσφιγγε τα χέρια του γύρω από το λαιμό της. Η Akemi γούρλωσε τα μάτια, άρχισε να προσπαθεί να απεγκλωβιστεί κουνώντας τα χέρια και τα πόδια της, μα τα χέρια του την έσφιγγαν πιο δυνατά. Οι τελευταίες και μοναδικές λέξεις που άκουσε από εκείνον, ήταν «είσαι μόνο δική μου».

Ο Jean-Pierre άνοιξε τα μάτια του, ήταν ακόμα στο shinkansen.

“Όνειρο ήταν” σκέφτηκε, “πρέπει να ηρεμήσεις”.

Κοίταξε έξω από το όχημα, ήταν σταματημένοι. Το βαγόνι είχε σχεδόν αδειάσει. Έκανε να σηκωθεί νομίζοντας πως έχουν φτάσει, μα, ο συνοδός του έκανε νόημα να καθίσει γιατί σε λίγο θα ξεκινούσαν.

«Τώρα θα ξεκινήσουμε; Πού είμαστε;» Ρώτησε.

«Αομόρι» του απάντησε ευγενικά ο συνοδός.

«Δεν είναι δυνατόν» φώναξε, «είχαμε ξεκινήσει, με πήρε ο ύπνος, αλλά είχαμε ξεκινήσει».

Ο συνοδός του χαμογέλασε, του έδωσε ένα κομμάτι χαρτί διπλωμένο στα τέσσερα, του έδειξε την κοπέλα που είχε προσέξει νωρίτερα και του έκανε νόημα να καθίσει. Εκείνος τον κοίταξε απορημένος, αλλά υπάκουσε. Κοίταξε προς τη μεριά της κοπέλας. Καθόταν όπως πριν στη θέση της, κοιτώντας μπροστά. Άνοιξε διστακτικά το διπλωμένο χαρτί και πάγωσε. Ήταν ένα τάνκα, μια μορφή γιαπωνέζικης ποίησης, με τα γράμματα τής Akemi!

Το φιλί νεκρό

Παγωμένος ο Χρόνος

Χάθηκε το φως…

Σωτηρία πουθενά,

Είσαι μόνο δικός μου. 

Κοίταξε ασυναίσθητα προς τη μεριά του πιτσιρικά που του έδειχνε το σκίτσο ενός Onryo [6], κουνώντας του το κεφάλι καταφατικά. Γύρισε αργά το βλέμμα του προς τη μεριά της κοπέλας, μα εκείνη δεν ήταν εκεί. Μύρισε το άρωμα της Akemi στον αέρα και ένιωσε ένα παγωμένο χέρι να τον αγκαλιάζει στους ώμους. Ανατρίχιασε. Έμεινε ακίνητος. Με την άκρη του ματιού του είδε μαύρα μαλλιά να τον πλησιάζουν, ένιωσε να τον ακουμπούν και ένα πρόσωπο, χλωμό, πολύ χλωμό, με μαύρους, κατάμαυρους κύκλους κάτω από τα μάτια, να ξεπροβάλλει μέσα από αυτά. Ήταν η Akemi και του χαμογελούσε…


[1] Shinkansen: Είναι γνωστό στα αγγλικά ως τρένο σφαίρα, δηλώνοντας ξεκάθαρα πως πρόκειται για ένα δίκτυο σιδηροδρομικών γραμμών μεγάλης ταχύτητας στην Ιαπωνία. Αρχικά, χτίστηκε για να συνδέσει μακρινές ιαπωνικές περιοχές με το Τόκιο, την πρωτεύουσα, για να βοηθήσει την οικονομική ανάπτυξη και την ανάπτυξη. Πέρα από τα ταξίδια μεγάλων αποστάσεων, ορισμένα τμήματα γύρω από τις μεγαλύτερες μητροπολιτικές περιοχές χρησιμοποιούνται ως δίκτυο σιδηροδρομικών μεταφορών.

[2] Αομόρι: Το Αομόρι είναι η πρωτεύουσα του νομού Αομόρι, στη βόρεια περιοχή Τοχόκου της βόρειας Ιαπωνίας.

[3] Nebuta Wa Rasse: Η ιδέα για το μουσείο Wa Rasse ήταν μέρος του “Βασικού Σχεδίου για την αναζωογόνηση της περιοχής γύρω από τον σιδηροδρομικό σταθμό του Αομόρι το 2004. Σχεδιάστηκε για να κρατήσει τον τουρισμό και τις επιχειρήσεις παρόντες στο κέντρο του Αομόρι μετά το άνοιγμα του σταθμού του Tōhoku Shinkansen. Το μουσείο περιλαμβάνει δύο ορόφους των εκθέτων. Οι επισκέπτες ξεκινούν την περιήγηση από τον δεύτερο όροφο. Ο πρώτος εκθεσιακός χώρος περιέχει φωτογραφίες και βίντεο από την ιστορία του φεστιβάλ Aomori Nebuta Matsuri. Οι επισκέπτες μπορούν επίσης να συμμετάσχουν σε διαδραστικές δραστηριότητες σε αυτόν τον πρώτο εκθεσιακό χώρο. Ο δεύτερος όροφος οδηγεί σε μπαλκόνι με θέα στον κεντρικό εκθεσιακό χώρο του μουσείου, όπου φυλάσσονται μεγάλα άρματα Nebuta. Κάθε χρόνο, επιλέγονται για έκθεση σε αυτόν τον εκθεσιακό χώρο τέσσερις νέοι πλωτήρες Nebuta. Τα παλαιότερα άρματα περιστρέφονται έξω από το έκθεμα μετά την εγκατάσταση των νέων. Η αίθουσα έκθεσης είναι σκοτεινή, έτσι ώστε τα άρματα να μπορούν να φωτιστούν για να μιμηθούν την εμφάνισή τους κατά τη διάρκεια του φεστιβάλ.

[4] Aomori Asamushi aquarium: Είναι ένα ενυδρείο στην περιοχή Asamushi του Αομόρι και το μεγαλύτερο γενικό ενυδρείο στην περιοχή Τοχόκου. Διατηρεί και εμφανίζει 11.000 θαλάσσιους οργανισμούς, συμπεριλαμβανομένων εκείνων από τους άφθονους θαλάσσιους πόρους του νομού Αομόρι και πάνω από 500 είδη σπάνιων υδρόβιων ζώων από όλο τον κόσμο.

[5] Aomori museum of art: Το μουσείο στεγάζει περισσότερα από 120 έργα από σχέδια σε τρισδιάστατα έργα του Yoshitomo Nara, ενός νεαρού καλλιτέχνη από το νομό Αομόρι. Το μουσείο είναι επίσης ενεργό στην κατοχή των συναυλιών, των παιχνιδιών, και των εργαστηρίων. Από το άνοιγμα του το 2006, είχε σαν στόχο την εισαγωγή των τεχνών του Αομόρι στον κόσμο και έχει συλλέξει και εκθέσει έργα από τους αυτόχθονες καλλιτέχνες, όπως Shiko Munakata, Shuji Terayama, Yoshit Naromoua, και Toru Narita. Ο σκύλος Αομόρι του Yoshimoto Nara έχει γίνει το εικονικό σύμβολο του μουσείου.

[6] Onryo: εκδικητικά φαντάσματα ανθρώπων που πέθαναν τόσο φορτισμένοι με δυνατά και άσχημα συναισθήματα, που η ψυχή τους δεν μπορεί να περάσει στην «αντίπερα όχθη». Απολαμβάνουν να βασανίζουν τα θύματά τους πριν τα σκοτώσουν.

[Πηγές:

www.wikipedia.com

www.tripadvisor.com

www.thedailyowl,gr

www.japantravel.com

www.newsbeast.gr]


Μάθετε περισσότερα για τη λογοτεχνική μας δράση εδώ: «Λόγω Γραφής – Ιαπωνική Βεντάλια»

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Μουζάκι Καρδίτσας. Γράφει από μικρό παιδί, όμως μόνο όταν ήρθε στη ζωή το δικό της παιδί ένιωσε ότι μπορεί να μοιραστεί τις λέξεις της, τις εικόνες της. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Μιλάει και γράφει άπταιστα την αγγλική και κάνει φιλότιμες προσπάθειες για την ιταλική. Σπουδάζει κλασικό πιάνο. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη