«Η μάσκα (Για την Άννα)», ένα διήγημα της Λυγερής Ζωχιού για τη δράση ‘Γράμματα ανεπίδοτα’

Ώρες πολλές κοιτούσε έξω απ’ το μικρό παράθυρο. Σαν και να προσπαθούσε να ξεκλέψει ζωής ανάσες κάθε μέρα. Τα χέρια του βαριά και κουρασμένα δεν άντεχαν να γράψουν πια.

Μόνο τα γαλανά του μάτια έμεναν δυνατά κι αχόρταγα λες κι είχαν ακόμα κάτι να περιμένουν.

Κοιτούσανε τον όμορφο κήπο έξω, τις εποχές που άλλαζαν τις φορεσιές τους κάθε μέρα και πάντα τον ουρανό με την υπέροχη, λεύτερη απλωσιά του. Πάντα την ένοιωθε σαν μια ζεστή και γενναιόδωρη αγκαλιά αυτή τη απλωσιά.

Μα ήτανε κι εκείνη η μεγάλη αυλόπορτα του γηροκομείου που δεν φιλοτιμήθηκε ποτέ ν’ ανοίξει για να περάσει μια χαρά για κείνον πια.

«Χαλάλι… Δεν ήτανε γραφτό…» σκεφτόταν τότε και λίγο παρηγοριόταν.

Χρόνια είχαν περάσει και νύχτες και στιγμές χαραγμένες στην ψυχή και στα χαρτιά του.

Λευκά μαλλιά ατίθασα μοναδικό στολίδι στο γέρικο κεφάλι το θολωμένο από σκέψεις πολλές, χρόνων.

Πήραν και δώσαν οι καιροί και δεν θυμόταν πια πολλά.

Mα ώρες-ώρες θαρρείς και κάποιος τράβαγε το πέπλο της λήθης.

Τότε σα να ζωντάνευαν και στέκονταν μπροστά του τα χρόνια της δύναμης. Νέος κι αυτός γέμιζε τον αέρα φωνές, γέλια, τρεχαλητά και αγκαλιές, ματιές, φανταχτερές φιγούρες και τεχνάσματα.

Και πάντα του, έγραφε πολύ. Χαρά ή λύπη δεν ξεχώριζε· μόνο να τον αγγίξει στην ψυχή εκείνο το κάτι που θα ‘δινε φόρα στην καρδιά και θα χυνόταν σαν ακράτητο ποτιστικό ποτάμι πάνω στο διψασμένο χαρτί. Κι έτσι γινόταν πάντα.

Κι ήταν αλήθεια πως αυτό το χούι του, του ‘δωσε τόσες χαρές.

Τι γλεντοκόπια και βραδιές στοχαστικές, τί όμορφη απαντοχή η νέα έμπνευση και τι χαρά κάθε καινούργιο γράψιμο!

Τ’ αγάπαγε όλα τα γραψίματά του. Ήτανε φίλοι του και δεν τον πρόδωσαν ποτέ. Και τον γυρίσανε τον κόσμο όλο. Kαι πολλοί τόνε θαυμάζανε γι’ αυτά του τα γραψίματα.

Κι αυτός το κάθε τόσο ξεφύλλιζε τις ατελείωτες σελίδες του μυαλού του κι ήτανε όλα εκεί στη σειρά και περιμένανε να ζωντανέψουνε μπροστά του.

Όλα εκτός από το πιο αγαπημένο.

«Το αγκάθι στην καρδιά…» μονολογούσε όταν το σκεφτόταν.

Αυτό το ένα που πάντα, ηθελημένα του λες, σκόνταφτε να θυμηθεί κι έτσι το κουβαλούσε μέσα στην τσέπη του χρόνια από τη μέρα που το ‘γραψε για να πάρει ανάσα και να συνεχίσει. Σακάκια και παλτά και παντελόνια με κρύο και καλό καιρό το κρύβανε καλά όπου κι αν πήγαινε.

Σαν φυλαχτό θα πεις η θυμητάρι από κάτι βαρύ κι αγαπημένο.

Σφιχτά στην χούφτα του το κράταγε ώρες-ώρες μετά το άνοιγε και ψέλλιζε τα λίγα λόγια του.

Συννέφιαζαν τα γαλανά του μάτια και στάλες θόλωναν τότε το βλέμμα.

Μετά το δίπλωνε προσεκτικά και πάλι το ‘χωνε μέσα στην τσέπη του σαν για να μη τον δούνε.

To ίδιο και στο μικρό τούτο δωμάτιο του γηροκομείου που πέρναγε ήσυχα τα τελευταία χρόνια.

Το ίδιο και όταν αποφάσισε μια καθάρια αυγή ο Θεός να τόνε πάρει συντροφιά του, να του διαβάζει τα γραψίματά του και να πιάνουνε κουβέντα το κατόπι για ώρα πολύ.

Του άρεσε ως φαίνεται και του Θεού το γράψιμο.

Και τον αγάπαγε τον γέρο αυτό ποιητή και του άρεσε και το μικρό εκείνο γράμμα που είχε όλα τα πως και τα γιατί και την σιωπή των χρόνων.

Γιατί οι χαραξιές δεν έχουνε κάποιες φορές φωνή. Μονάχα ήσυχα κάθονται εκεί ανοιγμένες  κι αφήνουνε θύμησης γραμμές πάνω σ’ ένα χαρτί και συνεχίζει η ζωή το δρόμο της με τη σιωπή.

Μια σιωπή που κάποτε έγινε ένα μικρό γράμμα…

Που ήτανε για την Άννα και για μια μάσκα κι ήτανε έτσι…

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΝΑ…

(Η μάσκα)

Τα μάτια σου ερωτεύθηκα μέσα από αυτή τη μάσκα

Μια μέρα που την πήρε ο άνεμος δεν σ’ αναγνώρισα και δάκρυσα

Και μάτωσα τα πόδια μου να ψάχνω να τη βρω

Τη βρήκα, σου τη φόρεσα με χέρια που έτρεμαν

Αλλά τα μάτια σου, άλλα μάτια, που δεν άντεξα

Και ύστερα, το βλέμμα μου εσκόρπισα στον ουρανό

Και έφυγα τάχα για πάντα…

[Για τον κο Στέφανο]

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Τον Μάρτιο του 2016 ίδρυσα τη λογοτεχνική ιστοσελίδα «Λόγω Γραφής», με εφαλτήριο την αγάπη μου για τις τέχνες και τον πολιτισμό αλλά και την ανάγκη μου για μια καλαίσθητη παρουσίαση και μια ευγενική διαχείριση και επικοινωνία και προς αυτή την ίδια τη λογοτεχνία αλλά και προς τους δημιουργούς της. Σε μία πορεία παγκοσμιοποίησης που όλα φαντάζουν να φτωχαίνουν, η πνευματική ένδεια είναι χειρότερη κατ’ εμέ. Η συναισθηματική στειρότητα. Η αναλγησία. Και έναντι αυτών μάχομαι. Όσοι αγαπάτε τη γραφή και μ’ αυτήν εκφράζεστε, είστε ευπρόσδεκτοι στη σελίδα μας. Μέσω της γραφής δημιουργούμε, επικοινωνούμε και μεταδίδουμε πολιτισμό. Φροντίστε τα κείμενά σας να έχουν τη μορφή που θα θέλατε να δείτε σε αυτά σαν αναγνώστες. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music