«Η κουτσομπόλα», γράφει η Στεφανία Ρουλάκη

Λοιπόν, από τότε που άρχισε όλο αυτό το νταβαντούρι με τον κορωνοϊό, έχω πολύ μεγάλο «σουξέ»! Όλοι με συζητάνε, χωρίς να το ξέρουν. Με λένε Καρά Ντίνα! Πού να το φανταζόμουν, ότι θα ερχόταν η μέρα που το όνομά μου θα ήταν συνώνυμο με την αρρώστια. Ήμουν που ήμουν «κλειστή» -οι λίγοι δικοί μου άνθρωποι με αποκαλούν «πυργοδέσποινα»- τώρα έγινα εντελώς αντικοινωνική.  Έχω ταμπουρωθεί για τα καλά στο σπίτι μου. Ξέρω ότι άλλοι βγαίνουν για ψώνια, για περπάτημα, για βόλτα με το σκύλο… Εγώ τίποτα.

Είμαι χήρα συνταξιούχος, οπότε πάω μόνο στην τράπεζα, για να σηκώσω λεφτά και κάνω τις προμήθειές μου τηλεφωνικά. Καμιά φορά, πετάγομαι και στο φαρμακείο. Τίποτε άλλο. Φοβάμαι πολύ να μην κολλήσω. Πάρε δώσε με άλλους, στην πολυκατοικία ή στη γειτονιά, δεν έχω. Την τηλεόραση την έχω βαρεθεί. Να διαβάσω καλά δεν μπορώ, με πονάει ο αυχένας μου και τα γυαλιά μου πια δεν με καλύπτουν.

Μεγάλη γυναίκα είμαι, μόνη, το σπίτι μικρό. Κάποτε οι δουλειές τελειώνουν. Τα βράδια κοιμάμαι λίγο, όσο κουρασμένη και να είμαι. Ξυπνάω μαζί με τα κραξοπέτεινα. Τι να κάνω λοιπόν; Τη στήνω πίσω από το παράθυρο. Βλέπω τη γειτονιά να σηκώνεται σιγά σιγά και τον κόσμο να ξετρυπώνει σαν τα ποντίκια.

Ξέρω ποιος δε φοράει μάσκα. Ποιος αργεί να τη φορέσει. Ποιος το παρακάνει με τις εξόδους. Να, η διπλανή για παράδειγμα, η ολίγον τι ζωηρούλα. Όσον καιρό είμαστε γειτόνισσες, την έβλεπα να πηγαινοέρχεται με κάτι βαλίτσες και μία μέρα που την πέτυχα στο δρόμο, προ «κορωνονιού», τη ρώτησα αν είναι αεροσυνοδός κι αυτή γέλασε και μου είπε: «Kαλέ όχι! Απλά, μου αρέσουν τα ταξίδια». Αυτή η ζωηρούλα λοιπόν, τώρα έχει πάθει συμπισύφιξη που δεν μπορεί να ταξιδέψει και βγαίνει όλη την ώρα. Μία με αθλητικά παπούτσια, μία ντυμένη για βόλτα, με έναν καφέ στο χέρι, μία μόνη της, μία με παρέα. Καθισιό δεν έχει! Μα καλά; Δεν την έχουν τσακώσει ακόμη; Απορώ. Να μου πεις, τόση οικονομία από τα ταξίδια κάνει, αντέχει να πληρώσει τη ζούρλα της με κανένα πρόστιμο.

Αντί να κάτσει σπίτι της, σαν το άλλο το παλικαράκι… Καλά, παλικαράκι δεν το λες. Λίγο «χαριτωμένος» μου φαίνεται γι’ αγόρι. Πολύ ευγενικός, ντροπαλός, καλοχτενισμένος, σοβαρός. Μόνο ένας φίλος του τον επισκέπτεται.  Αμ το άλλο; Κανένας από τους δύο τους δεν έχει μούσι… Αυτό πάλι, τι σου λέει; Όλα τα ‘ρσενικά του τόπου να έχουν αυτές τις μουσάρες! Έλα Παναγιά μου!

