«Η μοίρα επανορθώνει», ένα διήγημα της Λένας Μαυρουδή Μούλιου

«Άγνωστε, ή και γνωστέ, μια ημέρα ο κασμάς σου σκαλίζοντας τον κήπο τούτο, για ν’ αφρατέψει το χώμα και να φυτέψεις καινούριες τριανταφυλλιές στη θέση αυτών που νέκρωσαν από τη δίψα και τη μοναξιά, θα σκοντάψει πάνω σε τούτο το βαρελάκι που κρατάς, που θα αλλάξει επί τα βελτίω όχι μόνον τη δική σου ζωή αλλά και πολλών άλλων – αν δε σε εμποδίσει η ανθρώπινη απληστία. Ηρέμησε τώρα και άκου τις  εξηγήσεις και την ιστορία μου…

Είναι η απάντησή μου στις δικαιολογημένες απορίες σου και την κατάπληξή σου, που θα αργήσεις σίγουρα να ξεπεράσεις. Δεν γίνεται, βλέπεις, κανείς πάμπλουτος από τη μια στιγμή στην άλλη, εκτός εάν το αποφασίσει η Μοίρα του, που λένε, αυτή που κινεί τα νήματα στις μαριονέτες, τα ανθρωπάκια της…

Λέγομαι Ελένα, χήρα Ξερολήθου, πιθανόν να έχεις ακουστά τόσο για μένα όσο και για  αυτά που μου καταμαρτυρούν οι συντοπίτες σου, που στο εξής, αλλάζοντας τροπάρι, θα ορκίζονται στο όνομά μου, αν κάνεις μια όσο το δυνατόν πιο δίκαια μοιρασιά. Νομοτέλεια, η υπόκλιση στο χρήμα, παίζει με τις συνειδήσεις της ανθρώπινης φύτρας. Γνωστά…

Φεύγω βιαστικά, κλείνοντας πίσω μου την πόρτα μιας ζωής που την ήλπιζα αλλιώς, έκλεισα το λαγούμι όπου έκρυψα τον πλούτο του συγχωρεμένου του άντρα μου, κρατώντας για τον εαυτό μου ελάχιστα ψίχουλα από όσα θα μου δίνονταν από το νόμο σαν μοναδικής κληρονόμου του μακαρίτη, μην ακολουθώντας την νόμιμη οδό, ακριβώς για να καρπωθούν τον πλούτο που τους δώριζε -άθελά του ίσως- ο Ξερόλιθος και να μη γίνει πλίνθοι και κέραμοι ατάκτως ερριμμένα στον κορβανά των αετονύχηδων. Έτσι έκρινα, έτσι έπραξα.

Ίσως αναρωτηθείς γιατί στο βαρελάκι έβαλα μόνο κοσμήματα και λίρες χρυσές και όχι χάρτινα νομίσματα. Μα γιατί δεν ξέρω αν  και πότε θα βρεθεί  η σκαπάνη τόσο κοντά χρονικά στο άνοιγμα του βαρελιού και το χάρτινο νόμισμα δεν  θα αξίζει πια μία. Λίγα έχουμε ακούσει;

Δεν έχω ακόμη καταλήξει πώς θα χειριστώ το θέμα των  χαρτονομισμάτων. Θα δω»…

Εδώ τελείωνε το γράμμα  της Ελένας με την υπογραφή της φαρδιά πλατιά.

Η Ελένα, πολύ αργότερα, έβαλε ένα αντίγραφο της επιστολής σε έναν φάκελο μαζί με μιαν άλλη επιστολή μεταγενέστερης ημερομηνίας και την κατέθεσε σε  συμβολαιογράφο, με την εντολή να ανοιχθεί όταν ειδοποιηθεί από την ίδια κυρίως.

Έγραφε:

«Είμαι πολύ νέα ακόμη και χωρίς έπαρση  να πω, πολύ όμορφη, από ό,τι μου λέει ο καθρέφτης μου, άριστης ποιότητας, με καμία παραμόρφωση σαν αυτούς τους παραμορφωτικούς των τσίρκων και των πανηγύρεων.

Στα δεκαοκτώ μου χρόνια, μόλις τελείωσα το σχολείο και για να απαλλαγώ από έναν αυταρχικό πατέρα, επιτομή της έννοιας δικτάτορας, παντρεύτηκα έναν πλούσιο συντοπίτη μου στα διπλά μου χρόνια.

Άνθρωπος καλός, πολύ καλός μου φάνηκε, μα  όπως απεδείχθη στη συνέχεια, πολύ φτωχός σε αισθήματα. «Λίγος» από κάθε πλευρά, αν γίνομαι κατανοητή… Επόμενο ήταν να τον απατήσω με την πρώτη ευκαιρία που μου δόθηκε, στο πρόσωπο ενός νεοφερμένου νέου στην Τράπεζα της περιοχής μας.

Νόμιζα  θα ευτυχούσα μαζί του αφήνοντας πίσω μου δίχως τύψεις, έναν σύζυγο που σίγουρα δεν θα έπεφτε του θανατά από την εγκατάλειψη. Ήταν βλέπεις, τόσο πολύ ερωτευμένος με τη δουλειά και τους παράδες του, που άλλος έρωτας δεν  χωρούσε στην καρδιά του. Λίγο ξεβόλεμα ίσως, από την ρουτίνα, που και αυτήν σίγουρα τη λάτρευε.

Τυχεροί και  οι δυο μας που δεν είχαμε ακόμη αποκτήσει παιδιά. Όσο να ’ναι θα δυσκόλευαν την απόφασή μου να τον χωρίσω.

Και πριν καλά-καλά του ζητήσω διαζευκτήριο, έρχεται ένα αστροπελέκι εγκεφαλικό και δίνει λύσεις σε ενδοιασμούς και μεταμέλειες. Θεώρησα τον εαυτό μου ευλογημένο που η αρρώστια του δεν ήταν απόρροια του επαπειλούμενου διαζυγίου μας αφού δεν είχα προλάβει να του το πω. Και το λέω αυτό, γιατί από χαρακτήρα θα έστηνα τον εαυτό μου στη θέση του πέναλτι και θα  άφηνα τον τερματοφύλακα να αποκρούει όλα τα γκολ. Θα κουβαλούσα στην ψυχή μου ένα κρίμα που θα μου κατέστρεφε τη ζωή μου ισοβίως.

Οι συντοπίτες  μου με είδαν με μισό μάτι. Μόλις γύριζα την πλάτη μου οι ψίθυροι έφταναν στα αυτιά μου με ζηλευτή ευκρίνεια. Δεν το έκαναν άλλωστε κρυφά.

Έμπαινα, ας πούμε, σε κατάστημα τροφίμων να ψωνίσω, μα ο μαγαζάτορας με πλερέζες μου ζητούσε συγγνώμη που το τρόφιμο είχε μόλις εξαντληθεί, ή και αν υπήρχε, είχε λήξει.

Σίγουρα δεν το έκαναν γιατί λυπόταν τον μακαρίτη, αλλά ζήλευαν τα πλούτη που άφησε σε μια κοπελίτσα σαν εμένα. Αχ και  να μπορούσα να τους έλεγα ότι τα μισούσα τα μαλάματά του και μακάρι να γινόταν να τους τα χάριζα όλα! Αυτά ήταν η αιτία της δυστυχίας μου. Δεν θα με πίστευαν το ξέρω, αλλά λίγο με ένοιαζε, όπως δε με ένοιαζε το γεγονός ότι μετά τη δωρεά μου θα ορκίζονταν πια στο όνομά μου!….

Πέρασαν κάτι μήνες όταν αποφάσισα να μετοικίσω σε έναν άλλο οικισμό, αφήνοντας πίσω μου θύμισες από τον άτυχο γάμο μου και την επίσης άτυχη κατάληξη του δεσμού μου με τον νεαρό τραπεζικό.

Ένα απόγευμα καλοκαιρινό, καθόμουν σε ένα όμορφο και μοντέρνο καφενεδάκι,  απολαμβάνοντας μια απίστευτη βυσσινάδα και ένα γλυκό κουταλιού νερατζάκι, φτιαγμένο με τρόπο παραδοσιακό πού μου θύμιζε τη χρυσοχέρα, μακαρίτισσα μάνα  μου, ξέρετε, με ξυσμένη τη φλούδα…

Ξάφνου βλέπω να έρχεται προς το μέρος μου ένας ξένος, τύπος αθλητικός και πανύψηλος, που δεν είχα ποτέ ξαναδεί στα μέρη μας. Δεν φάνηκε να με πρόσεξε ιδιαίτερα, αλλά τελικά και τυπικά, μου απηύθυνε έναν χαιρετισμό όπως κάνουν όλοι οι χωρικοί μας με όποιον συναντήσουν,  γνωστό ή ξένο.

Μου κίνησε το ενδιαφέρον, να το πω, για δύο λόγους: Ήταν πολύ καλοφτιαγμένος, έτσι όπως ονειρεύεται το κάθε κοριτσόπουλο τον πρίγκιπα των ονείρων της και δεύτερον μου  θύμιζε αμυδρά τον άντρα μου, όπως θα πρέπει να ήταν στα πολύ νιάτα του. Λένε ότι καθένας μας έχει κάποιον σωσία κάπου στον κόσμο, χωρίς την παραμικρή συγγένεια αίματος, εθνικότητας ή και φυλής. Το ακόμη πιο περίεργο με το συγκεκριμένο νεαρό άντρα ήταν ότι έμοιαζε με τον μακαρίτη σύζυγό μου ακόμη και σε ένα τικ πού είχε στο περπάτημά του.

Οφείλω να πω ότι έψαχνα να βρω τρόπους κάποιος να μας συστήσει,  να τον ακούσω να μιλάει, να μάθω αδερφέ ποιος ήταν και τι γύρευε στα μέρη τα δικά μας. Και λέω δικά μας, γιατί δεν νομίζω ότι κάτι τον συνέδεε με κάποιον από εμάς, είτε συγχωριανό είτε γείτονα ξενομερίτη.

Ανέλπιστα, τον βλέπω να σηκώνεται και να έρχεται προς το μέρος μου και να μου λέει με μια απίστευτα μπάσα φωνή τύπου Σαλιάπιν:

«Τα σέβη μου κυρία μου. Γνωριζόμαστε μήπως;»

«Αντιχαιρετώ και αναρωτιέμαι από πού βγαίνει το ερώτημά σας ότι γνωριζόμαστε. Αλλά πάλι, δεν ξέρει κανείς. Ο κόσμος είναι τόσο μα τόσο μικρός και δεν αποκλείω το γεγονός μιας γνωριμίας, που διέλαθε ίσως της μνήμης μας. Παρακαλώ καθίστε κύριε, κύριε…»

Και ενώ φλεγόμουν να μάθω τα βασικά έστω, πώς τον λένε, πού κατοικεί, πού εργάζεται, ποιο το αντικείμενο της δουλειάς του και από ποιο αστέρι πήδηξε για να προσγειωθεί μόλις δυο μέτρα μακριά μου,  τον ακούω να μου λέει με εκείνην την απίστευτης χροιάς βαθειά φωνή του, σαν να διάβαζε τις σκέψεις μου:

«Ναι. Επιτρέψτε  μου να συστηθώ. Τζίμης Ξερόλιθος, κάτοικος προ αμνημονεύτων ετών της γειτονικής Ξερολιθιάς, άρτι επαναπατρισθέντος από την μακρινή Αντίς Αμπέμπα»…

Μιλούσε χωρίς έπαρση και σίγουρα ανήκε σ’ εκείνην  τη σπάνια κάστα των  αντρών που δεν εκμεταλλεύονταν το γεγονός  της επίγνωσής τους ότι η γοητεία τους έπαιρνε τη μιλιά των γυναικών που τους ερωτεύονταν  coup de foudre.

Και συνέχισε…

»Παρακαλώ μπορώ να μοιραστώ με την συντροφιά σας το ελληνικό και λατρεμένο  καφεδάκι που ετοιμάζει η κυρά Μαριγώ, που μόλις γνώρισα και σίγουρα ερωτεύτηκα;

Θα σας φανεί ίσως γελοίο, αλλά κάτι λιχουδιές σαν -ας πούμε- το καφεδάκι και το γλυκό  κουταλιού συκαλάκι, έρχονταν πρώτες στην θύμηση, καθώς ετοιμαζόμουν να επιστρέψω στην πατρίδα μετά από είκοσι χρόνια απουσίας και τον νόστο μου να έχει κτυπήσει κόκκινο στη μηχανή της αναμονής…

»Παρακαλώ λέγε με Δημητρό, όπως με έλεγε ο πατέρας μου και η μάνα μου η συγχωρεμένη»…

Τόσο απλά λόγια, ζεστά, βγαλμένα θαρρείς από το στόμα ποιητή.

«Ξερολιθιά είπες; Έμενα κι εγώ εκεί πριν κάμποσο καιρό, μέχρι που χήρεψα και αποφάσισα να μετοικίσω σε τούτο το φιλόξενο χωριό με τους διακριτικούς κατοίκους, που ο ξένος δεν αποτελεί το κύριο θέμα ενδιαφέροντός τους για κουτσομπολιό, όπως συνηθίζεται».

«Δίκιο έχεις. Το τι ιστορίες γι’ αγρίους  έχουν ειπωθεί για μένα και το συγχωρεμένο τον πατέρα μου, δε λέγεται. Ότι ήμουνα θετό παιδί του, γιατί ο ίδιος αδυνατούσε να τεκνοποιήσει, ότι ήταν αυτή η αιτία που έστειλε τελικά στον τάφο τη μάνα μου που άλλο  δεν άντεχε πια… κ.τ.λ.. Καφενές και αντρικό κουτσομπολιό, η ‘’πληγή’’ μα και η κύρια ‘’διασκέδαση’’ των  χωρικών μας.

Δεν ξέρω  αν τα κουτσομπολιά είχαν κάποια  δόση αληθείας, ποτέ μου δεν το έψαξα, γιατί τίποτα δεν  θα άλλαζε στη ζωή μου και στα αισθήματα που ένιωθα για τον πατέρα μου. Τον σεβόμουν, ναι, αλλά πατέρα μου θεωρούσα τον αδερφό του που από τα δέκα μου χρόνια. Έζησα μαζί του στην Αφρική, αυτός με μεγάλωσε, με σπούδασε, με έμαθε να διαχειρίζομαι τις απέραντες φυτείες του καφέ, μέχρι που τον έχασα και άλλο πια δεν με κρατούσε η Αφρική. Η χώρα της καρδιάς μου δεν έπαψε να είναι  η πατρίδα αν και ένα μεγάλο της μέρος, αυτής της καρδιάς, το έχω αφήσει εκεί, στην Αβησσυνία της νιότης μου.

»Δεν μου πήρε παρά ελάχιστες ημέρες για να ξεπουλήσω τα υπάρχοντά μου και αυτά του θείου μου, που κληρονόμησα, και να γυρίσω.

Για το θάνατο του πατέρα μου έμαθα όταν ακόμη ήμουν στην Αντίς Αμπέμπα. Το έμαθα από κάτι συμπατριώτες, πράγμα που μας επιβεβαιώθηκε και επισήμως μετά από ενέργειες που έκανε ο θείος μου.

Θα είμαι ειλικρινής. Δεν συγκινήθηκα ιδιαίτερα.

Το θέμα του γονιού μου που με αποχωρίστηκε μόνο και  μόνο  για να πλουτίσω  στερώντας μου το πατρικό χάδι στην πιο τρυφερή μου ηλικία, τότε που το είχα πιο πολλή ανάγκη, με πονούσε βαθιά, δεν του το συγχώρεσα ποτέ.

Θα πρέπει πάντως κι εκείνον να μην τον πολύ ένοιαζε ο μισεμός μου, γιατί δεν θυμάμαι να θέλησε ποτέ να κάνει ένα ταξίδι να με δει έστω, αφού και πλούσιος ήταν για  να αντέξει τα έξοδα ενός τέτοιου ταξιδιού, αλλά και χρόνο διέθετε, εν αντιθέσει με μας και την φροντίδα των φυτειών μας, που δεν επέτρεπαν την απομάκρυνσή μας».

«Θλιβερές αυτές οι ιστορίες, έχω ακούσει τόσες και τόσες σαν την δική σου. Και  ο πατέρας σου; Δεν είχε κάνει οικογένεια, άλλα παιδιά;»

«Μου είπαν ότι στα πενήντα του παντρεύτηκε μια κοπέλα στα μισά του χρόνια αλλά δεν ευτύχησε».

«Και δεν ήταν φυσικό; Αφού τους χώριζαν γενιές. Και πότε συνέβησαν όλα αυτά;»

«Πριν λίγους μήνες θαρρώ»

«Κοίταξε τώρα μια σύμπτωση. Ακριβώς όπως συνέβη και με εμένα. Πώς είπες ότι τον έλεγαν τον πατέρα σου;»

«Νικόλα Ξερόλιθο.»

«Και τον άντρα μου έτσι τον έλεγαν… Αρέσουν, ως γνωστόν, οι φάρσες στη μοίρα, αλλά ο δικός μου δεν είχε παιδιά. Όπως και να ‘χει πάντως, τρομερές οι συμπτώσεις.»

Η συζήτηση διεκόπη  στο σημείο αυτό, γιατί μια παρέα  χωρικών ήρθε να καλωσορίσει τον νέο άντρα και να του ευχηθεί καλή παραμονή αν αποφάσιζε να μείνει στο χωριό τους.

Εκείνος γελώντας καλοσυνάτα με χαιρέτισε και έφυγε μαζί τους, λέγοντάς μου πάνω από τον  ώμο του: «Γεια σου πατριώτισσα, πώς είπαμε πως σε λένε;»

«Ελένα.»

«Γεια σου Ελένα. Πολύ χάρηκα για τη γνωριμία και σε ευχαριστώ που μου επέτρεψες να μοιραστώ την ιστορία μου μαζί σου, δεν είναι κάτι που το συνηθίζω  εύκολα ξέρεις. Πίστεψέ με, αν ήξερα ότι στη μικρή μου πατρίδα υπάρχουν κορίτσια τόσο γλυκά σαν ελόγου σου, θα είχα φροντίσει να γυρίσω νωρίτερα…»

Μια φιλοφρόνηση και ίσως ένα απαλό φλερτ, που απέπνεε γοητεία και ευγένεια συγχρόνως, χωρίς  ίχνος αυταρέσκειας και ναρκισσισμού.

Να πω ότι δεν με σαγήνεψε η γνωριμία του, θα ήταν ψέμα και εγώ δεν τα πάω καθόλου καλά με τέτοια πράγματα…

Στη σημερινή εποχή, τον άνθρωπο τον ευθύ, τον αυθεντικά ευγενή και όχι τον κατά συνθήκην, ίσως και να τον θεωρούν παλαιομοδίτη και ολίγον αφελή, πράγμα που ως φαίνεται δεν τον ενδιέφερε ιδιαίτερα.

Δεν μου έκανε καρδιά να φύγω από το καφενεδάκι, ελπίζοντας κατά βάθος ότι μπορεί και να ξαναγύριζε. Μα το θαύμα δεν έγινε.

Με κατέλαβαν οι ανασφάλειές μου και υπέθεσα ότι και αυτός, όπως οι συντοπίτες του, θα με μέμφονταν κατά βάθος, που έγινα πάμπλουτη με τον θάνατο του ανθρώπου που ετοιμαζόμουν να εγκαταλείψω, αν δεν  προλάβαινε η μοίρα να κάνει παιχνίδι.

Την επομένη, με το πρόσχημα κάποιων αγορών που ήθελα να κάνω, πήγα στο καφενεδάκι να δροσιστώ με μια παραδοσιακή βυσσινάδα, ελπίζοντας ότι  μπορεί και να τον ξανάβλεπα.

Δεν τον είδα.

Ούτε την επομένη, ούτε την μεθεπομένη τον είδα, χωρίς να με νοιάζουν πια τα προσχήματα και τα σχόλια των καλοκάγαθων κατοίκων, που ήταν ασυνήθιστοι στην θέα γυναικών στα… εδάφη τους.

Ο κυρ Μήτσος, ο μαγαζάτορας, ήρθε να πάρει παραγγελιά και στην απορία μου που δεν έβλεπα την κυρά Μαριγώ, μου απάντησε λυπημένα, ότι νοσεί και μάλλον πρόκειται για τον εστεμμένο.

