«Η μυστική συνταγή», γράφει η Λένα Μαυρουδή-Μούλιου

Η Εταιρεία Αρωματοποιίας ανάστατη. Η μυστική συνταγή τής δημιουργίας του νέου αρώματος που το διαφήμιζαν εδώ και μήνες διέρρευσε, και τώρα μπορεί να το παρασκευάσει και η κυρά Κατίνα τη γειτονιάς. Η Εταιρεία είχε πολλά επενδύσει σε τούτο το άρωμα και με αυτό ήλπιζε να ανακάμψει από την κατρακύλα της κατάρρευσης που ήταν συνέπεια της κρίσης που κτύπησε τα πάντα.

Και τώρα πια, καταστροφή. Τίποτα δεν την έσωζε και σαν να μην έφτανε αυτό, ο μικρότερος από τα τρία αδέρφια, από την απελπισία του πήρε τη ζωή  του, δίνοντας την χαριστική βολή σε τούτο τον ιδιότυπο θάνατο.

Τι κουτός που είναι τελικά ο άνθρωπος! Καλά ρε φίλε, δεν το ξέρεις ότι μια επιχείρηση όπως έχει τα πάνω της έχει και τα κάτω της; Δεν είναι αυτό ένα από τα ενδεχόμενα; Και ναι μεν, ένα άλλο ενδεχόμενο είναι να σε βοηθήσει η τύχη και να αφήσεις τον πάτο του βαρελιού, ενώ ο θάνατος είναι χωρίς δεύτερη ευκαιρία; Μαγκιά είναι να μπορείς ή να προσπαθείς σαν πέφτεις να σηκώνεσαι… Η αυτοχειρία είναι δειλία αν και πολλοί είναι αυτοί που  πιστεύουν ότι χρειάζεται κανείς πολύ θάρρος για να το πραγματοποιήσει.

Τα δύο άλλα αδέρφια για τι να πρωτοκλάψουν; Για τον χαμένο αδερφό τους, ή για την επιχείρηση που κρατούσε χρόνια, κληρονομιά από τον πατέρα  τους, που κι’ εκείνος την πήρε από το δικό του πατέρα, τότε που το άρωμα γεννιόταν σε Δύση και Ανατολή, στην εξευγενισμένη μορφή του όπως περίπου το ξέρουμε σήμερα στο Παρίσι.

Ποιος προδότης έκανε αυτό το έγκλημα καταστρέφοντας το πιθανότερο και τη δική του ζωή, αν ήταν μέλος είτε υψηλόβαθμο είτε χαμηλόβαθμο της Επιχείρησης;

Μία από τις κοπέλες, στέλεχος του χημικού τμήματος, απελπισμένη κι’ αυτή, πέταξε το δικό της σκεπτικό που υπήρξε η απαρχή της διαλεύκανσης του σκανδάλου που ταρακούνησε τα θεμέλια της Βιομηχανίας τού αρώματος, όχι μόνον στην Ελλάδα αλλά σε όλη την Ευρώπη.

«Κάποιος από εμάς τους επτά του χημείου είναι ο ένοχος. Δεν υπολογίζω βέβαια τα αφεντικά, πόσω μάλλον τον εκλιπόντα».

«Μα αν είναι κορίτσι μου να επιρρίψεις τέτοιες κατηγορίες θα πρέπει να μην εξαιρέσεις κανέναν απ΄ όσους με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, γνώριζαν την μυστική συνταγή. Η μόνη περίπτωση που δεν απαλλάσσεται ούτε ο εκλιπών, αν θέλεις να είσαι δίκαιη».

Και άρχισαν ενδελεχείς έρευνες με την Εταιρεία να πνέει τα λοίσθια. Αδιαμαρτύρητα πλήρωσαν οι πάντες από την ίδια τους την τσέπη για δικηγόρους και ερευνητές, εδώ παιζόταν το ψωμί τους, η ζωή τους όλη. Είχαν την ψευδαίσθηση ότι ίσως και να μπορούσαν να την σώσουν αν μάθαιναν το ποιος το έκανε και κυρίως το ΓΙΑΤΙ.

Μα ο καιρός περνούσε, τα χρήματα δεν περίσσευαν και όχι μόνον ένοχος μα ούτε υπόνοια έστω, εναντίον κάποιου.

Η ίδια η κοπέλα που επέρριψε την ευθύνη σε κάποιον από μέσα, υπέδειξε ή μάλλον πρότεινε, την γνωστή Πέρσα Βουδούρη να αναλάβει την υπόθεση, με το σκεπτικό ότι σαν γυναίκα θα γνώριζε και κάνα δυο πράγματα πάρα πάνω από τους άντρες συναδέλφους της, στο θέμα άρωμα, οι οποίοι το μόνο που γνώριζαν ήταν μερικές λοσιόν after save και ΑΝ. Δεν ήταν ας πούμε όπως τώρα που περνά από δίπλα σου το αρσενικό τίγκα στα αρώματα… Βρε πώς αλλάζουν οι καιροί! Άρωμα να φορά άντρας; Αδιανόητο. Κι’ αυτό όπως και τόσα άλλα κάστρα απαγορευτικά κατακρημνίστηκαν. Ισότητα δεν θέλαμε, γιούνισεξ; Την έχουμε. Γι’ αυτό μη μας κάνει εντύπωση, μη μας ξενίζει η θηλυπρέπεια όπως και η ανδροπρέπεια στα αντίθετα φύλα.

Αναζήτησαν λοιπόν την Πέρσα μα δυστυχώς ήταν σε διακοπές και οι δικοί της οι άνθρωποι την κρατούσαν αυστηρά μακριά από αστυνομικές υποθέσεις για να ξεκουραστεί η καρδιά της  που παρουσίασε κάτι ανησυχητικά προβλήματα, μα και το μυαλό της. Αν και η Πέρσα, κακά τα ψέματα, ξεκούραση ένιωθε μόνον όταν έγραφε αφ’ ενός και αφ’ ετέρου όταν την καλούσαν να λύσει προβλήματα καλή ώρα σαν και τώρα. Έτσι η κόρη της βλέποντας και σε τι δύσκολη θέση βρίσκονταν η πασίγνωστη αρωματοποιία ενέδωσε τελικά, πληροφορώντας τη μάνα για τα συμβαίνοντα που αναστάτωσαν την οικονομία της χώρας, μα και την βοήθεια που τής ζητούσαν. Και εκείνη, μόνο που δεν έβαλε τα κλάματα από την χαρά της. Υπέφερε από την απραγία της και έπληττε μέχρι θανάτου, αυτό δεν το έβλεπαν οι γιατροί;

Και ανέλαβε την υπόθεση, με τη θάλασσα συντροφιά, τους αέρηδες του νησιού που έκαναν την άμμο να κολλά σαν δεύτερο δέρμα πάνω της και την αλμύρα που ανέπνεε μαζί με το ιώδιο παρά τον βεβαρυμένο θυρεοειδή της.

Σηκωνόταν από τα χαράματα έπαιρνε μολύβια και χαρτιά, την ψάθα της και ένα θερμός με καφέ au lait και την άραζε σε μια απόμερη βραχώδη ακτή με τους γλάρους συντροφιά και το τραγούδι τού ψαρά που μάζευε τα δίκτυα του. Κάπως έτσι φάνταζε γι’ αυτήν η ευτυχία.

Ασχολιόταν με την υπόθεση και παράλληλα την μετέφερε σαν αστυνομική ιστορία στο βιβλίο διηγημάτων που έγραφε. Ήταν περίεργη να δει αν η πραγματικότητα θα έμοιαζε με τους δρόμους που την οδηγούσε η πένα της.

Η ιστορία τούτη τής θύμιζε μαθηματικά.

Α+Β+Γ=Δ+Ε+Ζ

(Α τα αδέρφια διευθυντές

Β το προσωπικό της εταιρείας

Γ η μυστική συνταγή

Δ όφελος

Ε πώς έγινε

Ζ από ποιον)

Και άρχισε σιγά σιγά να παίζει το γνωστό της παιχνίδι.

Η εξίσωση αναλυτικά:

Α: τα τρία αδέρφια που έμειναν δύο. Άμεμπτα; Πλήρως. Ο αποθανών ολίγον μποέμ τύπος και πέρα βρέχει. Απορίας άξιον λοιπόν το γεγονός της υπέρμετρης ευαισθησίας που τον οδήγησε στο μη περαιτέρω.

Β: το team του ΧΗΜΕΙΟΥ. Σαν τι λόγο μπορεί να είχαν να προδώσουν, αφού αυτό θα είχε σαν συνέπεια να καταρρεύσει η επιχείρηση και να χάσουν τη δουλειά τους χωρίς καν να αποζημιωθούν αφού έτοιμη η εταιρία προς πτώχευση;

Γ: η μυστική συνταγή. Πόσο μυστική τελικά και ποιος ο δημιουργός της;

Δ: ποιος ήταν εκείνος που θα ωφελείτο βασικά;

Ε: πώς έγινε η κλοπή;

Ζ: από ποιόν;

 Η Πέρσα πάνω σ’ αυτόν τον απλό μαθηματικό καμβά άρχισε να κεντά. Δεν εξαίρεσε από την έρευνα και τις υποψίες της κανέναν, και το βασικό της ερώτημα: Ποιος θα ωφελείτο. Μα εκείνο που την μπέρδευε ήταν… πώς ήταν δυνατόν να ωφεληθεί από μια τέτοια ολοκληρωτική καταστροφή. Κάποιος εκτός της Εταιρείας μήπως; Μα μια θετική απάντηση σε ένα τέτοιο ερώτημα θα ήταν εύκολη και οι εύκολες απαντήσεις δεν ήταν του γούστου της Πέρσας. Έβαλε κάτω λοιπόν την εξίσωση και άρχισε αποφασιστικά παρακινούμενη και από το αλάνθαστο ένστικτό της, να διαγράφει ‘’γράμματα’’.

Πρώτα πρώτα, έσβησε το Α, τα δύο διευθυντικά αδέρφια δηλαδή. Αδύνατον εν τοις πράγμασι να έχουν την όποια ανάμιξη στη βρώμικη ιστορία, θα ήταν παρανοϊκό. Τον αποθανόντα αδερφό τον ξεχώρισε, θα δούμε γιατί.

Μετά έσβησε το Β, το επιστημονικό προσωπικό. Ε, δεν βάζεις μόνος σου τα χεράκια σου να βγάλεις τα ματάκια σου, τι στην ευχή πια; Με αυτή την ανεργία που μαστίζει το σύμπαν είναι καιρός λες για πειραματισμούς σε άλλη δουλειά; Και επιπλέον ποιος εργοδότης θα σε υπολήπτεται ξέροντάς σε για προδότη; Θα σκεφτεί: «δοθείσης ευκαιρίας θα προδώσει κι εμένα όπως πρόδωσε τα μέχρι τώρα αφεντικά του/της».

Δεν διέγραψε το Γ βέβαια. Ποιος ήταν ο εμπνευστής της μυστικής συνταγής και τι είχε τόσο ξεχωριστό που θα την έκανε να δημιουργήσει σάλο στη βιομηχανία του αρώματος; Να τη βρήκε σε κανένα μπαούλο τη γιαγιάς; ΟΧΙ δεν παίζει κάτι τέτοιο. Επί εποχής γιαγιάδων κυριαρχούσαν στην Ελλάδα όπως και στην Ανατολή τα λεγόμενα πατσουλιά, βαριά αρώματα, μηδεμία σχέση εχόντων με το φινετσάτο πανάκριβο παριζιάνικο άρωμα. Επιπλέον οι κομψές, μα και οι λιγότερο κομψές Ελληνίδες, αρκούνταν σε ένα ματσάκι γιασεμί ή μια γαρδένια, ή και λίγο ροδόνερο που τους παρείχε εν αφθονία η Αλχημίστρια Φύση.

‘’Και πάμε στο Δ. Αυτό είναι το γράμμα που δεν διαγράφεται γιατί γι’ αυτό το γράμμα έγινε η κλοπή. Έτσι τούτο το Δ κάλλιστα μπορεί να ενωθεί με το Ε και το Ζ και να αποτελέσουν το Η που είναι και το ζητούμενο’’…

Και έτσι όπως σκεπτόταν η Πέρσα, με το μολύβι στα χέρια, απολαμβάνοντας τον δροσερό μπάτη, μια δυνατή φλασιά την έκανε να πεταχτεί από την ψάθα της, με κίνδυνο να σπάσει και κανένα πόδι η γριά χορεύτρια, αλλά και να χύσει τον καφέ au lait της που τώρα περισσότερο από ποτέ τον είχε ανάγκη, πού να πάρει η ευχή να πάρει!

‘’Ναι βρε Πέρσα, ΝΑΙ. Να δεις που αυτό είναι… Στρέφομαι στο υποσκέλος του Α που έσβησα. Στον Βενιαμίν αυτόχειρα’’.

Μάζεψε τα πράγματά της και τρέχοντας σχεδόν οδηγήθηκε στο σπίτι της να ψάξει για  λεπτομέρειες, επιπλέον των όσων ήδη γνώριζε, για το who is who του ‘’μικρού’’ της οικογένειας των διευθυντών.

Αυτά που έμαθε, εδραίωσαν την όντως παράτολμη σκέψη της.

Ο ‘’μικρός’’ είχε ξανοιχτεί με γυναικοδουλειές που του απομυζούσαν τους παράδες του και τα καζίνα συμπλήρωναν την αφαίμαξη. Η ζωή αυτή η αντιστρόφως ανάλογη με το χρήμα που ολοένα λιγόστευε τον έφτασαν στα όριά του. Σκέφτηκε: ‘’ξεπουλάω τη συνταγή, σώζομαι εγώ, αιμοδοτώ και την Εταιρεία και την σώζω κι’ αυτή.’’ Μα όταν ήρθε η ώρα της πληρωμής, το χρήμα που τού έδιναν δεν κάλυπτε μήτε το ¼ των τριάκοντα αργυρίων της προδοσίας του. Σίγουρος πια ότι η σωτηρία του ήταν αδύνατη και καπάκι θα έχανε την εκτίμηση και την αγάπη των δικών του αλλά και των συναδέλφων της Επιχείρησης, έβλεπε μπροστά του ένα μέλλον ζοφερότερο της αυτοχειρίας και την αποτόλμησε.

Πες την δειλία.

Πες την γενναιότητα ή μετάνοια και αυτοτιμωρία. Και την έκανε.

Και πώς την λες την αλήθεια αυτή την τρομερή, στα αδέλφια του, που το κτύπημα θα ήταν μεγαλύτερο της οικονομικής καταστροφής; Για την Πέρσα, αυτό ήταν τώρα το ανθρώπινα ζητούμενο. Θα έψαχνε να βρει τρόπο να τους το παρουσιάσει όσο πιο ανώδυνα ήταν δυνατόν…

Αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία παιδιά!…

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Μουζάκι Καρδίτσας. Γράφει από μικρό παιδί, όμως μόνο όταν ήρθε στη ζωή το δικό της παιδί ένιωσε ότι μπορεί να μοιραστεί τις λέξεις της, τις εικόνες της. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Μιλάει και γράφει άπταιστα την αγγλική και κάνει φιλότιμες προσπάθειες για την ιταλική. Σπουδάζει κλασικό πιάνο. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music