«Η πέτρα που χαμογελούσε», γράφει ο Γιάννης Βατικιώτης

Ένα άσχημο πάρκο. Αυτό ήταν. Ένα πάρα πολύ άσχημο πάρκο, σχεδόν παρατημένο από τον δήμο, ξεχασμένο από ανθρώπους, περιφρονημένο ακόμα και από τους σκύλους της γειτονιάς – αν είναι ποτέ αυτό δυνατόν. Ανάμεσα στα ξεραμένα χόρτα και τα από καιρό απότιστα λουλούδια ήταν, από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, μια μεγάλη ακόμα πιο άσχημη πέτρα. Θα έλεγε κανείς ότι είναι πραγματικά η πιο δύσμορφη πέτρα που έχει σχηματιστεί ποτέ στην φύση. Μεγάλη, στο μέγεθος μπάλας και κόκκινη με ρωγμές και ατελείς γωνίες που προεξείχαν, χωρίς πραγματικά καμία γεωμετρική συνέπεια,  πότε εδώ και πότε λίγο πιο δίπλα.

«Κοίτα. Περίεργη αυτή η πέτρα. Άσχημη δεν είναι; Για πέτρα εννοώ…» είπε το αγόρι.

«Για πέτρες με έφερες να μιλάμε εδώ πέρα; Είσαι με τα καλά σου; Πραγματικά έχω πολύ καλύτερα πράγματα να κάνω.”

Και αρπάζοντας την τσάντα της βιαστικά, σαν όταν νιώθεις ότι κάποιος πάει να στην κλέψει,  η μελαχρινή ψιλόλιγνη κοπέλα έκανε να φύγει.

«Κάτσε ρε παιδί μου. Χαλάρωσε λίγο. Όχι σε έφερα να μιλήσουμε. Πραγματικά δεν μπορώ να καταλάβω που πάει αυτή η σχέση. Και τέλος πάντων έλα λίγο κοντά μου, δεν δαγκώνω. Να έλα να δεις, σαν να χαμογελάει είναι, παρόλο που είναι τόσο άσχημη έστω και για πέτρα.»

Η απέλπιδα προσπάθεια του αγοριού έπεσε στο κενό όταν η κοπέλα τώρα πραγματικά έπιανε την  τσάντα της με μεγαλύτερη σιγουριά και έφευγε λέγοντας:

«Ναι, γελάει. Όπως εσύ κάθε μα κάθε φορά όταν σου λέω πως δεν αισθάνομαι καλά. Καλή τύχη με τις πέτρες σου.»

Τόσο αποφασισμένη. Τόσο σίγουρη, τόσο μπουχτισμένη από έναν έρωτα που δεν είχε καμία ουσία πια, η συνειδητοποίηση του ότι όλοι δεν κάνουν για όλους και ότι αυτές, όπως και όλες οι σχέσεις, έχουν  μια κάποια ημερομηνία λήξης ανάλογης της ποιότητας των ανθρώπων που μετέχουν σε αυτήν.

Την είδα να κλαίει. Έστριψε στη γωνία έκατσε κάτω από ένα υγρό υπόστεγο που μαζεύονταν οι γάτες της γειτονιάς και έκλαιγε. Μόνη. Αυτή και οι γάτες. Τον είδα να δακρύζει. Κοίταζε την άσχημη πέτρα με τα χέρια στις τσέπες, ανέκφραστα, σχεδόν σαν άγαλμα, και όλες οι στιγμές τους, μέσω του σώματός του, παρέδιδαν το ύστατο χαίρε στην σχέση τους. Τα σκούπισε με την άκρη του μανικιού του και έφυγε γρήγορα σαν να μην ήθελε να τον δει κανείς. Άλλωστε όλοι ξέρουμε ότι οι άντρες δεν κλαίνε.

Αυτές οι βραδινές ιστορίες. Σασπένς, ρομάντζο και μιζέρια όλα σε ένα δεκάλεπτο! Το μόνο καλό που μπορεί να υπάρχει όταν το μπαλκόνι του δωματίου σου είναι απέναντι από ένα τέτοιο απαίσιο πάρκο. Απίστευτη φασαρία! Μα πραγματικά, πώς είναι δυνατόν να κάνουν ένα μάτσο παιδιά τόση φασαρία!

Ένα Κυριακάτικο πρωί ξύπνησα με την κάκιστη των διαθέσεων καθώς, από ό,τι φαίνεται, ένα τσούρμο δωδεκάχρονων αγροίκων αποφάσισε να μου κάνει τη ζωή δύσκολη. Στον κλασικό Κυριακάτικο ποδοσφαιρικό αγώνα των δυο μεγαλύτερων αντιπάλων της γειτονιάς που ελάμβανε χώρο στο απαίσιο πάρκο μας, φαινόταν ότι υπήρξε μια κάποιας μορφής αλλοίωσης αποτελέσματος ή αδικίας. Η μία κουβέντα έφερε την άλλη και -όπως ήταν φυσικό- ήρθαμε στη μόνη κοινή αποδεκτή λύση που προτείνεται και από τις δύο πλευρές. Βία. «Γιατί όχι» σκέφτηκα «ούτως ή άλλως ξύπνησα τώρα». Έτσι λοιπόν έφτιαξα γρήγορα τον καφέ μου, πήρα το τσιγάρο μου και έκατσα να απολαύσω τον αγώνα πυγμαχίας.

Τα πράγματα πήγαιναν διασκεδαστικά όμορφα, μιας και το ίδιο επεισόδιο το είχα δει αρκετές φορές σε επανάληψη, μέχρι που ο μικρός και ασθενικός Δημήτρης βρήκε επιτέλους τη δύναμη και έσπρωξε τον στρουμπουλό μα δυνατό για την ηλικία του Κωστάκη (γνωστό τραμπούκο στις τάξεις των δωδεκάχρονων της γειτονιάς). Ο Κωστάκης έπεσε προς τα πίσω και , μην μπορώντας να κρατήσει το βάρος του σε ισορροπία, προσγειώθηκε με όλο του το σώμα στο χοντρό κεφάλι του. Πάνω στην πέτρα.

Και ξαφνικά ησυχία. Η απόλυτη ηρεμία. Το παιδί δεν σάλευε και τα υπόλοιπα μόλις είχαν καταλάβει ότι ο αγώνας τους και το αποτέλεσμα του δεν ήταν πια και τόσο σημαντικό. Την ησυχία έσκισε η φωνή της, από όλους της περιοχής χαρακτηρισμένη ως υστερικής, μάνας του παιδιού. Ήταν μια πολύ κακή μητέρα, που πραγματικά ίσως να ήταν και η πρώτη φορά που την λυπήθηκε η ψυχή μου. Έντρομη έφτασε κάτω και σε λίγα λεπτά είχε ήδη έρθει το ασθενοφόρο να πάρει τον μικρό. Με την συμπεριφορά του γιου της θα περίμενε κανείς ότι κάποτε κάτι τέτοιο θα συνέβαινε, μιας και όλα τα παιδιά τον φοβόντουσαν ή τον μισούσαν ή έστω κάτι ενδιάμεσο. Ήταν απλά θέμα χρόνου να κάνει κάποιος την αρχή. Οι τύραννοι δεν βασιλεύουν για πάντα. Ο Κωστάκης ξύπνησε μετά από έναν μήνα έχοντας χάσει εντελώς την αίσθηση των κάτω άκρων του. «Τι φταίει εν τέλει το παιδί αν το μεγάλωσαν έτσι» σκέφτηκα όταν το έμαθα. Πλήρωσε το φορτίο που του αγόρασε η μητέρα του καθώς ουκ ολίγες φορές την είχαμε ακούσει να του φωνάζει και να μειώνει τον ανδρισμό του ακόμα και μπροστά σε κόσμο. Τον ανδρισμό του, τον όποιο ανδρισμό μπορεί να έχει κανείς στην ηλικία των δώδεκα. Αμαρτίαι γονέων παιδεύουσι τέκνα.

Το ίδιο βράδυ και αφού η βαρεμάρα μου είχε φτάσει στο μέγιστο αποφάσισα να κατεβάσω τον σκύλο βόλτα στο πάρκο, να έχει και αυτό μια χρήση επιτέλους, όταν με την άκρη του ματιού μου είδα  έναν αρκετά ηλικιωμένο άντρα  να μουρμουράει βρισιές και κατάρες στον αέρα, μιας και ήταν μόνος του. Έμοιαζε σαν πραγματικά να τα λέει σε κάποιον, να του ρίχνει ευθύνες για κάτι και η περιέργεια μου δεν άργησε να με καταβάλει, αφού ανεπαίσθητα άρχιζα να περπατώ προς το μέρος του.

Μιλούσε ψευδά και ακαταλαβίστικα από τον θυμό του, κλωτσώντας και φτύνοντας την πέτρα.

«Καλησπέρα…» ψέλλισα με απορία.

«Τι θες και εσύ;» μου απάντησε.

«Καλά, είναι δυνατόν να βρίζετε μια πέτρα;»

«Αυτή η πέτρα κατέστρεψε τη ζωή μου, αν θες να ξέρεις.»

«Μα πως είναι δυνατόν μια πέτρα να κατέστρεψε τη ζωή σας; Και μόνο να το λέει κανείς ακούγετε τρελό.»

«Η πρώην γυναίκα μου με έπιασε εδώ με άλλην. Ήταν το μέρος που είχαμε πρωτοσυναντηθεί. Ε, δεν είχα που να πάω την καινούρια και την έφερα εδώ. Ήρθε, λέει, να αναπολήσει τις στιγμές μας. Αλλά δεν φταίει αυτή. Αυτή η καταραμένη πέτρα φταίει. Σε όποιον χαμογελάσει τον καταστρέφει. Είναι μια καταραμένη πέτρα. Από τότε η ζωή μου πήρε την κάτω βόλτα» είπε και έφυγε φτύνοντας χωλή και μίσος σε κάθε του βήμα.

