“Η καταιγίδα”, ένα διήγημα της Λένας Μαυρουδή – Μούλιου

Καλά, αυτή δεν ήταν βροχή, ήταν νεροποντή. Θαρρείς και έσπασαν τα φράγματα των ουράνιων ποταμών και το νερό βρήκε διέξοδο και ξεχύθηκε ορμητικό πάνω στη ξεραμένη από το Καλοκαίρι γη.

Ιούλιος μήνας ήταν αυτός ή καταχείμωνο;

Ουρανός ταβάνι, γκριζόμαυρος.

Η φύση, όπου και αν κοιτούσες, γκρίζα. Η αποθέωση αυτού του μεσοβέζικου χρώματος. Χρώμα που δήλωνε κάτι σαν πένθος, ή σικάτο χρώμα Γάλλου μόδιστρου, σε ένα ταγιέρ της Κοκό Σανέλ π.χ..

Στις παραλίες, από τις δεκάδες ομπρέλες και τις ανάλογες πολυτελείς ξαπλώστρες δεν είχε απομείνει ούτε ίχνος και το χειρότερο, ούτε και από την παραλία είχε απομείνει ίχνος. Παντελής εξαφάνιση του τοπίου.

Οι βάρκες ξεβράστηκαν στη στεριά σαν αποδιωγμένες από μια φουρτουνιασμένη μαινόμενη θάλασσα που τέτοιο θυμό της δεν θυμόταν η Ιφιγένεια να είχε ξαναδεί στη ζωή των 40 της χρόνων.

Στεκόταν πίσω από την μεγάλη τζαμαρία του τεράστιου σαλονιού της και ατένιζε τη θάλασσα έκπληκτη, γιατί είχε αρχίσει να μην ξεχωρίζει ποια ήταν τα όρια του υγρού στοιχείου. Όπου και αν έστρεφε το βλέμμα της, νερό νερό… Αλμυρό ή βρόχινο, απαίσιο απειλητικό νερό. Και να σκεφτεί κανείς ότι το χαρακτήριζε έτσι η Ιφιγένεια, που τη βροχή, όπως και τη θάλασσα τις λάτρευε…

Μα σήμερα, τόσο η μία όσο και η άλλη, δεν ήταν παρά δυο θεριά που αντιμάχονταν το ένα το άλλο σε έναν λυσσαλέο θαρρείς αγώνα συναγωνισμού για το ποιο θα ήταν καταστροφικότερο και αποκρουστικότερο του άλλου.

Το ηλεκτρικό είχε κοπεί εδώ και ώρα, Κύριος οίδε τι καταστροφή είχε επέλθει στο δίκτυο της Δ.Ε.Η., πράγμα που επέτεινε το κακό, μιας και μόνο η ατμόσφαιρα ήταν κυριολεκτικά ηλεκτρισμένη με ένα φορτίο από κεραυνούς άχρηστης προς τον άνθρωπο ωφέλειας.

Η κοπέλα, είχε την φαεινή ιδέα όσο ακόμα ήταν μέρα, να ψάξει στο σπίτι για φακούς και ένα μικρό τρανζιστοράκι που δούλευε με μπαταρίες, μπας και άκουγε κανένα νέο. Κάποιο ένστικτο την ειδοποιούσε ότι τα πράγματα έμελλε να χειροτερέψουν όπου να ναι και οι μετεωρολόγοι θα είχαν από ραδιοφώνου τον πρώτο λόγο όπως συμβαίνει με τους σεισμολόγους σε αντίστοιχες καταστροφικές περιπτώσεις σεισμών.

Δεν έπεσε καθόλου έξω. Το τρανζίστορ σε θαυμάσια λειτουργία:

Σε πολύ σοβαρό ύφος ένας μετεωρολόγος περιέγραφε το καιρικό φαινόμενο σαν ‘μετεωρολογική βόμβα’ που όντως θα έσκαγε από στιγμή σε στιγμή και οι κάτοικοι έπρεπε να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους, κυρίως αυτά που βρίσκονταν κοντά στην παραλία γιατί η θάλασσα σαν τσουνάμι απειλούσε να εισβάλει σ’ αυτά. Είχε, λέει, ήδη φτάσει δυο δρόμους από την ακτογραμμή και η επέλασή της ήταν εντυπωσιακή.

Τα τερατώδη κύματα ύψους 20 μέτρων, ήταν ένα άλλο φαινόμενο που και οι πιο έμπειροι ναυτικοί έλεγαν ότι δεν θυμόντουσαν να έχουν ξαναδεί στη ζωή τους όλη. Άρα εδώ είχαμε μία Θεομηνία και ναι μεν η Ιφιγένεια δεν ήταν καμιά φοβητσιάρα γυναικούλα, αλλά πώς να το κάνουμε, μπροστά σε τέτοιες φυσικές καταστροφές όπως σεισμούς και καταποντισμούς (και εδώ κυριολεκτούμε) αισθανόταν δέος και ανημποριά.

Αφού πια διαπίστωσε με τα ίδια της τα μάτια και όχι μόνο με τις παραινέσεις των μετεωρολόγων  ότι κινδύνευε να πνιγεί μέσα στο ίδιο της το πολυτελές σπίτι αποφάσισε να το εγκαταλείψει. Η ζωή της άξιζε περισσότερο βέβαια από την ακριβή κατοικία της που έτσι και καταστρεφόταν υπήρχαν πιθανότητες να ξαναφτιαχτεί, ενώ για τον πολύτιμο εαυτό της χμ, μαύρη η νύχτα τα βουνά…

Ντύθηκε κατάλληλα, έβαλε μπότες, φόρεσε ένα κίτρινο αδιάβροχο, πήρε μια μικρή βαλίτσα με λίγες αλλαξιές ρούχα και εσώρουχα και βέβαια ότι πολύτιμο μπορούσε να πάρει μαζί της και τέλος από το υπόγειό της πρόλαβε να πάρει, πριν το κατακλύσουν τα λασπόνερα. μια μικρή βαλίτσα που μέσα της υπήρχαν πολύτιμα οικογενειακά κειμήλια που η κοπέλα τα φύλαγε σαν θησαυρό, αν και ποτέ δεν είχε σκεφτεί να την ανοίξει και να δει τι υπήρχε κει μέσα. Όλο ανέβαλε και ποτέ δεν εύρισκε τον κατάλληλο καιρό. Έτσι κάνουμε πάντα . Η καθημερινότητα έχει τις απαιτήσεις της που δεν επιτρέπει αναβολές ενώ το παρελθόν είναι… πιο βολικό, μπορεί να περιμένει!!! Και αν δεν θυμόταν να την πάρει τώρα μαζί της, αυτή τη στιγμή του μεγάλου κινδύνου, ίσως να καταστρεφόταν (τι λέμε “ίσως”, σίγουρα) και η Ιφιγένεια δεν θα μάθαινε ποτέ αυτά που έμαθε και που άλλαξαν τη ζωή της. Ευλογημένη η καταιγίδα και η πλημμύρα, να πει; Ή να καταραστεί θάλασσα και ουρανό και όλη την Πλάση, γι’ αυτήν την κοσμογονία που συνέβη στη φύση και στη ζωή της;

Μόλις που πρόλαβε να μπει στο τζιπ της και δόξασε την τύχη της που πρόσφατα το είχε αλλάξει πουλώντας το άλλο ακριβό της αυτοκίνητο. Και τούτο γιατί ήταν υψηλά η καρότσα του και το νερό ακόμη δεν είχε εισβάλει στα σωθικά του για να το καταστρέψει  ακινητοποιώντας το.

«Έτσι και σωθεί το σπίτι μου» σκέφτηκε, «ποτέ δεν πρόκειται να ξαναμείνω σ’ αυτό. Σε διαμέρισμα από 3ο όροφο και πάνω και μακριά από παραλίες και ακροθαλασσιές.»

Δόξα σοι ο Θεός, το τζιπ πήρε αμέσως μπρός και οδηγώντας έφτασε γρήγορα σε έδαφος ναι μεν πλημμυρισμένο από την νεροποντή όχι όμως και από τη θάλασσα. Θα αναρωτιόταν κανείς και πώς ξεχώριζε ένα τέτοιο πράγμα; Απίστευτο, αλλά ναι το ξεχώριζε. Το νερό της θάλασσας ερχόταν κυματιστά από την παραλία ενώ το βρόχινο ήταν στάσιμο. Αν μπορεί να γίνει κατανοητή η περιγραφή αυτή.

Σκαρφάλωσε στον κοντινό λοφίσκο και εκεί σταμάτησε να δει όσο μπορούσε, από κάποια κοντινή και ασφαλή απόσταση τι γινόταν στη γειτονιά της που εγκατέλειψε.

Περίεργο που δεν έβλεπε κόσμο να φεύγει πανικόβλητος όπως αυτή. Μα τι έγιναν όλοι; Είναι δυνατόν να είχαν ήδη φύγει; Μπορεί. Ίσως πάλι να είχαν αμπαρωθεί στα σπίτια τους κάνοντας πρόχειρα αναχώματα για να εμποδίσουν τα νερά. Περίεργο. Για να μην είχαν ακούσει όπως αυτή, τις εκκλήσεις των εκφωνητών που καλούσαν τον κόσμο να φύγει για να σωθεί, μάλλον απίθανο. Δεν έτυχε να έχει κανείς ένα τρανζίστορ με μπαταρίες σαν το δικό της; Για να πεις πάλι ότι τα σπίτια δεν είχαν κόσμο αδύνατον. Ιούλιος μήνας και η καλοκαιρινή σεζόν στο φουλ της. Μόλις χθες η παραλία έσφυζε από ζωή. Τότε;

Άρχισε να νιώθει περίεργα. Παρ’ όλο το αδιάβροχο που φορούσε, το φόρεμά της από μέσα, το ένιωθε να κολλάει στο κορμί της. Ίσως από το νερό που θα είχε βέβαια παρεισφρήσει, ή από τον ιδρώτα ένεκα της ζέστης της ατμοσφαιρικής. Ναι, θα ήταν ιδρώτας από την αγωνία  που λογικά αισθανόταν.

Βλέποντας από το par bridge τη βροχή να έχει κάπως κοπάσει έκανε την κουτουράδα να ανοίξει την πόρτα για να δει ποια ήταν η στάθμη του νερού αυτήν τη στιγμή. Και κάνοντας αυτήν την κίνηση έμεινε εμβρόντητη. Είδε να  περνά σαν να κολυμπούσε από δίπλα της ένα σκυλάκι μικρό μια μπουκιά. Θα πρέπει να ήταν μωρό.

Χωρίς δεύτερη σκέψη ορμά πίσω του και κινδυνεύοντας να παρασυρθεί και η ίδια, το αρπάζει στα χέρια ακριβώς την κρίσιμη στιγμή που το ρεύμα το παράσερνε να συναντήσει τον χείμαρρο που κατέβαινε από το λόφο με κατεύθυνση τη θάλασσα Και αναμφίβολα, εκεί κανείς από τους δύο δεν θα σωζόταν.

Κρατώντας το κορμάκι του που έτρεμε και με την ίδια να τρέμει επίσης από την υπερπροσπάθεια γυρίζει στο τζιπ με το νερό να το νιώθει να μουλιάζει το κορμί της μέχρι το κόκαλο, πράγμα που βέβαια δεν την ένοιαζε.

Μπήκε στο αμάξι, γδύθηκε όπως τη γέννησε η μάνα της και αφού σκούπισε τα νερά από το κορμί της, έβαλε ένα στεγνό φουστανάκι και ένα επίσης στεγνό εσώρουχο απ’ αυτά που είχε προνοήσει να πάρει μαζί της, συγχαίροντας ενδόμυχα τον εαυτό της γι’ αυτήν της την προνοητικότητα.

Αμέσως μετά τύλιξε το σκυλάκι με μια χνουδωτή πετσέτα, το πήρε αγκαλιά και του μιλούσε σαν σε άνθρωπο: «Εντάξει φιλαράκο, πάει πέρασε. Μη μου πεις ότι φοβήθηκες; Ένα μπανάκι, λίγο αλλιώτικο βέβαια, έκανες και ας μη το κάνουμε θέμα»…

Έτσι όπως το κρατούσε στην αγκαλιά της, άκουγε την καρδούλα του να κτυπά γρήγορα σαν μοτεράκι ψεύτικου κουρδιστού σκυλοπαιχνιδιού.

«Πώς να σε λέω μωρέ μικρέ μου;» το ρώτησε. «Το βρήκα. Θα σε βαφτίσω “κολυμβητή”. Σου αρέσει δεν σου αρέσει, εγώ όνομα μια φορά σου έδωσα» του είπε και φίλησε τη μουσουδίτσα του.

Αυτό δε, θαρρείς και ένιωσε τη στοργή που του προσφερόταν, γύρισε το μουτράκι του, την κοίταξε με ένα βλέμμα που την κατασυγκίνησε και γουργούρισε τρυφερά.

«Χμ. Αξίζει κολυμβητή μου να το γιορτάσουμε με λίγο γαλατάκι και ένα γευστικό μπισκότο μουσκεμένο μέσα του. Τι λες κι εσύ; Το θέλεις, ε; Έλα λοιπόν, ας το ετοιμάσουμε».

Πήρε το σκέπασμα του θερμός, έβαλε μέσα λίγο γάλα που υπήρχε στο ψυγειάκι του αυτοκινήτου της, έβγαλε από την τσάντα της δυο μπισκότα. Το ένα απ’ αυτά το κολύμπησε στο κύπελλο, το άλλο το έφαγε η ίδια. Το μουσκεμένο μπισκότο ήταν ό, τι έπρεπε για το μωρό που το έτρωγε με ζηλευτή όρεξη. Η πείνα του υπερίσχυσε βλέπεις της θύμησης, ότι αν δεν βρισκόταν αυτή η καλή κυρία σαν από μηχανής Θεός, τώρα θα ήταν μακαρίτης. Ναι, είχε πλήρη επίγνωση του θανάσιμου κινδύνου που έζησε. Έξυπνο ζωάκι ήταν, όχι κουτορνίθι που λένε…

Αφού χόρτασε, πλατάγισε τη γλώσσα του από ευχαρίστηση και βάλθηκε να κοιτάζει την Ιφιγένεια με τη γλώσσα του να κρέμεται από το στόμα του. Εκείνη, με μια χαρτοπετσέτα του σκούπισε τη μουσούδα που είχε ασπρίσει από το ζωογόνο υγρό που ο μικρός μόλις είχε απολαύσει.

«Έλα τώρα, κάθισε στη θέση του συνοδηγού και πάμε. Μη με ρωτάς ΠΟΥ, γιατί κι εγώ δεν ξέρω».

Άνοιξε το ραδιόφωνο του αυτοκινήτου της ν΄ ακούσει ειδήσεις, για το πώς εξελίσσεται η κατάσταση. Δεν μπορεί να μην ενημέρωναν τον κόσμο…

Να φύγει, να μείνει; Πού κινδύνευε λιγότερο;

Το φαινόμενο, άκουσε, ότι ήταν στην πλήρη του κορύφωση. Ερχόταν κυκλώνας, που στο βάθος του ορίζοντα (ποιανού ορίζοντα μωρέ;) ήταν ήδη ορατός. Σε ένα τέταρτο το πολύ θα έχει κτυπήσει την τάδε περιοχή –επρόκειτο για τη δική της – Οπότε “κυρίες και κύριοι εφιστούμε την προσοχή σας στα καταφύγια”…

Η κοπέλα προτού ξεκινήσει με το δυνατό της αμάξι, έκανε κάτι το πολύ σωστό. Έκλεισε αεροστεγώς πόρτες και παράθυρα και με τους υαλοκαθαριστήρες σε τρελό χορό σκουπίσματος του par bridge, έβαλε το αμάξι της εμπρός και ξαναγύρισε στη γειτονιά της. Είδε το νερό να έχει πλημμυρίσει την αυλή της και σίγουρα το υπόγειο θα είχε γεμίσει. Δεν στάθηκε να δει περισσότερο, τα λεπτά κυλούσαν και το τέρας πλησίαζε. Πήρε τις γειτονιές και άρχισε να κορνάρει δαιμονισμένα. Δεν φαινόταν ψυχή. Και μόνο τότε σαν με φλασιά θυμήθηκε, ότι λίγα χιλιόμετρα πιο πέρα, στο άλλο γειτονικό χωριό, ήταν το ετήσιο πανηγύρι του Πολιούχου Αγίου και όλοι οι κάτοικοι  του δικού της χωριού όπως και των άλλων όμορων περιοχών από το  προηγούμενο βράδυ είχαν πάει στο πανηγύρι.

Της Ιφιγένειας, αυτά τα πανηγύρια με τα νταούλια και τα κλαρίνα, δεν ήταν του γούστου της και κάθε φορά προφασίζονταν και κάτι, για να απέχει τόσο αυτή όσο και ο άντρας της από τα δρώμενα. Μόνο που αυτή τη φορά δεν την ρώτησε κανείς, ίσως γιατί και οι ίδιοι είχαν τους ενδοιασμούς τους να συμμετάσχουν ή όχι, από τον φόβο μήπως και επαληθευτούν οι προβλέψεις των μετεωρολόγων και τους χαλάσει τη γιορτή, (μόνο η γιορτή ήταν ή έγνοια τους βλέπεις…).

Πού κέφι λοιπόν να ασχοληθούν με την Ιφιγένεια, προς μεγάλη της ανακούφιση. Γλύτωσε τη φορά αυτή από το κουτσομπολιό που σερνόταν πίσω από την πλάτη της για την ιδιορρυθμία της σαν πρωτευουσιάνας ( “κάτι θα ήξερε και ο άνδρας της που την χώρισε,” έλεγαν… κτλ. κτλ).

«Έτσι λοιπόν εξηγείται η εξαφάνιση των κατοίκων» σιγομουρμούρισε. Παρά ταύτα όμως, έφερε τρεις γύρες τα δρομάκια εκεί γύρω, κορνάροντας συνεχώς.

Ξάφνου, παίρνει το μάτι της πίσω από τα τζάμια κλειστού παραθύρου, το Κατερινιώ. Μια ηλικιωμένη συγχωριανή της που ήταν κουφή μα όχι και άλαλη. Ανοίγει το παράθυρο του Τζιπ και αρχίζει να κουνάει τα χέρια της μπας και τραβήξει την προσοχή της γυναίκας. Ναι μεν η βροχή είχε αισθητά ελαττωθεί μα το νερό είχε όπως και πριν, πλημμυρίσει τους δρόμους, τα δε κύματα θεριά ανήμερα κτυπούσαν τα βράχια της ακτής.

Πώς θα μπορούσε η δόλια η γυναίκα να πληροφορηθεί για τον επερχόμενο κίνδυνο λοιπόν λόγω της αναπηρίας της;

Τελικά τράβηξαν την προσοχή της οι χειρονομίες της Ιφιγένειας η οποία με επιτυχημένη παντομίμα την πληροφόρησε για τα μελλούμενα. Ευτυχώς, αυτή τη μετέφρασε σωστά. Έριξε στην πλάτη της μιαν εσάρπα. Πήρε την τσάντα της και την γάτα της αγκαλιά, αμπάρωσε το σπίτι της καλά, έβαλε σαν ανάχωμα στην ξώπορτα μπροστά τρία σακιά με άμμο (που τα βρήκε η Χριστιανή;) και ακολούθησε την Ιφιγένεια προς τη σωτηρία…

Ήταν καιρός.

Ο κυκλώνας ήταν πια προ των πυλών.

Με όσο μεγαλύτερη ταχύτητα μπορούσε και με την ψυχή στο στόμα έφευγε από την επικίνδυνη ζώνη ξέροντας ότι αν είχε την τύχη μιας συνάντησης με το “τέρας” αυτή θα ήταν μοιραία. Ευτυχώς ο κυκλώνας δεν παρέκκλινε της πορείας που είχε χαράξει, πράγμα που πολλές φορές το συνηθίζουν οι κυκλώνες, και έτσι οι δύο γυναίκες και τα ζωντανά τους του ξέφυγαν. Μόνο η σκεπή του τζιπ θα έβγαινε τραυματισμένη από τα λογίς-λογίς αντικείμενα που έπεφταν σαν βροχή πάνω της. Από εκεί που βρίσκονταν είδαν και κάτι που δεν θα ξεχνούσαν ποτέ. Είχαν δει στη ζωή τους βάρκες να παλεύουν με τα κύματα,  να σώζονται ή να διαλύονται στα βράχια και άλλες να ‘ναι πεταμένες από το κύμα μακριά από το νερό, στη στεριά. Μα βάρκες να αρμενίζουν στον αγέρα, έ όχι αυτό δεν το ματάχαν δει. Η ακριβής απόδοση της ρήσης: “ρίχνει καρεκλοπόδαρα”. Ένα τέτοιο πράγμα… Απ΄ αυτά κινδύνευε κανείς. Στέγες σπιτιών, δέντρα, ζώα, ό, τι γλύτωσε από την νεροποντή το απόκαμε το “τέρας”.

Η Ιφιγένεια ήλπιζε ότι άλλος από το Κατερινιώ που έσωσε, να μην είχε απομείνει στον τόπο της καταστροφής.

Σταμάτησε το αμάξι. Άναψε ένα τσιγάρο, πράγμα που είχε να κάνει από καιρό. Στο Κατερινιώ πρόσφερε μια πορτοκαλάδα από το ψυγείο της, πήρε τον κολυμβητή της αγκαλιά, του μουρμούρισε λόγια αγάπης και τον συμβούλευσε φιλικά να σεβαστεί την φιλοξενούμενη γατούλα που τους έκανε παρέα μαζί με την κυρά της, και να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων.

Αυτός σαν να κατάλαβε και δεν άφησε να φανούν πιθανά εχθρικά συναισθήματα σαν αυτά που συνηθίζουν να λένε για σχέσεις σκύλου και γάτας…

Όταν το καταστροφικό φαινόμενο κόπασε, οι άνθρωποι άρχισαν να επουλώνουν τις πληγές τους, αυτές που άνοιξε η καταστροφική καταιγίδα στα σπίτια και τις περιουσίες τους.

Το Καλοκαίρι επέστρεψε αυθάδικα, σαν να μη συνέβη τίποτα. Η Θάλασσα, κυρία. Έγινε ξανά γαλήνια και γοητευτική που όμως πια όλοι γνώριζαν τι σκύλα μπορεί να γίνει αν την πιάσουν τα μπουρίνια της. Σαν δηλαδή να τους έλεγε: «Απολαύστε με, θαυμάστε με, αλλά μη τολμήσετε να με αγνοήσετε. Όχι παιγνιδάκια μαζί μου, το νου σας…».

Η Ιφιγένεια σκεπτόταν να επισκευάσει τη βίλα της το γρηγορότερο δυνατό και να βρει μετά έναν καλό αγοραστή να την πουλήσει. Μέχρι τότε, βρήκε ένα συμπαθητικό διαμέρισμα στον 3ο όροφο πολυκατοικίας της περιοχής, το νοίκιασε για έναν χρόνο, με σκοπό στο διάστημα αυτό αφ’ ενός το δικό της σπίτι να έχει επισκευαστεί και αφ’ ετέρου με τα χρήματα από την πώλησή του να αγοράσει αυτό που θα ήθελε και που θα βρισκόταν μακριά από την ακτή. Δεν διανοούταν ουδέ κατ’ ελάχιστον ότι μπορούσε να ξαναζήσει τις εφιαλτικές στιγμές που έζησε στο παραλιακό σπιτικό της.

Μετέφερε ό,τι από το βιος της είχε διασωθεί, έβαλε στο διαμέρισμα ό,τι χωρούσε, και τα υπόλοιπα διασωθέντα τα στοίβαξε σε μία αποθήκη που και αυτή την νοίκιασε και ή θα τα χάριζε ή θα τα πουλούσε και αυτά. Η χαρά του παλιατζή δηλαδή, γιατί ήταν πράγματα ενδιαφέροντα.

Μια ψιλοκατάθλιψη την έπαθε.

Ναι μεν ένιωθε πιο ασφαλής, αλλά της έλλειπε το πανέμορφο τοπίο που αντίκριζαν τα μάτια της μόλις τραβούσε τις κουρτίνες του πλατειού παραθύρου του σπιτιού που άφηνε πίσω της. Γαλάζια απλωσιά, βαρκούλες ν’ αρμενίζουν και γλάροι σε κάθετες εφορμήσεις δίκην στούκας, προς ανεύρεση ψαροτροφής. Αντ’ αυτών τι έβλεπε τώρα; Τον άσπρο τοίχο της απέναντι πολυκατοικίας. Θα φρόντιζε βέβαια το διαμέρισμα που θα αγόραζε να καλύπτει πολλά από τα χαρακτηριστικά του πρώην σπιτιού της καλυμμένη όμως από την απειλή κινδύνων που σ’ εκείνο ελλόχευαν.

Κάποια στιγμή όταν κάπως ηρέμισε και η αναμπουμπούλα που συνήθως συνοδεύει μια μετακόμιση και μάλιστα υπό συνθήκες που πάνω κάτω περιγράψαμε, την έπιασε και μια νοσταλγία για το παρελθόν της οικογένειας. Πήρε το βαλιτσάκι με τα οικογενειακά κειμήλια να κάνει και σ’ αυτά ένα ίσως ξεσκαρτάρισμα και βάλθηκε να το σκαλίζει.

Μια στοίβα ποιήματα της τράβηξαν την προσοχή.

Ποιος να τα είχε γράψει;

Η μάνα της; Άλλο και τούτο. Η μάνα της και μάλιστα ποιήματα ερωτικά; Πώς και δεν ήξερε τίποτα για το ταλέντο της κυρίας Νικολέτας η ίδια της η κόρη; Να που δεν το ήξερε. Μα γιατί; Τι ήταν εκείνο που την ξάφνιασε; Το ότι τα ποιήματα ήταν ερωτικά ή γιατί η μάνα της δεν ήταν ικανή να ερωτευτεί είτε σαν νέα ή και ώριμης ηλικίας ούσα; Αχ, τα παιδιά, τα παιδιά!!! Πάντα τα ίδια συναισθήματα για το γονιό τους και κυρίως για τη μάνα τους. Θαρρείς και εκείνη ήταν πάντοτε 80χρόνων όπως τώρα, ότι δεν υπήρξε ποτέ μια όμορφη νέα κοπέλα.

«Μωρέ νέα υπήρξε, ποιος λέει όχι; Ποιήτρια όμως; Αυτή και αν ήταν έκπληξη,» ψιθύρισε και ξανάδεσε την κορδέλα την κόκκινη με την οποία ήταν δεμένα. «Κάποτε θα μου δοθεί ο χρόνος να τα διαβάσω,» μουρμούρισε.

Μετά, την προσοχή της τράβηξε ένας φάκελος που έμοιαζε επίσημος. Τον άνοιξε, μα ήταν κενός. Στο εξωτερικό του μέρος είχε πρόχειρα γραμμένη μια ημερομηνία που κάτι της θύμισε.

«Μα είμαι όλως διόλου ηλίθια» ξαναείπε. «Η ημερομηνία των γενεθλίων μου… Αυτό πάλι τι είναι; Και το περιεχόμενό του πού να ‘ναι;»

Ψάχνοντας κάπου κοντά στον άδειο φάκελο, βρίσκει ένα επίσημο έγγραφο. Περίεργη , το παίρνει στα χέρια της και διαβάζει:

Ληξιαρχική Πράξη γεννήσεως…

Θήλυ τέκνο. Μητέρα η Μυρτώ Χρηστίδου ετών 16. Αγνώστου πατρός.

Κατάπληκτη η Ιφιγένεια με το χαρτί στα χέρια αναρωτιέται ποια να είναι αυτή η Μυρτώ Χρηστίδου και τι σχέση μπορεί να έχει με την οικογένεια της. Και πώς  βρίσκεται μέσα στα οικογενειακά της κειμήλια το Πιστοποιητικό Γέννησης  του μωρού της;

Συνεχίζοντας το σκάλισμα φτάνει σε έναν άλλο φάκελο με μια ένδειξη πάνω του που είχε  προστεθεί από τον παραλήπτη: ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ.

Τον ανοίγει, τον διαβάζει και το ότι δεν έχασε τον κόσμο από τα πόδια της κάτω, ίσως να οφείλεται στη γερή της ιδιοσυγκρασία. Όπως και να έχει, δεν κάθισε να αναρωτηθεί τι μπορούσε να είχε συμβεί στην υγεία της, είχε όλο τον χρόνο να αναρωτηθεί γι΄ αυτό, όλη της τη ζωή αυτό θα έκανε.

Το έγγραφο έλεγε εν ολίγοις τα εξής:

Το θήλυ βρέφος γεννηθέν την τάδε ημερομηνία (σημείωση: ημερομηνία γέννησης της Ιφιγένειας) δίδεται προς υιοθεσίαν με την θέληση της μητέρας του Μυρτώς Χρηστίδου στο ζεύγος Ιωάννου και Νικολέτας Μακρή …κτλ. κτλ… που εφεξής θα θεωρούνται οι νόμιμοι γονείς του βρέφους, κτλ…

Ακολουθούσαν και άλλες διευκρινίσεις δικηγορίστικες επίσημες με υπογραφές και σφραγίδες  που δεν είναι ανάγκη να παραθέσουμε εδώ. Αρκεί μόνο να πούμε ότι επρόκειτο για ένα επίσημο έγγραφο ΥΙΟΘΕΣΙΑΣ. Και υιοθετημένο τέκνο αυτή η ίδια, πέραν κάθε αμφιβολίας, η Ιφιγένεια, θυγατέρα του Ιωάννου και της Νικολέτας Μακρή.

Άρα;

Άρα τι;

Δεν το βλέπεις καλή μου; Οι γονείς σου, αυτοί που τέλος πάντων νόμιζες μέχρι τώρα πως ήταν οι πραγματικοί και αδιαφιλονίκητοι γονείς σου δεν έχουν την παραμικρή συγγένεια αίματος μαζί σου. Άλλη η μάνα σου. Μια μικρούλα Μυρτώ ετών 16, όταν σε γέννησε, που σημαίνει ότι τώρα – αν ζει- θα είναι μια νέα ακόμη γυναίκα 55-56 χρόνων ενώ η γυναίκα που νόμιζες μάνα σου είναι 80 τόσο. Ο θετός πατέρας πεθαμένος από χρόνια…

Η Ζωή της Ιφιγένειας ήρθε τούμπα.

Περίεργα συναισθήματα την κατέκλυζαν.

Όχι δεν θύμωσε.

Όχι δεν αναρωτήθηκε, όπως είπαμε, το γιατί.

Δεν είχε λόγο να το κάνει ΤΩΡΑ.

Και τούτο, γιατί παράπονο, από αυτούς που νόμιζε γονείς της, δεν είχε κανένα. Το αντίθετο. Την μεγάλωσαν με τα αγαθά του Αβραάμ και του Ισαάκ. Μοναχοπαίδι,  καλομαθημένο, με χαρακτήρα νορμάλ, λίγο φευγάτο, χωρίς απωθημένα.

Το μόνο ερωτηματικό της σαν παιδί ήταν πάντοτε η ηλικία των δικών της.

Πώς και ήσαν τόσο μεγάλοι; Πώς και η Νικολέτα την γέννησε σε τόσο προχωρημένη ηλικία; Με φυσιολογική εγκυμοσύνη ή ήταν προϊόν παιδιού του σωλήνα;

Αυτές ήταν φευγαλέες σκέψεις που κατά διαστήματα την απασχολούσαν, κυρίως όταν έβλεπε τους γονιούς των συμμαθητών της που ήταν τόσο μα τόσο νεώτεροι των δικών της. Δεν μπορούμε και να πούμε ότι βασανιζόταν ή ζήλευε τους φίλους της που οι γιαγιάδες και παππούδες τους είχαν την ηλικία των γονιών της. Απλά σαν έξυπνο παιδί που ήταν και κυρίως σαν παιδί ευφάνταστο άφηνε τον εαυτό του να πλάθει ιστορίες…

Άλλοτε ήταν ένα μικρούλη ορφανό που οι μετέπειτα γονείς το βρήκαν να κρυοπεθαίνει τυλιγμένο σε μια κουβερτούλα έξω από την πόρτα του σπιτιού τους, και άλλοτε ήταν μια πριγκιποπούλα που οι γονείς της Ιφιγένειας την έκλεψαν από την πολυτελή άμαξα που στάθηκε για λίγο έξω από το σπίτι τους ζητώντας ο αμαξάς ένα ποτήρι νερό για την κυρά του που είχε σχεδόν λιποθυμήσει από τη ζέστη και η μικρή έκλαιγε βλέποντας τη μανούλα της να είναι σαν πεθαμένη. Την πήραν, λοιπόν, να την παρηγορήσουν και μετά μην την είδατε αγαπητοί γαλαζοαίματοι. Η Νικολέτα και ο άντρας της την έκαναν δική τους.

Και άλλες παρόμοιες ιστορίες που σκάρωνε, δείχνοντας από μικρή το ταλέντο της μυθοπλασίας.

Να ήταν το ένστικτό της που την έκανε να πλάθει αυτές τις φανταστικές ιστορίες; Όπως και να’ χει, είναι περίεργο που τους γονείς της δεν τους έβλεπε ποτέ σαν τους πραγματικούς της. Μιλούσε το ένστικτο λες; Μάλλον.

Και να που τώρα, χρόνια μετά, που έρχεται να επαληθευτεί το παραμύθι της και να αποδειχτεί πόσο δίκιο είχε το ένστικτό της. Το μόνο που δεν επαληθεύτηκε ήταν ο τρόπος που ΑΡΧΙΣΕ η ζωή της.

Για να ήταν πριγκιποπούλα κομματάκι δύσκολο αν και μεγάλωσε σαν πριγκίπισσα.

Για να είναι φτωχοπαίδι εγκαταλειμμένο στην ξώπορτα ενός σπιτιού, αδύνατον. Απόδειξη τα επίσημα χαρτιά, με τις υπογραφές και τις σφραγίδες.

Παιδί υιοθετημένο, λοιπόν. Και εκείνο που θα απασχολούσε τη ζωή της από δω και πέρα, ήταν να ψάξει να βρει τους βιολογικούς της γονείς.

Ματαίωσε την πώληση της μονοκατοικίας της. Αφού  επισκευαζόταν από τις τεράστιες ζημιές που υπέστη θα έκανε αντιπλημμυρικά έργα ολόγυρά της για μην βρεθεί ξανά τόσο ανοχύρωτη σε περίπτωση παρόμοιων καιρικών φαινομένων. “Αν ήταν όλοι να εγκατέλειπαν τα σπίτια τους μετά από μια θεομηνία τότε και στις σεισμογενείς περιοχές της χώρας μας δεν θα είχε παραμείνει ψυχή ζώσα, μετά από τους σεισμούς τους συχνούς που αντιμετωπίζουν”, σκέφτηκε.

Άλλαξαν κοντολογίς άρδην οι προτεραιότητές της.

Και άρχισε το ταξίδι για μια Ιθάκη που έμελλε να την γεμίσει με χαρές μα και με λύπες… Είτε σκοπός του ταξιδιού της ήταν η Ιθάκη ή ήταν τα ΚΥΘΗΡΑ τι σημασία έχει; Το ταξίδι, δεν υπήρχε περίπτωση να μην το κάνει, ήταν πλέον σκοπός της ζωής της.

Σαν πρώτο βήμα, προσπάθησε να βολιδοσκοπήσει την ηλικιωμένη κυρία Νικολέτα, την θετή της μητέρα. Θέλησε να δει τις αντιδράσεις της. Έτσι ένα απόγευμα όπως έπιναν τον καφέ τους η κοπέλα έφερε εντέχνως την κουβέντα σε μια ιστορία (σημ. παρόμοια με τη δική της) που είχε δει στην εκπομπή “πάμε πακέτο” της Χατζηβασιλείου.

Η μάνα της δεν την άφησε να συνεχίσει. Ενοχλημένη καταφανώς, την διέκοψε λέγοντας:

«Κάθε οικογένεια με την ιστορία της κακή, καλή. Δεν μας αφορά. Σταμάτησε λοιπόν σε παρακαλώ».

Η Ιφιγένεια δείχνοντας την καλή πάστα ανθρώπου από την οποία ήταν πλασμένη δεν της είπε ότι όχι μόνον τους αφορά αλλά ότι ήθελε να μάθει το πώς και το γιατί. Δεν θέλησε να της χαλάσει την αυταπάτη ότι το κορίτσι δεν θα μάθαινε ποτέ την αλήθεια. Ασφαλώς και η Νικολέτα το έκανε από έναν ανείπωτο φόβο μη και χάσει την αγάπη του παιδιού της, την εκτίμησή της, μη και την κατηγορήσει ότι έγινε αιτία να απομακρυνθεί από την βιολογική της μάνα, μη και την χάσει τελικά. Αυτός και ήταν ο μόνιμος φόβος της κυρίας Νικολέτας, ο μόνιμος εφιάλτης της να πούμε καλύτερα…

Η Ιφιγένεια δεν θέλησε λοιπόν να πληγώσει την ηλικιωμένη, γιατί να το έκανε; Μόνο και μόνο για να μάθει το πώς και το γιατί; Μα αυτό θα το εύρισκε μόνη της,   έστω λίγο αργότερα και δυσκολότερα, μα θα το μάθαινε. Την άφησε λοιπόν να ξανά ξεχαστεί στο σύννεφο της

αυταπάτης της και του εφησυχασμού της. Δεν θέλησε να την πληγώσει γνωρίζοντας πολύ καλά ότι οι πληγές του ηλικιωμένου δύσκολα επουλώνονται, αν επουλώνονται ποτέ… Αυτή η γυναίκα την είχε ευεργετήσει πέρα από κάθε αμφιβολία και η Ιφιγένεια δεν θα ακολουθούσε τη ρήση του ‘Κανείς ασφαλέστερος εχθρός του ευεργετηθέντος. ’Σήμερα, στα 40 της το ήξερε άριστα το πόσο είχε ευεργετηθεί από τούτη την αρχοντογυναίκα των 80 και τόσο χειμώνων της.

Για τον όποιο λόγο.

Για την όποια αιτία.

Για την όποια συγκυρία και εάν έγινε τούτη η υιοθεσία, η κυρία Νικολέτα ήταν η ΜΑΝΑ της. Και μόνο από περιέργεια ήθελε να βρει τους βιολογικούς της γονείς, να βρει τις ρίζες της και να πάρει τις απαντήσεις στα φλογερά ερωτήματα που είχε το αναφαίρετο δικαίωμα να τους θέσει.

Έχοντας λοιπόν μάθει το μεγάλο μυστικό με τον τρόπο που ξέρουμε, θέλησε να το επαληθέψει.

Τηλεφωνεί στη θεία Αγάθη, την μικρότερη αδελφή της μάνας της και χωρίς περιστροφές της λέει:

«Καλά βρε θεία μου, γιατί τόσα χρόνια δεν μου είπες αυτό που η μάνα μου και αδελφή σου μόλις τώρα, σε εξομολογητική διάθεση ούσα μου ομολόγησε το μυστικό της γέννησής μου; Δεν σου κρύβω ότι ένα ψιλοσόκ το έπαθα. Αν και από ενδείξεις, μου είχε περάσει από το μυαλό… Θα θυμάσαι τα παραμύθια μου, που έλεγες ότι σε άφηναν κατάπληκτη, τότε που  ήμουνα παιδί… Όποιος και αν ήταν ο σοβαρός λόγος που σε έκανε να μου το κρύψεις στην ηλικία έστω που είμαι τώρα, δεν έπρεπε να μου το είχες εμπιστευτεί κόντρα ίσως στην απαγόρευση της αδελφής σου;»

«Αγαπούλα μου , ΠΩΣ  ΜΠΟΡΟΥΣΑ  ΝΑ  ΕΧΩ  ΕΓΩ ΕΝΑ ΤΕΤΟΙΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ; Δεσμευόμουν με βαρύ όρκο. Θα ήθελες να γίνω προδότης της ίδιας μου της αδερφής;»

«Εντάξει θεία μου, εντάξει.

Μόνο άκου. Μόλις τώρα μου επιβεβαίωσες αυτό που ήδη γνώριζα. Η μάνα μου σε παρακαλώ δεν πρέπει να μάθει ότι ξέρω. Φυσικά και δεν μου είπε τίποτα. Και για να μην το έχει κάνει μέχρι τώρα, σημαίνει ότι με κανένα τρόπο δεν επιθυμούσε να μάθω. Μη σου ξεφύγει λέξη λοιπόν. Σε καθιστώ υπεύθυνη και ‘γω με τη σειρά μου. Πρόσεξε.

Θεία Αγάθη μου μη στενοχωριέσαι. Συγγνώμη για την απάτη που σου έστησα, δεν γινόταν όμως αλλιώς. Επιτέλους έπρεπε να σιγουρευτώ».

Της εξήγησε τον τρόπο με τον οποίο έμαθε το συνταρακτικό μυστικό και μετά έκλεισε το τηλέφωνο.

Η θεία της, έμεινε άλαλη με το ακουστικό στο χέρι να ακούει μόνο το σήμα του κλειστού τηλεφώνου.

“Tι έκανα η κακούργα”, μονολόγησε. Μα μια άλλη φωνή μέσα της, της έλεγε:

“Τίποτα δεν έκανες Αγαθούλα. Ο καθένας στην θέση σου το ίδιο θα αντιδρούσε, ψέματα;”. Ήταν η φωνή της συνείδησής της, που της το ψιθύριζε αυτό…

Συγχρόνως, μια άλλη φωνή  της έλεγε:

“Ας είναι καλά η πλημμύρα που με μια καταστροφή, έφερε στην επιφάνεια μια τρομερή αλήθεια. Το ευτύχημα να λες, είναι ότι η καταστροφή δεν έφερε μιαν άλλη ακόμη μεγαλύτερη στην ζωή της Ιφιγένειας. Και αυτό είναι που έχει σημασία τελικά. Ηρέμησε λοιπόν και οπλίσου με κουράγιο γιατί από τώρα και ύστερα η εξέλιξη των γεγονότων προοιωνίζεται ραγδαία. Δεν φαντάζομαι να νομίζεις ότι το κορίτσι δεν θα κινήσει γη και ουρανό για να μάθει τα πάντα; Και οφείλετε όλοι σας να σταθείτε στο πλάι της.”

Αυτά της είπε η φωνή  και πολύ καλά έκανε.

Δε σκοπεύουμε να μπούμε σε περισσότερες λεπτομέρειες για το πώς έφτασε στο σημείο εκκίνησης των γεγονότων του παρελθόντος. Λίγο πολύ αυτού του είδους οι ιστορίες μοιάζουν, τις έχουμε ακούσει και ξανακούσει. Χάριν της διήγησης πάντως, το Θέμα έχει ως εξής:

Ένα κοριτσάκι 15 ετών, πιθανώς αθώο, πιθανώς άβγαλτο και ευάλωτο, βιάζεται (;) από ένα αγόρι λίγο μεγαλύτερό της. Μένει έγκυος. Το γιατί δεν έκανε έκτρωση, δεν το ξέρουμε. Ένας πιθανός λόγος είναι ότι όταν σιγουρεύτηκε για την εγκυμοσύνη, αυτή ήταν ήδη προχωρημένη, οπόταν κανένας γιατρός ακόμη και ένας ασυνείδητος δεν θα διακινδύνευσε να επέμβει.

Ο κύκλος της επαρχίας κλειστός και η μικρή φυγαδεύτηκε από το χωριό της με μια δικαιολογία που έπειθε. Σπουδές.

Ο νεαρός βιαστής(;), άβγαλτος και αυτός, (οι γενετήσιες ορμές βλέπεις δεν χρίζουν ιδιαίτερης παιδείας πέραν αυτής που η φύση χαρίζει στον άνθρωπο), έβγαλε το σκασμό και δεν είπε λέξη σε κανέναν ότι θα γινόταν πατέρας στα 17 -18 του χρόνια. Το αν τον ένοιαζε ή όχι να γεννηθεί το μωρό, δεν το ξέρουμε. Αυτό ίσως μόνον η Μυρτώ το γνώριζε.

Μια στενή συγγενής, πήρε το κορίτσι και πήγαν σε άλλη πόλη. Ο σύζυγος αυτής της συγγένισσας, που είχε μια περίοπτο θέση στην Κοινότητα, πληροφορήθηκε ότι ένα φιλικό του ζεύγος εύπορο που ήταν άκληρο, ενδιαφερόταν να υιοθετήσει παιδί, το θεώρησε απίστευτη ευκαιρία για τη ανεψιά του. Το πρότεινε σε όλους τους ενδιαφερομένους και το θέμα έκλεισε.

Όταν γεννήθηκε το κοριτσάκι, το πήραν αμέσως, την ίδια ώρα θα λέγαμε οι θετοί γονείς, πριν καλά-καλά η Μυρτώ το κρατήσει στην αγκαλιά της, πριν καν το θηλάσει, από το φόβο μη και ξυπνήσουν μητρικά φίλτρα στην κοπελίτσα και αρνηθεί να συναινέσει στην υιοθεσία, η οποία βέβαια έγινε αμέσως με τον πλέον επίσημο τρόπο αν κρίνουμε από τα σοβαρά χαρτιά που ανακάλυψε η Ιφιγένεια στη βαλίτσα με τα οικογενειακά κειμήλια. Και βέβαια τι ήταν η Μυρτώ  για να αντιδράσει, πέραν ενός φοβισμένου παιδιού που μια τέτοια κοσμογονική εμπειρία, σημάδευε ήδη τη μικρή του ζωή;

Το αν με τα χρόνια προσπάθησε να έρθει σε επαφή με το παιδί της, το αν ήξερε το πώς μπορούσε να γίνει αυτό, δεν το έμαθε η Ιφιγένεια. Και κατέληξε να πιστέψει ότι για να μην έχει υποπέσει στην αντίληψή της μια τέτοια κίνηση, η κίνηση αυτή ίσως και να μην είχε γίνει ποτέ.

Να μην τα πολυλογούμε η Ιφιγένεια έβαλε λυτούς και δεμένους κα έμαθε τελικά ονομασία του χωριού όπου ξεκίνησαν όλα, το όνομα του νοσοκομείου και άλλες ουσιώδεις λεπτομέρειες. Με βάση την ημερομηνία γέννησής της, έμαθε το όνομα της μάνας της και από κει και ύστερα ρόλο έπαιξε η ευφυΐα της Ιφιγένειας και η φαντασία της.

Η βιολογική μάνα της δεν θέλησε να παντρευτεί ποτέ. Ήταν τώρα πια συνταξιούχος νηπιαγωγός, ηλικίας 55-56 χρόνων. Σημειολογικά αν το δει κανείς αυτό και μόνο, δεν είναι δύσκολο να καταλάβει γιατί μέσα στα τόσα εκατοντάδες επαγγελμάτων αυτή διάλεξε αυτό ακριβώς. Ψευδαίσθηση αναπλήρωσης του χαμένου παιδιού της με άλλα πολλά μωρά γύρω της;…

Ίσως αναρωτηθεί κανείς, και γιατί δεν παντρεύτηκε να κάνει δικά της παιδιά;

Την απάντηση την πήρε η Ιφιγένεια λίγο αργότερα, όπως θα δούμε. Και την πήρε από την ίδια της τη μάνα.

Αφού λοιπόν εντόπισε τη Μυρτώ Χρηστίδου αποφάσισε, λες και αυτό ήταν το φυσικότερο πράγμα του κόσμου να την πάρει στο τηλέφωνο κατ’ αρχήν.

Και ιδού η στιχομυθία:

«Γεια σας, παρακαλώ μπορώ να μιλήσω με την κυρία Μυρτώ Χρηστίδου;»

«Μπορείτε. Εγώ είμαι . Εσείς ποια  είστε;»

«Τώρα τι να σου πω ποια είμαι…»

«Πες μου πως είσαι το παιδί μου;»

«Ακριβώς. Το βρήκες. Αυτή είμαι…»

Η συνέχεια δόθηκε στο νοσοκομείο που μετέφεραν τη Μυρτώ, αναίσθητη, έτσι όπως την βρήκε μια ξαδέρφη της με την οποία η Μυρτώ είχε ραντεβού και βλέποντας ότι ούτε στο ραντεβού πήγε ούτε το τηλέφωνο του σπιτιού απαντούσε, πετάχτηκε ανήσυχη μέχρι εκεί  να δει τι συνέβαινε.

Ευτυχώς οι γιατροί είπαν ότι δεν ήταν κάτι το σοβαρό. Την γλύτωσε, με μια ελαφρά πάρεση στο πρόσωπο που με την κατάλληλη θεραπεία πέρασε τελείως.

Μάνα και κόρη αμέσως ήρθαν κοντά η μία στην άλλη και βέβαια αγαπήθηκαν, όπως ήταν φυσικό, πάρα πολύ. Η  θετή μητέρα δεν έμαθε ποτέ μέχρι το τέλος της ζωής της για αυτή την απίθανη (απίθανη; Γιατί;) συνάντηση . Και τούτο χάρις στην ευαισθησία του θετού της παιδιού.

Το ότι η Μυρτώ δεν θέλησε ποτέ να παντρευτεί και να κάνει άλλα παιδιά το εξήγησε στην κόρη της:

«Το θεωρούσα προδοσία , σαν να ομολογούσα ότι αγαπώ τα νέα παιδιά μου πιότερο από το χαμένο μου μωρό, που μια ζωή ήλπιζα και ευχόμουν να το βρω με τον  τρόπο ακριβώς που έγινε. Να κτυπήσει δηλαδή το τηλέφωνο και να μου πει: “μάνα , να’ μαι”»…

Στο σημείο αυτό τελειώνει αυτή η ιστορία, που επιτρέψτε μου να πω ότι είναι πέρα για πέρα αληθινή στα βασικά της σημεία μόνο, γιατί δεν ξέρουμε καν αν είχαμε το δικαίωμα να την γράψουμε αυτούσια και να ταυτιστεί με πρόσωπα γνωστά μας. Έτσι χονδρικά που την περιγράψαμε μοιάζει με τις τόσες και τόσες που ακούμε κάθε τόσο είτε στην TV, είτε διαβάζουμε σε δακρύβρεχτα βιβλία…

Δεν μένει λοιπόν παρά η ώρα να πούμε: “και ζήσαν αυτές καλά και ‘μεις καλύτερα”.

Εμείς.

Γιατί για την Ιφιγένεια, τώρα άρχισε ένα νέο ψάξιμο. Αυτό του βιολογικού πατέρα.

Να ήταν άραγε αλήθεια η ιστορία περί βιασμού; Ή μήπως κάτι άλλο παίχτηκε, που μόνο η Μυρτώ και ίσως κάποιος ακόμη γνώριζε την ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ;

Σκοπός της ζωής της πέραν των τόσων άλλων δραστηριοτήτων της ήταν αυτός. Με μέθοδο, εξυπνάδα και απέραντη υπομονή έβαλε μπροστά το νέο της σχέδιο.

Κάποιος συγγενής από τη μεριά της Μυρτώς μια μέρα της είπε ότι κάποιο στενό συγγενικό πρόσωπο που λείπει στα ξένα, της μοιάζει σκανδαλωδώς πολύ…

Κάποια βασανιστική υποψία  μέσα της, της έλεγε ότι ναι από αυτή ακριβώς την ομοιότητα έπρεπε να αρχίσει…

Σημείωση: Αν μας επιτραπεί, ίσως κάποια στιγμή γράψουμε τι έγινε και με τούτη δω την ιστορία…

Προς το παρόν…

«ΤΕΛΟΣ»

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα, με την οικογένειά της, στο Μουζάκι Καρδίτσας. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Επί σειρά ετών εργάσθηκε σε θέσεις ευθύνης σε πολυεθνικές εταιρείες. Από τον Μάρτιο του 2016 λειτουργεί ως διευθύντρια τη λογοτεχνική ιστοσελίδα «Λόγω Γραφής» www.logografis.gr ...περισσότερα

Αρχειοθήκη