«Κάναμε αιματολογικές εξετάσεις και περιμένουμε απάντηση, αν και είμαστε σίγουροι  ότι για τον γιόκα μας πρόκειται, αφού το σελφ τέτοιο, ήταν θετικό. Ο Θεός να μας βοηθήσει κυρά μου, μόνον ο Θεός.»

Και όπως όριζαν οι νόμοι, το καφενεδάκι και οι θαμώνες του μπήκαν σε καραντίνα διαρκείας, αφού και οι αιματολογικές αυτό απέδειξαν, με τη Μαριγώ να μεταφέρεται εσπευσμένα στο Νοσοκομείο.

Και αυτή ήταν η χαριστική βολή στα όνειρα που, καλώς ή κακώς, είχα αρχίσει να κάνω.

«Να δεις που ο νεοφερμένος μας φταίει, που μας κουβάλησε τον covid» μουρμούριζαν οι κακοπροαίρετοι.

« Και σαν πού είναι κρυμμένος και δεν τον βλέπει κανείς;»

«Μα μήπως και αυτός είναι άρρωστος;» τόλμησα να ρωτήσω, χωρίς να φοβάμαι μη και παρεξηγηθεί η συμπόνια μου. Δύσκολοι καιροί για φτηνά κουτσομπολιά, που σε μέρες απονήρευτες θα  έτρεφαν την ανία των χωρικών ακόμη και σε τούτο  το  άκακο χωριουδάκι.

***

Πόσον καιρό είχα να τον δω; Μία εβδομάδα; Ένα μήνα;

Ο ευλογημένος. Τώρα βρήκε να επαναπατριστεί, τώρα που είναι «Αργά πια για δάκρυα Στέλλα;»

Ναι, μα, να που γίνονται ακόμη και θαύματα ακόμη και σε καιρούς χαλεπούς, αρκεί να τα έχεις καλά με τους συνωμοσιολόγους του σύμπαντος…

Και  εγώ -κατά πώς αποδείχτηκε- τα είχα καλά, γιατί ποτέ δεν τους μάλωσα, δεν τους κόντραρα για τις μύριες όσες αναποδιές που με φίλευαν εδώ και τόσα χρόνια, όχι γιατί ήμουνα υπεράνω, αλλά γιατί πίστευα πως ό,τι και να έλεγα, θα προσέκρουε σε ώτα μη ακουόντων.

Έκανα φαίνεται καλά, αλλιώς πώς  να εξηγήσω το γεγονός, όταν  απαντώντας στο κτύπημα της εξώπορτάς μου βρέθηκα να αντικρίζω κατάπληκτη το Δημητρό.

«Αν μου πεις να μην μπω, φεύγω αμέσως και δεν θα το θεωρήσω αγένειά σου.»

Τα είχα χαμένα. Ακούω σαν σε όνειρο τον εαυτό μου να λέει:

«Πώς… πώς… παρακαλώ πέρασε μέσα. Μόλις έφτιαχνα καφέ, θα τον μοιραστούμε.»

«Σε ευχαριστώ Ελένα. Σίγουρα θα τον χρειαστούμε και οι δύο.»

«Τι εννοείς»;

«Εννοώ ότι ξέρω ότι ήσουν μητριά μου αν και συνομήλική μου και ίσως μικρότερη ακόμα.»

Ένοιωσα σκοτοδίνη. Άλλα λόγια λαχταρούσα να ακούσω από τα χείλη του και πάντως όχι αυτά που τελικά άκουγα τώρα.

«Δεν σε κατηγορώ  για  τίποτα καλή μου. Το τελείως αντίθετο. Η πατρίδα μου έστρωσε δια χειρός σου το κόκκινο χαλί να με υποδεχτεί.

Είπα να ανακαινίσω το πατρικό μου σπίτι και τον κήπο του. Και ενώ θα μπορούσα να αγοράσω όλο το χωριό και να χτίσω πύργους,  θεώρησα ότι τίποτα δεν θα μπορούσε να συγκριθεί με τούτο το σπίτι και τον κήπο του, που σαν παιδί έπαιξα στα παρτέρια του κρυφτό και κυνηγητό με τους φίλους μου.

Ίσως να ήθελα να γυρίσω τον χρόνο πίσω και να δέσω το νήμα της ζωής μου στο σημείο που κόπηκε.

Κάλεσα μαστόρους και μπογιατζήδες, ξυλουργούς και γεωπόνους, να με βοηθήσουν να κτίσω το όνειρό μου, προσφέροντας και τη δική μου εργασία αυτή που θα μου υποδείκνυαν εκείνοι.

Ζήτησα από τον κυρ Λεωνίδα, τον κηπουρό, που στις γνώσεις του από την πείρα μιας ζωής υποκλίνονταν οι σπουδαγμένοι γεωπόνοι, να μου υποδείξει με ποιο σημείο του κήπου ήθελε να ασχοληθώ και αυτός, σαν οδηγημένος από μια ανώτερη δύναμη ή και από το πνεύμα του ίδιου μου του πατέρα, που ήθελε να διορθώσει τα σφάλματα του παρελθόντος του, μου υπέδειξε το παρτέρι μπροστά από την ξύλινη πορτούλα…  Να συνεχίσω;»

Ένοιωθα ως εάν το αίμα να χανόταν σε βαθμό κλιμακούμενης έντασης  από το πρόσωπό μου, γιατί εκείνος με κοίταξε έντρομος και με ειλικρινές ενδιαφέρον μου έδωσε να πιω μια γουλιά από τον καφέ που είχα φτιάξει.

«Μη λες τίποτα Ελένα, σε παρακαλώ. Και μόνον η χειρονομία σου με το βαρελάκι, τα  λέει όλα, αντ’ εσού. Σπάνια ομορφιά ψυχής, σε ένα πανέμορφο κορμί. Ακτύπητο και σπάνιο δίδυμο.

Η περιουσία αυτή σου ανήκει, αν και παραδέχομαι ότι ένα μέρος της ανήκει και σε εμένα σύμφωνα με  το νόμο. Φαντάζομαι πάντως ότι και μετά την ανασκαφή τα ευρήματα δεν θα αλλάξουν τη ρότα που ακολούθησαν ο πεποιθήσεις σου.

Σκέφτηκα σωστά καλή μου;»

«Καλή μου; Είπε καλή μου ή μήπως το φαντάστηκα και αυτό;»

«Ρώτησα το Λεωνίδα να μου βρει πόσα από τα κορίτσια του χωριού μας είναι σε ηλικία γάμου και δεν τον πραγματοποιούν, λόγω οικονομικών δυσχερειών. Θα τα προικίσουμε όλα.

»Θα βοηθήσουμε και τα αγόρια μας να ορθοποδήσουν και να γυρίσουν στο χωριό μας από τις ξενιτιές όπου σπαταλούν τα πιο όμορφα χρόνια τους σαν δουλοπάροικοι των αφεντάδων.

»Τι λες κι εσύ;»

«Με ρωτάς και οφείλω να σου απαντήσω.

»Το ξέρεις ότι είσαι ένας πολύ όμορφος άντρας και φαίνεται ότι και η ψυχή σου είναι το ίδιο ωραία. Ευτυχισμένη η γυναίκα που θα έχεις πλάι σου…»

«Χμ πλάι μου ίσως όχι, μπροστά μου όμως ναι. Μη μου πεις ότι δεν θέλεις να με παντρευτείς;

Και αν τύχει και δεν θέλεις να ζήσουμε στο χωριό τούτο με τις άσχημές σου θύμησες, πάμε όπου αλλού εσύ θέλεις. Από καιρού σε καιρό θα επισκεπτόμαστε το χωριουδάκι μου, αυτό ήταν  που μας ένωσε.

Σου το χρωστούσε.

Μου το χρωστούσε.»

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα, με την οικογένειά της, στο Μουζάκι Καρδίτσας. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Επί σειρά ετών εργάσθηκε σε θέσεις ευθύνης σε πολυεθνικές εταιρείες. Από τον Μάρτιο του 2016 λειτουργεί ως διευθύντρια τη λογοτεχνική ιστοσελίδα «Λόγω Γραφής» www.logografis.gr ...περισσότερα

Αρχειοθήκη