Τρελός. Ο άνθρωπος ήταν ξεκάθαρα τρελός αλλά πραγματικά αυτή η πέτρα είχε κάνει την δουλειά της και γι’ αυτόν. Έφυγα και ποτέ δεν ξανασκέφτηκα το γεγονός. Κανείς δεν ασχολείται με τους τρελούς.

Καπνίζω για τελευταία φορά στο μπαλκόνι μου. Αύριο μετακομίζω, το τελευταίο δειλινό απέναντι από αυτό το ξερό και ξεχασμένο πάρκο. Μια κοπέλα με τις τσάντες του σούπερ μάρκετ  κάθεται με κλειστά  μάτια και απολαμβάνει τη ζεστασιά από το τελευταίο φως της ημέρας για σήμερα.

«Χαμογελάει ακόμα ξέρεις.»

«Πού κατάλαβες ότι είμαι εδώ;»

«Σε μύρισα. Μύριζες πάντα γιασεμί.»

«Μετά από τόσα χρόνια;»

«Ποτέ δεν ήρθα να κοιτάξω όταν μου το ζήτησες.»

«Και τώρα; Την βλέπεις;»

«Ναι. Θα έρθεις να δεις;»

Το γεγονός μου κίνησε το ενδιαφέρον και έκανα την έρευνα μου. Αντικείμενα σε φυσικές τοποθεσίες, όπως ην εν λόγω  πέτρα μας, υπάρχουν σε μεγάλο αριθμό στον κόσμο μας σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης. Καταραμένα ποτάμια, δέντρα, βουνά όπου έχουν συμβεί αναρίθμητα φονικά ή ατυχήματα, αναλόγως πάντα της διαστροφής του θύτη ή του θύματος. Είμαστε τα βουνά, οι πέτρες, όλα αυτά και ακόμα χειρότερα. Και μέχρι να αναλάβουμε τις ευθύνες των πράξεων και των συναισθημάτων μας, θα πληρώνουμε οι ίδιοι το φορτίο μας ή απλά θα το χρεώνουμε στα αγαπημένα μας πρόσωπα και έπειτα σε αντικείμενα πάνω στην ανέλπιδη προσπάθεια  μας να αποτάξουμε τις ευθύνες από πάνω μας.

Αν τα συναισθήματα έχουν βάρος τότε έχουν και δύναμη και η δύναμη φέρνει πάντα ευθύνη. Αν δεν υπήρχε η πέτρα, η ζωή του γέρου δεν θα είχε πάει στραβά και αυτός ίσως να μην είχε τρελαθεί. Αν δεν υπήρχε η καταραμένη πέτρα, ο Κωστάκης ίσως και να περπατούσε ακόμα. Όμως υπάρχει και είναι ακόμα εκεί να χαμογελά σε όποιον σταθεί αρκετά άτυχος να πρέπει να πάρει μια μεγάλη απόφαση όταν την συναντήσει. Μέχρι να βρεθεί κάποιος ή κάτι να απαντήσει σε όλη αυτήν την κακία της, σε αυτόν τον πραγματικό δαίμονα, βάζοντας τέλος στο χαιρέκακο και ειρωνικό μειδίαμα της. Κάτι σαν την αγάπη.

Την επόμενη μετακόμισα.

Έφυγαν μαζί.

Ίσως σας αρέσει και

2 Σχόλια

  • Anonymous
    28 Ιουνίου 2020 at 01:25

    Πραγματικά έχω διαβάσει ότι έχεις ανεβάσει στο σάιτ κ έχω μείνει κατάπληκτος από την δύναμη της γραφής σου.Συνεχισε έτσι γιατί το χρειαζόμαστε όλοι τέτοιες ωραίες τοποθετήσεις κ γραφές ΜΠΡΑΒΟ

  • Μαριάννα Γληνού
    5 Ιουλίου 2020 at 08:09

    Μου αρέσει η γραφή σου. Κυλάει αβίαστα πάνω στις γραμμές. Φορές, κρύβει ένα μυστήριο που καλείται να διαλευκάνει μέσα του ο αναγνώστης.
    Σκέφτομαι δύο πράγματα: Κι η αδυναμία έχει τις ευθύνες τής, το πρώτο, κι αν η πέτρα ήταν αγέλαστη, ποσο θα αλλαζε τις ζωες των ανθρώπων; το δεύτερο..
    Να είσαι καλά και να γράφεις..

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Μουζάκι Καρδίτσας. Γράφει από μικρό παιδί, όμως μόνο όταν ήρθε στη ζωή το δικό της παιδί ένιωσε ότι μπορεί να μοιραστεί τις λέξεις της, τις εικόνες της. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Μιλάει και γράφει άπταιστα την αγγλική και κάνει φιλότιμες προσπάθειες για την ιταλική. Σπουδάζει κλασικό πιάνο. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music