Τώρα που είπα «Παναγιά μου», θυμήθηκα την άλλη την θεούσα, που έχουμε απέναντι. Αυτή, στην προηγούμενη καραντίνα, το Πάσχα, ολημερίς κι ολονυχτίς, μας είχε πρήξει με τη Θεία Λειτουργία στη διαπασών! Κι εγώ στην εκκλησία πάω, κάθε Κυριακή -πήγαινα δηλαδή, μέχρι να μας μπαγλαρώσουν- αλλά τέτοιον νταλκά με το «Ω γλυκύ μου έαρ» δεν έχω! Τέλος πάντων. Αυτή η θεούσα λοιπόν, τον ένα μπάζει στο σπίτι της, τον άλλον βγάνει! Ήμαρτον Κύριε! Αυτούς όλους, δεν τους βλέπει κανείς, που είναι εστία μόλυνσης, να κολλήσει όλη η γειτονιά τον ιό;

Χμμμ… Τον ιό. Έχω κι εγώ έναν γιο. Αλλά, από τότε που χώρισε, με κείνο το κουμάσι τη Μίνα, καλή ήταν και του λόγου της, μένει μακριά μου. Δε θέλει λέει και πολλά πολλά. Δε μοιράζεται τίποτα με τη μάνα του για τη ζωή του. Κουβέντα δεν του παίρνεις. Γιατί είμαι λέει κουτσομπόλα! Ποιος; Εγώ! Αχ παιδάκι μου και να ‘ξερες, πόση πίκρα και μοναξιά, κρύβεται πίσω από αυτές τις κουρτίνες… Από τότε που πέθανε ο άντρας μου και πατέρας σου, όλος ο κόσμος μίκρυνε σε τούτη δω τη γκαρσονιέρα, με θέα της τη γειτονιά. Αυτή είναι η ζωή μου. Να μην ξέρω λοιπόν ποιος ήρθε, ποιος έφυγε, ποιος μετακόμισε, ποιος χώρισε, ποιος τσακώνεται και γιατί;

Να, σαν τους από πάνω, που αν δεν τραβολογούν όλη την ώρα έπιπλα, τσακώνονται. Φταίω εγώ που φωνάζουν κι όλη η γειτονιά ξέρει, πως αυτός έχει πιάσει γκόμενα και η γυναίκα του δεν μπορεί να τον αφήσει τώρα, γιατί δεν έχει που την κεφαλή κλίναι; Μα πού τα καταφέρνει κι αυτός ο αθεόφοβος να συντηρεί εξωσυζυγική σχέση; Έχουν τρελαθεί όλοι;

Α, ναι. Έχουμε και μια τρελή στην πολυκατοικία. Έχει μία περίεργη αρπαξιά. Τη μία σε βλέπει και σου μιλάει γλυκά και την άλλη είναι μανισμένη. Έτσι, στα καλά καθούμενα. Μπορεί τη μία μέρα να είναι πολύ ευγενική, να σου πει την ιστορία της ζωής της – που ήταν εισαγγελέας εφετών, που χώρισε, που με τον πρώην άντρα της είναι αγαπημένοι και μπλα… μπλα… μπλα… και την άλλη, να τσακωθεί μαζί σου για το κλειδί της εξώπορτας. Μάλλον δεν παίρνει τα χάπια της καθημερινά. Δεν εξηγείται αλλιώς.

Έπειτα, εμένα κρίνουν οι άλλοι και με λένε κουτσομπόλα! Μωρέ, δεν σφάξανε. Γούστο μου και καπέλο μου και καουμποϊλίκι μου! Αφού δεν ξέρω τι να κάνω εγώ, ας ξέρω τουλάχιστον τι κάνουν οι άλλοι!

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Μουζάκι Καρδίτσας. Γράφει από μικρό παιδί, όμως μόνο όταν ήρθε στη ζωή το δικό της παιδί ένιωσε ότι μπορεί να μοιραστεί τις λέξεις της, τις εικόνες της. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Μιλάει και γράφει άπταιστα την αγγλική και κάνει φιλότιμες προσπάθειες για την ιταλική. Σπουδάζει κλασικό πιάνο. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη