«Η Σκόνη», ένα διήγημα της Κατερίνας Ευαγγέλου-Κίσσα

Όταν χτιζόταν το σπίτι της, στο κέντρο της πόλης, όλοι είχαν απορήσει. Καθημερινά, καθ’ όλη τη διάρκεια των εργασιών, μαζεύονταν κόσμος και χάζευε από το απέναντι πεζοδρόμιο. Πολλοί παίρνανε μάλιστα μαζί και το κολατσιό τους, για να μην χάσουν τίποτα απ’ όσα γίνονταν.

Μιας και το σπίτι χτιζόταν στη θέση του παλιού Δημαρχείου, όλοι υπέθεταν πως αυτό που ανοικοδομούταν τώρα ήταν το νέο Δημαρχείο της πόλης τους. Κανείς δεν μπορούσε να ξεχάσει ακόμα την μέρα που γκρεμίστηκε το παλιό ξύλινο κτίριο. Δυο μασούρια δυναμίτη είχαν φτάσει για τη δουλειά. Ο πάταγος ήταν τόσο τρομερός που, μαζί με τα τζάμια των παραθύρων που έσπασαν στο σαλούν ακριβώς απέναντι, πετάχτηκαν έξω και κάτι ξοφλημένοι πιστολάδες, που σκότωναν την ώρα τους παίζοντας χαρτιά. Τέτοια ήταν η ένταση της έκρηξης, μάλιστα, που κόντεψε να ξεκάνει και το γραφείο του σερίφη, που βρίσκονταν δίπλα, στα πενήντα μέτρα. Ακόμα γελάνε όλοι με την εικόνα του βοηθού του σερίφη, που είχε βγει αλαφιασμένος με τα σώβρακα στους αστραγάλους, μιας κι η έκρηξη τον έπιασε την ώρα που έκανε την ανάγκη του σ’ έναν κουβά δίπλα στο κρατητήριο.

Μα αυτό που γίνονταν τώρα, πρώτη φορά το ζούσανε. Όλα τα σπίτια της ξερής και σκονισμένης πόλης τους, τα έτρωγε το σαράκι και η σκόνη. Ήταν όλα φτιαγμένα από μαδέρια και σανίδες. Ετούτο το καινούργιο, όμως, χτιζόταν με τούβλα! Είχαν ακούσει πως υπήρχαν τέτοια χτίσματα στην πρωτεύουσα, μα ποτέ, ποτέ δεν είχαν δει από κοντά ένα! Ούτε είχε φτάσει ποτέ στην πόλη τους κανείς από κει, πέρα απ’ αυτήν την γυναίκα τώρα! Τα πιτσιρίκια τρέχανε τριγύρω στην οικοδομή και ξεκαρδισμένα στα γέλια προσπαθούσαν να βουτήξουν ό,τι έβρισκαν από τα υλικά, σάμπως και κάνανε κανένα μεγάλο κατόρθωμα.

Το συνεργείο το είχε φέρει αυτή μαζί της. Μάλιστα. Ένα κρύο βράδυ ήρθαν δυο άμαξες και ξέρασαν από μέσα τους καμιά δεκαριά νταγλαράδες, έναν λελέ και μια κυρία. Όλοι είχαν μαζευτεί στα παράθυρα να δουν τί συμβαίνει. Τελικά αποδείχτηκε πως ο κοστουμαρισμένος λελές, που έπιανε τα πάντα με τις άκρες των δαχτύλων του, με μια σιχασιά να ζωγραφίζεται στο πρόσωπό του λες κι έπιανε σκατά, ήταν ο εργολάβος. Κι όσο για ελόγου της, δεκαοκτώ μπαούλα ξεφόρτωσε την επομένη η ταχυδρομική άμαξα με τα ρούχα της. Λογικό τους φάνηκε, μιας κι ήταν ντυμένη λες και ήταν ψεύτικη κούκλα. Ατσαλάκωτη, μέσα στο πανάκριβο κρινολίνο της, με το ασορτί ομπρελίνο, το καπέλο, τα γάντια και… την μάσκα. Ναι, μάλιστα. Κάλυπτε την μύτη και το στόμα της με ένα πανί σαν μάσκα – ίδιο ύφασμα και χρώμα με το φουστάνι.

Στην αρχή όλοι υποθέσανε πως ήτανε φθισικιά. Μετά όμως, καθώς περνούσαν οι μέρες και την έβλεπαν να διατάζει τους πάντες στην οικοδομή και όλοι τους να υπακούουν αμέσως κάνοντας βαθιές υποκλίσεις, τρέχοντας πανικόβλητοι προς κάθε κατεύθυνση για τα θελήματά της, κατάλαβαν γιατί την φορούσε την μάσκα. Μα γιατί ήταν σκύλα, το δίχως άλλο! Κι ήθελε να κρύβει τα δόντια της! Μ’ αυτήν την εξήγηση κάνανε χωρατά όλοι, δικαιολογώντας το αυταρχικό του χαρακτήρα της. Αν ήταν όμορφη ή άσχημη, ούτε ξέρανε ούτε και τόλμαγε να ζυγώσει κανείς αρκετά κοντά της και να την κοιτάξει κατά πρόσωπο για να μάθει.

Κι έτσι, όταν ένα ωραίο πρωί η κυρία διέσχισε τον κήπο της με τον άσπρο φράχτη και τα κόκκινα γεράνια και πέρασε μέσα στο έτοιμο σπίτι της, έχοντας από κοντά της ένα λεπτεπίλεπτο κορίτσι ντυμένο σαν καμαριέρα, κατάλαβαν πως το Δημαρχείο δεν θα ήταν εκεί. Ειδικά δε, όταν είδαν να λουστράρουν την πρόσοψη ενός δίπατου κτιρίου στο τέλος του δρόμου και να κρεμάνε και μια πινακίδα που έγραφε “City Hall”, ε, βεβαιώθηκαν ότι το παλιό Ταχυδρομείο έδωσε τη θέση του στο Δημαρχείο. Το παλιό Ταχυδρομείο είχε κλείσει εδώ κι ένα χρόνο πια. Ήταν τόσο λίγα τα γράμματα και τα δέματα για την πόλη τους, που ο σερίφης στρίμωξε ένα γραφείο δίπλα στο δικό του κι έχωσε εκεί τον υπάλληλο του Ταχυδρομείου, για να μην τον στείλει σπίτι του δηλαδή και πεινάσουνε τα παιδιά του.

Οι μόνες φορές που έβγαινε από το σπίτι της η Μαντάμ Κλοέ, όπως έμαθαν ότι την έλεγαν από την υπηρέτριά της, την Ίζομπελ, ήταν για να πάει στο Δημαρχείο ή στο γραφείο του Σερίφη. Και στις δύο περιπτώσεις, όταν έφευγε και ο Δήμαρχος και ο Σερίφης την ξεπροβόδιζαν μέχρι έξω στο πεζοδρόμιο οι ίδιοι, πάντα υποκλινόμενοι και σφουγγίζοντας, αφού είχε ξεμακρύνει εκείνη αρκετά, το μέτωπό τους με ένα μαντήλι, γεμάτοι ανακούφιση. Τί δουλειές είχε νέα γυναίκα κάθε τρεις και λίγο εκεί και για ποιό λόγο έκανε τους πιο επιφανείς άντρες της πόλης να τρέμουν στην παρουσία της, κανείς ποτέ δεν έμαθε.

Το μόνο που είχαν καταλάβει πάντως όλοι ήταν, πως της Μαντάμ Κλοέ δεν της άρεσε η επαφή με τον κόσμο. Αν κάποιος της μίλαγε τον αγνοούσε επιδεικτικά. Κι αν πεις για κείνην την υπηρέτριά της, μάλλον τα ‘χε σηκώσει σχεδόν όλα τα χούγια της κυράς της, γιατί και κείνη, πέρα απ’ τα απολύτως απαραίτητα, δεν αντάλλασσε πολλές κουβέντες με κανέναν. Πέρα από τα ονόματα και των δυο τους, λέξη δεν είχαν καταφέρει να της πάρουν παραπάνω. Ούτε καν η μανάβισσα, που ήταν μάνα στο κουτσομπολιό και που την έβλεπε και μέρα παρά μέρα.

Μόνη της συντροφιά, λοιπόν, στο τεράστιο σπίτι της, η Μαντάμ Κλοέ είχε την «πτωχή Ίζομπελ», όπως συνήθιζε να την προσφωνεί. Κι αυτό το είχε μάθει η γειτονιά απ’ τις φωνές της μια μέρα…

-Που να σε πάρει και να σε σηκώσει άτιμο δουλικό! Σου ‘χω πει χιλιάδες φορές να μην ανοίγεις τα ρημάδια τα παράθυρα! Θες να με πεθάνεις;

-Λίγο μόνο της κουζίνας κυρά μου, να μην μυρίσει όλο το σπίτι λάχανο… Να φύγουνε οι ατμοί…

Η κυρά της έκλεισε τα μάτια φέρνοντας το χέρι της στο μέτωπό της, σαν να ήθελε να ελέγξει αν καίει από πυρετό. Ύστερα πήρε μια βαθιά ανάσα και της απηύθυνε και πάλι τον λόγο, μόνο που αυτή την φορά της μίλησε ήρεμα, αργά και σταθερά, σαν να απευθυνόταν σε νήπιο, που δεν καταλαβαίνει:

-Μάλιστα… Πτωχή μου Ίζομπελ… Πόσες φορές πρέπει να σου εξηγήσω ότι ο ατμός είναι φίλος μας; Ε; Πόσες φορές για να καταλάβεις επιτέλους πως ο ατμός καταστέλλει την… σκόνη;

Την τελευταία λέξη την ξεστόμισε με δυσκολία, σχεδόν ψιθυριστά, κάνοντας μια γκριμάτσα λες και πονούσε κάπου βαθιά μέσα της.

Ναι. Αυτό ήταν το μυστικό της. Η Μαντάμ Κλοέ σιχαινόταν την σκόνη. Για την ακρίβεια, την έτρεμε. Η φοβία της ήταν απολύτως παθολογική! Γι’ αυτό και είχε ακουμπήσει ένα σκασμό δολάρια για να χτίσει ένα σπίτι από τούβλα. Γιατί, όπως την είχαν ακούσει να λέει μια φορά μονολογώντας «…η σκόνη έμπαινε ύπουλα από τις χαραμάδες που αφήνανε οι σανίδες…».

Εκείνο το δόλιο το κορίτσι δε, το είχε λιώσει στις δουλειές. Ήταν τέτοια η μανία της με την καθαριότητα, που αν έπεφτε στην αντίληψή της έστω κι ένας κόκκος σκόνης κάπου, απ’ τις φωνές που έμπηζε, επιπλήττοντας την υπηρέτριά της, σηκώνονταν μέχρι και τα μουστάκια του μπάρμαν στο σαλούν απέναντι! Το ένα και μοναδικό παντοπωλείο της πόλης αναγκάστηκε να κάνει ειδικές παραγγελίες με καθαριστικά μόνο για κείνην κάθε εβδομάδα: πράσινο σαπούνι, αλισίβα, καυστική ποτάσα, αμμωνία, έλαιο λεμονιού, κερί γυαλίσματος και μαγειρική σόδα! Μέχρι και για τα ξεσκονόπανά της, χρησιμοποιούσε αρίστης ποιότητας βελούδο, παρακαλώ! Μάλιστα. Υποστήριζε η θεόμουρλη ότι το βελούδο μάζευε καλύτερα τη σκόνη από τα έπιπλα. Ο παντοπώλης πάντως την είχε λατρέψει, έστω και εκ του μακρόθεν! Ήταν η μοναδική του πελάτισσα, που αγόραζε πανάκριβα πράγματα και τα πλήρωνε τοις απολύτου μετρητοίς με την παραλαβή.

diigimata_katerina_evangelou_kissa_i_skoni_logografis-gr

Μ’ αυτά και μ’ εκείνα, το μυστήριο γύρω από το όνομά της είχε αποκτήσει υπερβολικές διαστάσεις. Όλοι πρόσθεταν κι από κάτι, θέλοντας να δειχτούν στους συμπολίτες τους ότι κάτι παραπάνω ξέρουν για εκείνη, κάτι που θα δικαιολογούσε μια πιο κοντινή σχέση μαζί της, προκαλώντας την ζήλεια των υπολοίπων. Άλλοι λέγανε πως είναι μία ζάμπλουτη ατυχήσασα και χηρεύσασα που κληρονόμησε τον άντρα της, ο οποίος είχε ορυχεία χρυσού στην Βόρειο Αμερική. Άλλοι πρόσθεταν με νόημα πως χηρεύσασα είναι αλλά ατυχήσασα όχι, μιας και σίγουρα εκείνη θα τον είχε βγάλει από την μέση για να τον κληρονομήσει. Πώς αλλιώς δικαιολογείτο νέα γυναίκα, με έναν πακτωλό -για τα δεδομένα της πόλης τους- χρημάτων και μια αγιάτρευτη εμμονή εναντίον της σκόνης, να πηγαίνει να μείνει στην πιο ξερή γωνιά της χώρας; Διάολε, μέχρι και το όνομα της πόλης ήταν “Dusty Fields”, τί περίμενε να βρει εκεί; Καταπράσινα λιβάδια;

Πάντως, αυτό που λένε πως κοντά στον βασιλικό ποτίζεται κι η γλάστρα, είναι πέρα για πέρα αλήθεια. Απ’ την λόξα της για την καταπολέμηση της σκόνης -αν είναι ποτέ δυνατόν δηλαδή!- είχε ανοίξει δική της γεώτρηση και είχε φτιάξει το δικό της υδραγωγείο. Μ’ αυτό το νερό, λοιπόν, είχε καταφέρει με το ανελέητο πότισμα, που σημειωτέον είχε αναλάβει να εκτελεί μόνη της πρωί και βράδυ κάθε μέρα ανελλιπώς, να έχει τον μοναδικό πράσινο κήπο της πόλης και να έχει και λουλούδια (που της τα είχανε φέρει σε σπόρια, με ειδική αποστολή με το ταχυδρομείο) σ’ αυτόν τον κακορίζικο τόπο, που το μόνο που φύτρωνε, κι αυτό αραιά και που, ήταν βάτα.

Η γλάστρα, που λέει η παροιμία, ποτίστηκε όταν μετά από ένα χρόνο αποφάσισε να φυτέψει τιλιές και ευκαλύπτους, κατά μήκος της δημοσιάς, όλα με δικά της έξοδα. Μάλιστα, είχε αγοράσει κι ένα βυτίο μεγάλης χωρητικότητας, που το έσερναν απάνω σ’ ένα κάρο δυο μουλάρια. Μ’ αυτό και με ένα λάστιχο περνούσε δυό φορές την μέρα ένας ινδιάνος -πού στην ευχή τον είχε βρει και τον είχε προσλάβει γι’ αυτήν τη δουλειά!- και πότιζε τα φιντανάκια. Έτσι πλέον είχε αρχίσει να διαφαίνεται μία υποψία πρασίνου στην πόλη και να γλυκαίνει η μορφή της.

Με το ίδιο βυτίο έβαζε τον ινδιάνο να περνά και να καταβρέχει το χώμα στη δημοσιά αλλά και περιμετρικά σε όλο το οικοδομικό τετράγωνο που ήτανε χτισμένο το σπίτι της, κάθε μεσημέρι για να μην σηκώνεται πολύς κουρνιαχτός.

Σταδιακά ανέλαβε κι άλλες τέτοιες πρωτοβουλίες, με τις ευλογίες πάντα του Δημάρχου και του Σερίφη. Κι οι συμπολίτες της σε κάθε πρωτοβουλία ανυπομονούσαν να δουν το αποτέλεσμα. Όπως για παράδειγμα, όταν είχε βάλει να φτιάξουν έναν ξύλινο σκελετό σαν σπίτι απάνω από δύο εκτάρια ξερή γη δίπλα απ’ το σχολείο κι έπειτα ζήτησε να την σκεπάσουν με ατέλειωτα μέτρα λινάτσας. Όλοι ανεξαιρέτως τότε είπανε πως της σάλεψε και στέγαζε τις ερημιές, μέχρι που κατάφερε να φτιάξει εκεί μέσα έναν κήπο με ζαρζαβατικά, τον οποίο είχε δωρίσει στο σχολείο για να καταναλώνουν ελεύθερα τα φρέσκα φρούτα και λαχανικά τα παιδιά, οπότε μετά το βούλωσαν όλοι ανεξαιρέτως επίσης.

Και κείνη δεν περίμενε, ούτε ζήτησε από κανέναν μια εξυπηρέτηση, μια χάρη. Μάλιστα. Τίποτα. Περίεργη φάρα ελόγου της. Ξόδευε τα λεφτά της στην πόλη αφειδώς κι αντί όλοι να της κάνουν τεμενάδες που τόσα πρόσφερε, την κοίταζαν καχύποπτα σαν να καρτέραγαν να τους ζητήσει φόρο για τις προσφορές της. Και την κατηγορούσαν πως σίγουρα κάπου της είχε λασκάρει μια βίδα, αφού σκορπούσε τα λεφτά της χωρίς κέρδος. Και μόνον η «πτωχή Ίζομπελ» την δικαιολογούσε πως αυτό ήταν το χόμπι της, έτσι της είχε πει η κυρά της, και πως το κέρδος της μόνο εκείνη το καταλάβαινε κι από κανέναν άλλον δεν περίμενε να καταλάβει.

Μια μέρα η μαντάμ Κλοέ είχε επισκέπτη, πράγμα εξαιρετικά σπάνιο. Είχε έρθει να την δει ο εργολάβος, που της είχε φτιάξει τα πάντα απ’ ότι είχε καταπιαστεί σε κείνον τον τόπο. Η Ίζομπελ τον οδήγησε να περιμένει στο σαλόνι, γιατί η κυρά της ετοιμαζότανε να πάρει το μπάνιο της. Θ’ αργούσε, του είπε, μα τον παρακαλούσε να την περιμένει το δίχως άλλο γιατί τον χρειαζόταν για κάτι πολύ σημαντικό, που αφορούσε την ψυχική της υγεία.

Ο εργολάβος, ονόματι Δανιήλ Φλιντ, βολεύτηκε στον καναπέ και της είπε να μηνύσει στην κυρά της πως δεν βιαζόταν διόλου. Εμ, βέβαια, πού αλλού θα έβρισκε να απολαύσει τέτοιο sherry…

Το μπάνιο της κυράς της ήταν όντως μια διαδικασία που έπαιρνε τον διπλό χρόνο για εκείνην απ’ ό,τι για τους άλλους ανθρώπους, τουλάχιστο αυτούς που πλένονταν, γιατί η Ίζομπελ θα έπαιρνε όρκο πως δεν ήτανε και πολλοί τέτοιοι σ’ αυτήν την πόλη. Έπρεπε πρώτα η Ίζομπελ να έχει σφραγίσει με μαύρο καραβόπανο το παράθυρο του μπάνιου, που ήταν εσωτερικό στο σπίτι τους, δίπλα ακριβώς από την κάμαρα της κυράς της. Έστω και μια ισχνή αχτίδα φωτός να περνούσε μέσα αλίμονό της τί θα άκουγε! Μάλιστα.

Ποτέ δεν θα ξεχνούσε η Ίζομπελ την μαντάμ Κλοέ την πρώτη φορά που θα ετοίμαζε το μπάνιο της, να την κοιτάζει έντονα, με μάτια γυάλινα λες και ψηνόταν από τον πυρετό. Κι έπειτα που την πλησίασε σε απόσταση αναπνοής, ελέγχοντας συνεχώς πάνω απ’ τους ώμους της το δωμάτιο, λες και κάποιος τις κρυφάκουγε, που της είπε ψιθυριστά με κοφτές ανάσες σαν να πνίγονταν: «Στο φως… Στο φως καημένη μου Ίζομπελ… Εκεί… Μικροί κόκκοι σκόνης στροβιλίζονται στο φως και ψιθυρίζουν συνέχεια!… Συνέχεια!… Συνέχεια!…». Ποτέ δεν θα το ξεχνούσε αυτό η Ίζομπελ γιατί δεν θυμάται να είχε τρομάξει ποτέ άλλοτε τόσο πολύ στη ζωή της!

Στο δωμάτιο του μπάνιου, λοιπόν, έπρεπε να κυριαρχεί απόλυτο σκοτάδι, ούτε κερί δεν την άφηνε ν’ ανάψει εκεί μέσα. Εκείνη την οδηγούσε, εκείνη την έγδυνε, εκείνη την έπλενε. Όλα ψηλαφιστά και με προσοχή. Και αφού τελείωνε με την ιεροτελεστία του μπάνιου της, την έντυνε και της σερβίριζε τσάι στο σαλόνι του κάτω ορόφου, εκεί που ήταν ασφαλής μακριά από το φως και τον στεγνό αέρα, που εισέβαλε στο δωμάτιο από το παράθυρο, που άφηνε ανοιχτό η Ίζομπελ ώσπου να συμμαζέψει.

Έτσι και τώρα, αφού ακολουθήσανε με ιερή σχεδόν ευλάβεια όλη την αλληλουχία των γνωστών τους πράξεων για το μπάνιο της Μαντάμ Κλοέ, εκείνη κατέβηκε αγέρωχη στο σαλόνι να πάρει το τσάι της και να συζητήσει με τον εργολάβο.

-Σε τί οφείλω την… χαρά της επισκέψεώς σου; τον ρώτησε όχι και τόσο πειστικά ως προς την χαρά της, αφήνοντας το χέρι του μετέωρο στον αέρα να περιμένει να ανταμώσει το δικό της για ένα χειροφίλημα, όπως όριζαν οι καλοί του τρόποι.

-Μαντάμ Κλοέ, η χαρά και η τιμή είναι όλη δική μου!, της απάντησε εκείνος σκύβοντας σε βαθιά υπόκλιση και μαζεύοντας εντέλει το χέρι του, καμώνοντας με μια κίνηση πως ίσιωνε το περιποιημένο μουστάκι του.

-Το καλό που σου θέλω να ήρθες απροειδοποίητα για κάτι πολύ σημαντικό και φλέγον, αλλιώς…, δεν απόσωσε την φράση της εκείνη, γυρνώντας του την πλάτη.

Πήγε και κάθισε στην πολυθρόνα της. Έπειτα τον κοίταξε κατάματα.

-Λοιπόν; τον ρώτησε φανερά ενοχλημένη, παρά περίεργη.

Εκείνος ξερόβηξε, δήθεν για να καθαρίσει τη φωνή του κι έπειτα πήγε και κάθισε στον καναπέ απέναντί της, χαμογελώντας δήθεν με άνεση.

-Λοιπόν αγαπητή μου, πρόκειται για το θέμα του παλιού νεκροταφείου.

Προς στιγμήν εκείνη έμεινε να τον κοιτά αποσβολωμένη, κρατώντας ακόμα και την ανάσα της. Ύστερα έκλεισε αργά τα μάτια της, τα σφάλισε σταθερά κι άφησε μια μακρόσυρτη εκπνοή. Μετά τα άνοιξε, σχημάτισε ένα αχνό χαμόγελο, τρεμόπαιξε τα βλέφαρά της και άπλωσε τα χέρια της για να πάρει με ήρεμες, αργές κινήσεις, την κούπα με το τσάι της. Έβαλε έναν κύβο ζάχαρης, έπιασε το ασημένιο κουταλάκι κι άρχισε να ανακατεύει χωρίς να σηκώσει τα μάτια της πάνω του.

-Κάτσε να σκεφθώ αν κατάλαβα καλά, του αποκρίθηκε με ήρεμη, χωρίς διακυμάνσεις φωνή.

Εκείνου του έφυγε με μιας όλο το χρώμα από τα μάγουλα. Έπιασε τον λαιμοδέτη του και προσπάθησε να τον χαλαρώσει. Είχε αρχίσει να κάνει πολύ ζέστη εκεί μέσα ή ήταν η ιδέα του;…

-Ήρθες απρόσκλητος στο σπίτι μου για να μου πεις για το παλιό νεκροταφείο…, συνέχισε εκείνη με την ίδια ψυχρή ηρεμία, ανακατεύοντας ακόμα με αργές κινήσεις το τσάι της. Νομίζω ότι τοποθετήθηκα σε αυτό το θέμα στην τελευταία μας συνάντηση στο γραφείο αυτουνού του ακατανόμαστου, του αρχιτεμπέλαρου του Δημάρχου. Δεν πρέπει να ΄χει περάσει πάνω από μήνας, σωστά; Θυμάσαι καθόλου Ντάνιελ τι είχα πει τότε; τον ρώτησε στο τέλος εκείνη σηκώνοντας τα μάτια της να τον κοιτάξει.

Καλύτερα να τον μαχαίρωνε παρά που του μίλαγε τόσο ήρεμα. Το παγωμένο βλέμμα της του προκαλούσε τρόμο.

-Για τ’ όνομα του Θεού Χλόη, της είπε σκουπίζοντας με το λευκό λινό μαντήλι του τους κόμπους του ιδρώτα, που στάζανε πλέον από το μέτωπό του. Κυριολεκτικά με ικέτεψαν απλά να κάνω μια μεσολάβηση… Εγώ μαζί σου είμαι, μην εξάπτεσαι σε παρακαλώ για ψύλλου πήδημα…

-Έχε χάρη που με απασχολεί άλλο, πιο σοβαρό θέμα και χρειαζόμουν να σε δω ούτως ή άλλως, του απάντησε εκείνη εμφανώς πιο χαλαρωμένη, αφού άφησε πρώτα ένα σιωπηρό κενό να σταθεί ανάμεσά τους για λίγο. Κι όσο για το παλιό νεκροταφείο τους, πες τους για τελευταία φορά πως ας τους παραχώσουν όπου θέλουν, οι νεκροί με τους νεκρούς κι οι ζωντανοί με τους ζωντανούς! Δεν θα ασχολούμαι με γελοιότητες! Κατάλαβες Δανιήλ;

Εκείνος πήρε μια βαθιά ανάσα και της χαμογέλασε βεβιασμένα.

-Ναι, μάλιστα, οι νεκροί με τους νεκρούς και οι…., δεν πρόλαβε να αποσώσει την επανάληψή του και η μαντάμ Κλοέ του ένευσε να σωπάσει με μία κίνηση του χεριού της.

-Ναι, σωστά, συνέχισε εκείνος. Έχεις πιο σοβαρά θέματα… Σε τι θα έχω την χαρά να σου φανώ χρήσιμος, λοιπόν;

-Ακριβώς αυτό σε σώζει ως τώρα, εργολάβε. Το ότι μου φαίνεσαι χρήσιμος. Τέλος πάντων. Στο προκείμενο. Θέλω να μου φτιάξεις ένα κουτί.

Εκείνος έμεινε να την κοιτά σαν χάνος.

-Τι είδους κουτί μαντάμ; την ρώτησε πραγματικά απορημένος.

-Ε… να… ένα μεγάλο, σιδερένιο κουτί, του απάντησε εκείνη δήθεν αδιάφορα.

-Δηλαδή; Πόσο μεγάλο;…

-Ας πούμε… ίσα με το μπόι μου αλλά πιο ευρύχωρο. Το θέλω από μασίφ σίδερο, να μην έχει πουθενά ούτε μία ισχνή χαραμάδα. Και να το έχεις μέσα ντυμένο με μαλακά μαξιλάρια.

Ο εργολάβος ανατρίχιασε σύγκορμος. Στο μυαλό του είχε σχηματιστεί η μακάβρια εικόνα ενός φέρετρου.

-Μα τί το θες ένα τέτοιο… κουτί; την ρώτησε τελικά.

-Δεν μου λες Δανιήλ… γιατί σε πληρώνω εγώ και μάλιστα αδρά;

-Μα… για να σου φτιάχνω…

-Ο,ΤΙ ΘΕΛΩ ΧΩΡΙΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ! τον έκοψε εκείνη φωνάζοντας τόσο άγρια, που στη στιγμή έγινε κατακόκκινη.

Ο εργολάβος τρόμαξε τόσο που κόλλησε με μιας την πλάτη του στον καναπέ. Έπειτα σηκώθηκε, πήρε στα χέρια του το καπέλο του, έσκυψε δουλικά και οπισθοχώρησε μέχρι που βγήκε έξω από το δωμάτιο, ψιθυρίζοντας λόγια μπερδεμένα, πως θα το φρόντιζε άμεσα και θα την ειδοποιούσε όταν θα ήταν έτοιμο.

Πράγματι, σε μία εβδομάδα η παραγγελία της ήταν έτοιμη. Της παρέδωσε το ασήκωτο από το βάρος κουτί στο σπίτι της, όπου τον έβαλε να το τοποθετήσει αρχικά στο ευρύχωρο χωλ της εισόδου. Μπήκε μέσα και ξάπλωσε κρατώντας στα χέρια της αναμμένο ένα μικρό λαδοφάναρο. Του έδωσε εντολή να το ασφαλίσει κι έπειτα να ρίξει πάνω στο σιδερένιο κουτί της χώμα από τον δρόμο έξω, που ήταν λεπτό σαν πούδρα. Ο εργολάβος εκτέλεσε ο ίδιος την εντολή της, με παρούσα μόνο την Ίζομπελ, η οποία έτρεμε από τον φόβο της μην αρπάξουν φωτιά τα υφάσματα που ντύνανε τα μαξιλάρια και γίνει η κυρά της παρανάλωμα του πυρός.

Έπειτα, άνοιξε το καπάκι βιαστικά, για να την βρει να λάμπει ευχαριστημένη!

-Πολύ καλή δουλειά, όπως όλες σου Δανιήλ! Δεν περνά μέσα ούτε κόκκος σκόνης! Φώναξε τους εργάτες σου να μπουν πάλι και μετέφερε το κουτί μου σε παρακαλώ στην σάλα.

Έπειτα γύρισε προς την καημένη την Ίζομπελ και της είπε φρενιασμένα, απαιτητικά στην αρχή:

-Ίζομπελ! Καθάρισε! Καθάρισε! Καθάρισε! σφίγγοντας τα χέρια της γύρω από τα μπράτσα της και κοιτάζοντας απελπισμένα το χώμα που υπήρχε σκορπισμένο παντού, για να καταλήξει να ψιθυρίζει:

-Kαημένη μου Ίζομπελ, καθάρισε… τόση σκόνη… καθάρισε… πού θα πατήσω; και να αναλυθεί στο τέλος σε κλάματα εκλιπαρώντας την:

-Πάρε με από εδώ, δεν μπορώ να αναπνεύσω, πνίγομαι…

Η πιστή της υπηρέτρια έσπευσε να την κρατήσει από το μπράτσο, προσφέροντάς της ένα μαντήλι για να καλύψει τη μύτη και το στόμα της.

-Μη σε νοιάζει κυρά μου, της έλεγε καθησυχαστικά, εγώ θα τα τακτοποιήσω όλα.

Έτσι απέκτησε η Μαντάμ Κλοέ το νέο της «αξεσουάρ», το ησυχαστήριό της, όπως το έλεγε η ίδια. Όλη η υπόλοιπη πόλη απέκτησε νέο θέμα συζήτησης, αφού πλέον της προσάπτανε και την πικάντικη κατηγορία της βιτσιόζας, μεταξύ όλων των άλλων που της καταλογίζανε.

Όμως εκείνης δεν ίδρωνε τ’ αυτί της. Της έφτανε που είχε επιτέλους ένα ασφαλές ησυχαστήριο, όπου μπορούσε να κλείνεται μέσα για δέκα λεπτά, χαλαρώνοντας εντελώς μακριά από την συνεχόμενη απειλή της σκόνης. Έβαζε την κακομοίρα την Ίζομπελ να την κλείνει μέσα και να έχει το νου της να την βγάλει μετά από λίγο.

Μια μέρα, έστειλε την Ίζομπελ να ταχυδρομήσει μια επιστολή, από το γραφείο του ταχυδρόμου, που συστεγαζόταν στο γραφείο του Σερίφη, ακριβώς απέναντι από το σπίτι τους.

-Κλείσε με στο ησυχαστήριό μου, μέχρι να γυρίσεις Ίζομπελ, δεν θα κάνεις πάνω από δέκα λεπτά, της είπε.

-Πετάγομαι κι έρχομαι αμέσως κυρά μου, της είπε εκείνη, χωρίς να τολμήσει να της εκφράσει τον φόβο της, που θα την άφηνε μόνη της κλεισμένη μέσα σε κείνο το κονσερβοκούτι! Έφυγε τρέχοντας κι απάνω στη φούρια της δεν κατάλαβε πόσο κοντά της περνούσε μια άμαξα. Την χτύπησε. Τρέξανε όλοι να δούνε τι έγινε. Την σήκωσαν στα χέρια, την πήγαν στο γραφείο του Σερίφη. Εκείνος την έβαλε να ξαπλώσει στο κρατητήριο, της πήγαν νερό. Η Ίζομπελ παραληρούσε συνεχώς «η κυρά μου… η κυρά μου…».

