«Η Συλλογή», γράφει η Λένα Μαυρουδή-Μούλιου

Μια μικρή ψιλή βελόνα σαν αυτές που υπάρχουν στις σύριγγες, ή αυτές τις πολύ λεπτές του κεντήματος, καρφωμένη στην δεξιά ωμοπλάτη τής γυμνής τουαλέτας της Νίνας, που όσο ύφασμα έλειπε από τη μέση και πάνω θαρρείς και προστέθηκε στο κάτω, με αποτέλεσμα να περπατά και η τουαλέτα να σαρώνει το ούτως ή άλλως απαστράπτον ακριβό μαρμάρινο δάπεδο Βιτίνας. Ένας ανεπαίσθητος κλυδωνισμός της κοπέλας, μια παραπονεμένη κραυγή της και μετά η πλήρης κατάρρευση. Η Νίνα στο πάτωμα νεκρή. ‘’Ανακοπή’’ αναφώνησαν όλοι έντρομοι και μόνον η κολλητή φίλη τής ‘’νεκρής’’, η Δέσπω, παρατήρησε την βελονίτσα που μόλις εξείχε από την επιφάνεια του δέρματος της κοπέλας.

Αντιστροφή γνωμάτευσης των συνδαιτυμόνων.

«Τι είν’ τούτο Θεέ και Κύριε;» αναφώνησαν όλοι.

«Μη πειράξετε τίποτα παιδιά» ούρλιαξε ο Μιχάλης.

«Και θα αφήσουμε το κορίτσι ρε σεις με αυτό το πράγμα πάνω του;» αντιγύρισε ο Άγγελος, λίγο πιο ψύχραιμα τού προηγούμενου φίλου.

«Όπου να ‘ναι θα έρθει το 166 και η αστυνομία» είπε ο Γιώργος που είχε καλέσει τα δύο πιο χρήσιμα τηλέφωνα από την πρώτη στιγμή, κάνοντας την   σωστότερη κίνηση, αντί να γνωματεύει σωστά ή λαθεμένα για την κατάσταση της Νίνας. «Να, ακούγονται ήδη οι σειρήνες τους. Ίσως προλάβουν και βοηθήσουν. Αλλά και πάλι, «πεθαίνει κανείς ‘’λίγο’’;» συμπλήρωσε μακάβρια.

«Μπορεί να έχει πέσει σε πολύ βαθύ κώμα» είπε πλανταγμένη στο κλάμα η Δέσπω, μη θέλοντας να παραδεχτεί αυτό που ήταν ολοφάνερο. Πιο νεκρή δεν γινόταν.

«Δέσπω, πρέπει να το πάρεις απόφαση. Η Νίνα μάς τελείωσε. Μάς άφησε για έναν άλλο κόσμο, πιθανόν καλύτερο» είπε η Αμαλία, σκουπίζοντας τα δακρυσμένα μάτια της.

Οι νοσοκόμοι και ο γιατρός του 166, απομάκρυναν τους νέους και τις νέες και προσεκτικά σηκώνοντας το πανέμορφο κορμί της κοπέλας το εναπόθεσαν στο φορείο. Ο γιατρός αποφάνθηκε ξερά και απολύτως επαγγελματικά: «Ελάχιστη αναπνοή. Γρήγορα ορό, μάσκα οξυγόνου» τής έκανε και μία ένεση που έκρινε εκείνος σαν την ενδεδειγμένη ενέργεια και ακούει κατάπληκτος την Δέσπω να του λέει: «Γιατρέ, πρόσεξες την βελόνα στην πλάτη της; Αυτή να δεις που είναι η αιτία του κακού που την βρήκε» και την ξανάπιασαν τα κλάματα.

«Μάλιστα. Πιθανόν βελόνα με ισχυρό δηλητήριο.» Πήρε μία λαβίδα που του έδωσε ο νοσοκόμος και με χειρουργικές κινήσεις τράβηξε την βελονίτσα και την εναπόθεσε σε ένα μεγάλο κομμάτι γάζας και μετά προσεκτικά σε ένα κουτί.

Εκείνη τη στιγμή, κατέφθασε και το 100 και μόλις που πρόλαβε ένας ένστολος αστυνομικός να πηδήξει πάνω στο 166 καθώς εκείνο έφευγε σφαίρα με την μισοπεθαμένη κοπέλα, σφυρίζοντας ανατριχιαστικά με εκείνη τη σειρήνα που σου κόβει το αίμα σαν την ακούς.

Ακολούθησαν τα γνωστά διαδικαστικά, οι αφηγήσεις για το πώς, πότε και γιατί και –εξυπακούεται- διαταγή της αστυνομίας να μην απομακρυνθεί κανείς από το σπίτι τού δράματος. Φως φανάρι ότι ο/η δράστης ήταν μεταξύ των νεαρών, γιατί βέβαια μια βελόνα δεν ήρθε  μόνη της να καρφωθεί στην ωμοπλάτη της άτυχης κοπελίτσας.

Στο εφημερεύον Νοσοκομείο και μετά το καρδιογράφημα, που λίγο απείχε από του να δείξει ευθεία γραμμή, διασωληνώθηκε και ο υπεύθυνος τής Μ.Ε.Θ. διαβεβαίωσε τους απαρηγόρητους γονείς ότι υπήρχαν ελπίδες, γιατί και μόνο η υποψία ότι η βελόνα ήταν καλυμμένη με ισχυρό δηλητήριο και εωσότου δοθεί απάντηση από το αρμόδιο εργαστήριο, εκείνοι της χορήγησαν ισχυρό αντίδοτο γενικής δηλητηρίασης κερδίζοντας, ή μη χάνοντας καλύτερα να πούμε, πολύτιμο χρόνο για τη σωτηρία της.

Και ω του θαύματος, δεν ανευρέθηκε δηλητήριο, όπως είπαν από το εργαστήριο  της αστυνομίας, αλλά μία πολύ δυνατή ναρκωτική ουσία, που την βύθισε σε έναν ύπνο εικονικής ανυπαρξίας, που ελάχιστα διέφερε από αυτόν που μοιραία περιμένει όλους μας κάποια στιγμή, αργά ή γρήγορα.

Τι επεδίωκε με αυτό ο δράστης; Θα το δούμε στη συνέχεια…

Καμιά εικοσαριά τα παιδιά όλα κι όλα, σε ένα πάρτι σαν εκείνα το παλιού καιρού, με τα μεζεδάκια της μαμάς και το βερμουτάκι κατά προτίμηση, για να γιορταστεί το γεγονός της απόκτησης του πολυπόθητου PHD εκ του εν Βρετανία φημισμένου London School of Economics. Χαλάλι τα χρόνια τής έρευνας και τα έξοδα των γονιών, αφού ο Μάρκελος απέκτησε αυτό το Doctora χωρίς να χάσει χρόνια στην αλλοδαπή. Γι’ αυτό και το πάρτι είχε μία χαρακτηριστική επισημότητα στο πολυτελές σπίτι του νεαρού Μάρκελου στα Βόρεια Προάστια, απόδειξη το επίσημο ένδυμα νέων και νεανίδων. Πώς να το κάνουμε, δεν αποκτά κανείς έτσι εύκολα ένα τέτοιο δίπλωμα τέτοιου Πανεπιστημίου και οι εύρωστοι οικονομικά και υπερήφανοι γονείς, θα επιθυμούσαν κάθε μέρα να γιόρταζαν το γεγονός τούτο, αναλόγως.

Το πάρτι είχε αναγγελθεί εδώ και έναν μήνα και το περίμεναν με μεγάλη αδημονία όσοι ήξεραν ότι θα ελάμβαναν την πολυπόθητη επίσημη πρόσκληση από τον φίλο Μάρκελο.

Προηγήθηκε, βέβαια να πούμε, η καθιερωμένη ορκωμοσία στην οποία παρευρέθησαν εκτός των γονέων τού ευτυχούς αποφοίτου, το κορίτσι του η Νίνα και ο κολλητός του φίλος ο Γεράσιμος, που έναν χρόνο τώρα έκανε αιματηρές οικονομίες από το ήδη περιορισμένο δικό του έσοδο, για να ανταπεξέλθει στα έξοδα της παρουσίας του στην γηραιά Αλβιόνα, γι’ αυτήν την μεγάλη στιγμή του παιδιόθεν αγαπημένου φίλου του.

Οσονούπω και αυτός θα έπαιρνε το δικό του μεταπτυχιακό στα μαθηματικά από το Καποδιστριακό της Αθήνας.

Και ενώ όλοι ανέμεναν γλέντια και χαρές αλησμόνητες, ήρθε το αρνητικά αλησμόνητο τούτο γεγονός, που όλοι ήλπιζαν σε ένα θαύμα, για να μην εξελιχθεί σε θρήνο.

Η Πέρσα Βουδούρη, φίλη της οικογένειας απ’ όταν ήταν γείτονες, εκεί κάπου στο Παγκράτι, εκλήθη από τους θυμωμένους γονείς του νεαρού αποφοίτου, να πάρουν την γνώμη της, που αδιαμφισβήτητα θα είχε τεράστια βαρύτητα, τόσο γι’ αυτούς όσο και για τις διωκτικές αρχές, που ως συνήθως κινούνταν με πιο αργούς ρυθμούς. Παράλληλα δόξαζαν τον Θεό που δεν επρόκειτο περί εγκληματικής καθαρά ενέργειας. Αλλά όπως και να ’χει δεν ήταν μικρό πράγμα η αμαύρωση τής μεγάλης γιορτής του γιού τους και η τεράστια ταλαιπωρία του κοριτσιού πρωτίστως, βεβαίως.

Το πρώτο συμπέρασμα της Πέρσας μετά την ολιγοήμερη έρευνά της πάνω στο who is who ενός εκάστου εκ των νεαρών δεν βγήκε και τόσο αβίαστα. Αναρωτήθηκε και η ίδια, όπως και οι διωκτικές αρχές άλλωστε, να ήταν άραγε η Νίνα τυχαίο θύμα που πάνω του ενήργησε ο δράστης, ή την διάλεξε για συγκεκριμένο λόγο; ’Η μπορεί και να ήταν μια επικίνδυνη προειδοποίηση για κάτι άλλο που έμελλε να ακολουθήσει τούτη την πρώτη μη θανατηφόρο φορά;

Αντίζηλος ερωτικός, ο δράστης;

Ζηλοφθονία;

Φόβος για κάτι;

Πολλά τα ερωτήματα, οι πιθανότητες πολλές και το σκοτάδι βαθύ και αδιαπέραστο.

Αυτό  το τελευταίο, ο φόβος δηλαδή, ήταν κατά την Πέρσα, η πρόθεση τού δράστη. Να τον ενσπείρει στους πρωταγωνιστές της ιστορίας πρωτίστως και δευτερευόντως σε κολλητούς και γενικά στους φίλους του ζευγαριού. Γιατί όμως αυτό; Γιατί να κάνει κάτι τέτοιο;

Πιθανότατα για να δείξει ότι και η οικονομική ευρωστία δεν είναι στρωμένη και αυτή με ροδοπέταλα και ως εκ τούτου και τούτη η οικογένεια τού Μάξιμου όφειλε να ζει με ένα ιδιότυπο άγχος άλλης ταυτότητας μεν αλλά πάντα άγχος, όσον αφορά το μέλλον του γιου, όπως χιλιάδες χιλιάδων οικογένειες.

Πώς να την είχε καρφώσει τη βελόνα στην πλάτη τής Νίνας; Εκ του σύνεγγυς; Με εκτοξευτήρα; Πώς άραγε;

Μα θα πείτε ‘’καλά και έχει σημασία αυτό;’’ Ε, πώς; Πρόσθετε επιπλέον πληροφορίες για το ποιος ο δράστης.

Και η Πέρσα απέκλεισε εξ ενστίκτου και πείρας τα κορίτσια της συντροφιάς, επικεντρωνόμενη αποκλειστικά στα αγόρια. Μα όσο εξονυχιστικά και αν είχαν ερευνηθεί αυτά, από ειδικευμένους και έμπειρους αστυνομικούς ευθύς εξ αρχής, δεν βρέθηκε πάνω τους τίποτα απολύτως. Και γιατί η Πέρσα έδινε έμφαση σε αυτό το ‘’πάνω’’ τους; Μα γιατί ίσως, το όπλο βρισκόταν κάπου μέσα στο σπίτι και δεν είχε μεν βρεθεί, αλλά ήταν εκεί σίγουρα.

Μόνο που δεν ξηλώθηκαν ακόμη και τα πατώματα, από τους  αστυνομικούς, αλλά και από την δική της έμπειρη ομάδα. ΤΙΠΟΤΑ.

Δύο μεγάλα συνεχόμενα σαλόνια στο βάθος, στη μέση η τραπεζαρία, που είχαν τραβηχτεί στην άκρη για τις ανάγκες του χορού, όπως συμβαίνει στα οικογενειακά πάρτι και στην αρχή τού αχανούς χώρου ο χώρος τής  βιβλιοθήκης που σχημάτιζε ένα μεγάλο γάμα, καλυμμένες  οι δυο του πλευρές με βιβλιοθήκες που έφταναν μέχρι το ταβάνι, κάθε μια με την δική της σκαλίτσα. Και βέβαια το γραφείο, ένα υπέροχο εβένινο έπιπλο, δώρο στον Μάρκελο από τη γιαγιά του επί τη αποφοιτήσει του. Στο τραπέζι και το μπουφέ αφημένα να μπαγιατεύουν τα μεζεδάκια, που είχαν φτιάξει με τα χεράκια τους γιαγιά και μάνα, ζωντανεύοντας μνήμες των πρώιμων χρόνων των παιδιών τους, τότε που το ένα πάρτι ακολουθούσε το άλλο, με την ευκαιρία τής κάθε γιορτής, της κάθε επετείου. Και βέβαια δεν επιτράπηκε να μετακινηθεί το παραμικρό.

Η Πέρσα περιδιάβαινε τους χώρους και το αετίσιο μα και βιονικό της μάτι διύλιζε τον κώνωπα, που λένε. Τα πάντα βέβαια είχαν ήδη ερευνηθεί ενδελεχώς, μα εκείνη εξακολουθούσε να ελπίζει ότι το όποιο ‘’όπλο’’ βρισκόταν εκεί μπροστά τους και δεν το έβλεπαν.

Πάνω στο γραφείο, θαύμασε μια περίτεχνη τεράστια ασημένια κορνίζα που πλαισίωνε τον Μάρκελο την ώρα που ο εντεταλμένος  γι’ αυτήν τη δουλειά, του London School of Economics του ενεχείριζε  τον πάπυρο του PHD του…

Ένα υπέροχο μαύρο δερμάτινο sous mains στη μέση  του γραφείου και στην άκρη του, μια απίστευτα ωραία Συλλογή, αντίγραφα από πένες μεγάλων ανδρών, από τον χώρο του Πνεύματος κυρίως, κάθε μία φέροντας μία καρτελίτσα με πληροφορίες για τον κάθε δημιουργό. Την είχε αποκτήσει με το χαρτζιλίκι του από τα χρόνια του Πανεπιστημίου στην Αθήνα. Δύο κρυστάλλινοι πενοστάτες γεμάτοι με μολύβια και συνηθισμένα στυλό, τα οποία όμως εξυπηρετούσαν καλύτερα τον σκοπό εφ΄ ω ετάχθησαν. Αυτά ήταν  τα αντικείμενα του γραφείου που, άγνωστο γιατί, τραβούσε όλο και περισσότερο την προσοχή και το ενδιαφέρον της Πέρσας, την οποία συνήθως ενοχλούσε η κραυγαλέα ευμάρεια, όχι όμως και τούτη εδώ, η οποία απέπνεε φινέτσα και ομορφιά.

Κάθισε αποκαμωμένη στην στριφογυριστή αναπαυτική πολυθρόνα του γραφείου και άπλωσε το χέρι της να πάρει ένα στυλό να σημειώσει κάτι στην ατζέντα της. ‘’Μα για στάσου. Τούτη εδώ η πένα δεν είναι σαν αυτές της Συλλογής; Μα στην δερμάτινη θήκη τους δεν βλέπω να υπάρχει κανένα κενό Επομένως δεν ανήκει στην συλλογή. Περίεργο.’’ Την κρατούσε, την επεξεργαζόταν και άθελά της πίεσε το καπάκι. Μα αντί να περιμένει κανείς να εκτοξευτεί  μελάνι ίσως, ένας ανεπαίσθητος συριγμός ακούστηκε και μία βελονίτσα ήρθε και καρφώθηκε, όχι Θεέ ευτυχώς επάνω της, αλλά στο ακριβό sous mains.

‘’Ε, δεν θα είμαστε με τα καλά μας! Καλά το είχα υποπτευθεί ότι κάπου εδώ ήταν ο εκτοξευτήρας και μόνο που δεν μας φώναζε ότι ήταν ΕΔΩ, ενώ οι πάντες ψάχναμε αλλού κι αλλού. Τζέιμς Μποντ  φίλε μου, κάτι τέτοια παιχνιδάκια είναι βέβαια του γούστου σου, μα εσύ είσαι ήρωας του σινεμά όχι της ζωής και η φαντασία σου απίστευτη. Μα ποιος αντιγράφει; Η ζωή την φαντασία ή το αντίστροφο; Έλα μου ντε…

Για να είναι του Μάρκελου τούτη η πένα, λίγο τραβηγμένο. Μα μήπως αυτό ακριβώς ήταν που επεδίωκε και ο δράστης; Να ενοχοποιηθεί ο νεαρός απόφοιτος, στο γραφείο του οποίου αργά η γρήγορα ήξερε ότι θα βρεθεί το ‘’όπλο’’ τής θρασύτατης ενέργειάς του… Το κωλόπαιδο!

Ναι, αλλά… γιατί;

Ζηλοφθονία ρε συ Πέρσα, ηλίου φαεινότερο’’ συνέχισε τον μονόλογό της, όπως το συνήθιζε η ταλαντούχα τούτη γυναίκα. «Και άντε τώρα να βρούμε ποιος από όλους τους φερέλπιδες νεαρούς έκρυβε μέσα του το ευγενές τούτο συναίσθημα για τον Μάρκελο, που η αλήθεια είναι ότι επρόκειτο για ένα παλικάρι που αν η Τύχη είχε… παιδιά, αυτός θα ήταν ο λατρευτός πρωτότοκός της!!! Τα είχε όλα. Και αφού τα είχε όλα, έπρεπε να πάψει να τα έχει, κολλώντας πάνω του μια υποψία τρελή μεν, αλλά υποψία. Για να πάψει να είναι πια ο πρίγκηπας του παραμυθιού και όλοι οι άλλοι απλά οι παρατρεχάμενοί του.’’

Αυτό ήταν το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε η ντετέκτιβ και δεν της το άλλαζε κανείς.

Με την ανοχή πάντα του φίλου της αρχηγού της ΕΛ.ΑΣ., έβγαλε ένα φιρμάνι αφήνοντας να εννοηθεί ότι εκείνη γνώριζε ποιος ήταν ο δράστης, αλλά του έδινε μια δεύτερη ευκαιρία να μετανοήσει  για να μη καταστρέψει τη ζωή του για τέτοια φτηνά συναισθήματα. Ήταν και αυτή γιαγιά νεαρού, στην ηλικία του πάνω κάτω και τον συμπονούσε.

Και εδώ σταμάτησε η έρευνα της Πέρσας. Το να βρει ποιος ακριβώς ήταν ο δράστης αυτής της ενέργειας δεν ήταν παρά χάσιμο χρόνου και δεν είχε πολύ από δαύτον στην διάθεσή της.

Όμως καλά μέχρι εδώ. Αλλά ο Μάρκελος; Θα είχε στην συντροφιά του ένα τέτοιο πλάσμα που πιθανόν στο απώτερο μέλλον να σκαρφιζόταν κάτι ανάλογο αν η ατιμωρησία του δεν τον είχε νουθετήσει;

Μα η Πέρσα γνώριζε καλά από ψυχολογία και ήταν πιότερο από σίγουρη, ότι ο εχθρός, ο όποιος εχθρός, ήταν πια παροπλισμένος. Μιλούσε το μυαλό και η πείρα της…

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Μουζάκι Καρδίτσας. Γράφει από μικρό παιδί, όμως μόνο όταν ήρθε στη ζωή το δικό της παιδί ένιωσε ότι μπορεί να μοιραστεί τις λέξεις της, τις εικόνες της. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Μιλάει και γράφει άπταιστα την αγγλική και κάνει φιλότιμες προσπάθειες για την ιταλική. Σπουδάζει κλασικό πιάνο. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music