-Σώπασε φτωχό μου κορίτσι, δεν θα αφήσω την κυρά σου να σε μαλώσει και γι’ αυτό δα! της είπε ο Σερίφης, χωρίς να είναι και πολύ σίγουρος πώς θα το κατάφερνε. Και μόνο που πέρασε από το μυαλό του ότι πιθανόν να τον κατηγορούσε η Μαντάμ Κλοέ για το ατύχημα της πιστής της υπηρέτριας, τον καταλάμβανε το άγχος.

Ενόσω αυτά διαδραματίζονταν έξω στο δρόμο, μόλις πενήντα μέτρα μακριά της, η Μαντάμ Κλοέ απολάμβανε την απόλυτη γαλήνη και ησυχία στο ασφαλές σκοτάδι του κουτιού της. Ώσπου κάποια στιγμή άρχισε να νιώθει άβολα. Σαν να ζεσταινότανε. Σαν να είχε σταματήσει ο χρόνος.

-Η κυρά μου… Η κυρά μου! ψέλλιζε η πτωχή η Ίζομπελ, στην προσπάθειά της να τους παροτρύνει να πάνε κοντά στην κυρά της, που την λάτρευε, πριν να είναι αργά. Στην κυρά της, που την είχε αφήσει μόνη της κλεισμένη ζωντανή μέσα σε έναν σιδερένιο τάφο, μόλις πενήντα μέτρα μακριά της.

Η Μαντάμ Κλοέ άρχισε να ανασαίνει με δυσκολία. Κατάλαβε πως για κάποιο λόγο η υπηρεσία της άργησε. Και το οξυγόνο της τελείωνε. Προς στιγμήν πανικοβλήθηκε. Έψαξε να βρει το μάνταλο να ανοίξει το καπάκι αλλά μετά θυμήθηκε πως δεν είχε από μέσα. Το είχε παραγγείλει να ανοίγει μόνο απ’ έξω, τώρα πια δεν μπορούσε να θυμηθεί γιατί.

Η Ίζομπελ υπέκυψε στα βαριά τραύματά της. Η Μαντάμ Κλοέ σταύρωσε τα χέρια της στο στήθος.

Όταν την βρήκε αργότερα ο Σερίφης, ανάμεικτα συναισθήματα τον κατέκλυσαν. Ανακούφιση, που θα γλίτωνε ένα άγριο κατσάδιασμα και ποιός ξέρει τι άλλο, για τον χαμό της Ίζομπελ. Λύπη που δεν την πρόλαβε ζωντανή. «Τι περίεργο», σκέφτηκε, «μοιάζει ευτυχισμένη». Εξέπνευσε ήσυχα, χωρίς πάλη. Ένα χαμόγελο διαγραφόταν στο ήρεμο πρόσωπό της. Κανείς, ποτέ, δεν την είχε δει να χαμογελά όσο ζούσε.

 

Ίσως σας αρέσει και

2 Σχόλια

  • Μαριάννα Γληνού
    13 Οκτωβρίου 2016 at 20:58

    Τραγικό! Τόσο η σκόνη, όσο κι η μοίρα, περισσότερο αυτή η δεύτερη, περνά από όλες τις χαραμάδες! Μου άρεσε πολύ..

    • Κατερίνα Ευαγγέλου - Κίσσα
      14 Οκτωβρίου 2016 at 22:18

      Χαίρομαι που σου άρεσε το διήγημα αυτό Μαριάννα…

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Τον Μάρτιο του 2016 ίδρυσα τη λογοτεχνική ιστοσελίδα «Λόγω Γραφής», με εφαλτήριο την αγάπη μου για τις τέχνες και τον πολιτισμό αλλά και την ανάγκη μου για μια καλαίσθητη παρουσίαση και μια ευγενική διαχείριση και επικοινωνία και προς αυτή την ίδια τη λογοτεχνία αλλά και προς τους δημιουργούς της. Σε μία πορεία παγκοσμιοποίησης που όλα φαντάζουν να φτωχαίνουν, η πνευματική ένδεια είναι χειρότερη κατ’ εμέ. Η συναισθηματική στειρότητα. Η αναλγησία. Και έναντι αυτών μάχομαι. Όσοι αγαπάτε τη γραφή και μ’ αυτήν εκφράζεστε, είστε ευπρόσδεκτοι στη σελίδα μας. Μέσω της γραφής δημιουργούμε, επικοινωνούμε και μεταδίδουμε πολιτισμό. Φροντίστε τα κείμενά σας να έχουν τη μορφή που θα θέλατε να δείτε σε αυτά σαν αναγνώστες. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music