«Η ζωή εν τάφω…», ένα διήγημα της Νίκης Μπλούτη Καράτζαλη

Σήμερα σηκώθηκε χαράματα. Όλο το βράδυ δεν κοιμήθηκε καλά. Έψησε τον καφέ της κι άνοιξε διάπλατα τα παράθυρα της κουζίνας. Άναψε και την τηλεόραση για να αισθάνεται πως έχει παρέα. Ο πατέρας της κοιμάται ακόμα. Σε λίγο θα έρθει κι η Μαρία, η γυναίκα που τον φροντίζει, για να τον αλλάξει και να τον σηκώσει στην πολυθρόνα του.

Πήρε τον καφέ της και βγήκε έξω στο μικρό μπαλκόνι ν’ απολαύσει το πρώτο της τσιγάρο. Η φωνή του δημοσιογράφου στην τηλεόραση άρχισε να ενημερώνει τους θεατές για τα νέα της ημέρας.

«Η Μεγάλη Παρασκευή είναι ημέρα απόλυτης αργίας και νηστείας. Ολόκληρη η μέρα, αφιερώνεται στην Αποκαθήλωση του Εσταυρωμένου και στην Ακολουθία του Επιταφίου. Το πρωί της Μεγάλης Παρασκευής γίνεται η Αποκαθήλωση, όπου ο ιερέας κατεβάζει τον Εσταυρωμένο από τον Σταυρό και τον τυλίγει σε καθαρό σεντόνι, ενώ από αργά το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης έχει στολιστεί ο Ιερός Επιτάφιος με άνθη της υπαίθρου που φέρνουν οι γυναίκες, έτσι ώστε να τοποθετηθεί το Άγιο Σώμα του Κυρίου. Όλη την ημέρα οι καμπάνες χτυπούν πένθιμα σε όλη την Ελλάδα και παραδοσιακά απαγορεύεται πάσα εργασία, γίνεται αυστηρότατη νηστεία και απαγορεύεται και η κατάποση του λαδιού. Επίσης, σήμερα πολλοί πιστοί επισκέπτονται τους τάφους συγγενών και φίλων ή πραγματοποιείται η εκταφή των νεκρών, αν έχει περάσει το απαιτούμενο διάστημα…»

Η Άννα άκουγε καθαρά τις καμπάνες της ενορίας της που χτυπούσαν θλιβερά. Ύστερα θυμήθηκε πως σήμερα έχει να πάει κι αυτή στον τάφο της μητέρας της. Είχε κλείσει ραντεβού στις μια το μεσημέρι, με τη γυναίκα που τον περιποιείται, να συναντηθούν εκεί για να την πληρώσει κιόλας. Χθες, γυρνώντας απ’ το γραφείο της το απόγευμα, πέρασε από το ανθοπωλείο και αγόρασε φρέζιες και ζουμπούλια, που της άρεσαν, για να της τα πάει. Αν είχε τουλάχιστον τη μητέρα της, όλα θα ήταν διαφορετικά, σκέφθηκε συγκινημένη και μια γλυκιά νοσταλγία την τύλιξε στη θύμησή της. Δε θα αισθανόταν τόση μοναξιά. Ούτε θα ήταν αποκλειστικά υπεύθυνη για τη φροντίδα του πατέρα της. Θα μπορούσε να ταξιδέψει. Να φύγει για λίγες μέρες απ’ αυτό το καταθλιπτικό σπίτι και να ξεχαστεί.

«Στη Σαντορίνη, ξεκινώντας από νωρίς το πρωί της Μεγάλης Παρασκευής, δεκάδες παιδιά τοποθετούν σε ταράτσες, μπαλκόνια, δρόμους και στα τείχη του μεσαιωνικού κάστρου χιλιάδες «τενεκεδάκια». Πρόκειται για αυτοσχέδια λυχνάρια που καίνε παραφινέλαιο και μόλις πέσει το σκοτάδι και λίγο πριν την έναρξη της περιφοράς του Επιταφίου, ανάβουν και προσδίδουν μαγική ατμόσφαιρα στο νησί…» συνέχισε η φωνή απ’ την τηλεόραση την αναφορά στα έθιμα αυτής της άγιας μέρας.

«Θα είναι όμορφα στα νησιά αυτό τον καιρό» σκέφτηκε η Άννα, ανάβοντας το δεύτερο τσιγάρο. Παντού είναι όμορφα την άνοιξη. Θυμήθηκε ένα ταξίδι της, πριν πέντε χρόνια περίπου, που λόγω της δουλειάς της, πέρασε όλη τη Μεγαλοβδομάδα στην Πάρο. Ζούσε η μητέρα της ακόμα. Πόσο όμορφα είχε περάσει εκείνες τις μέρες. Την είχε φιλοξενήσει μια φίλη της στο σπίτι της, δεν την άφησε να μείνει σε ξενοδοχείο. Είχανε πάει μαζί στην εκκλησία τη Μεγάλη Παρασκευή να προσκυνήσουν κι αυτές το Σώμα του Χριστού, όπως κάνουν όλοι οι πιστοί.  Σ’ αυτό το νησί, η περιφορά του Επιταφίου κάνει δεκαπέντε στάσεις. Σε καθεμία από αυτές φωτίζεται κι ένα σημείο του βουνού, όπου τα παιδιά ντυμένα Ρωμαίοι στρατιώτες ή μαθητές του Χριστού, αναπαριστούν σκηνές από την είσοδο στα Ιεροσόλυμα, την προσευχή στο Όρος των Ελαιών, το Μαρτύριο της Σταύρωσης και την Ανάσταση. Ήτανε πολύ όμορφα! Η Άννα συγκινήθηκε πολύ μ’ αυτές τις εικόνες. Ύστερα, θυμάται, κάθισαν σ’ ένα καφέ στην πλατεία της χώρας, παρέα με τον άντρα της Κατερίνας και τα δυο παιδιά τους. Για πρώτη φορά στη ζωή της ήταν τόσο κοντά σε μια οικογένεια με πιτσιρίκια. Η καρδιά της σκίρτησε περίεργα στις αγκαλιές που της κάνανε. Αναρωτήθηκε πώς θα ήταν κι η δική της ζωή τώρα, αν δεν είχε υπακούσει τον πατέρα της κι είχε ακολουθήσει τον μοναδικό άνθρωπο που αγάπησε. «Ίσως, τόσο ευτυχισμένη όσο και της φίλης σου…» της είπε μια φωνή μέσα της. Μετά, σαν φύγανε τα παιδιά με τον άντρα της για μια βόλτα στην παραλία, η Κατερίνα τη ρώτησε πώς και δεν αποφάσισε κι εκείνη να κάνει οικογένεια. «Απ’ ότι βλέπω τα λατρεύεις τα παιδιά, γιατί έβαλες πάνω απ’ όλα την καριέρα σου, Άννα; Ή μήπως, να υποθέσω, δε βρέθηκε ο τυχερός για να σου κλέψει την καρδιά;»

Η Άννα απέφευγε πάντα αυτές τις δύσκολες συζητήσεις. Δεν ήθελε να μοιράζεται με κανέναν την προσωπική της ζωή κι αυτό έκανε και τότε. Απάντησε στη φίλη της με ένα αμυδρό χαμόγελο και την άφησε να πιστεύει πως η τελευταία εικασία της ευθύνεται γι’ αυτό. «Μάλλον το τελευταίο…» της είπε μετά κι άλλαξε αμέσως θέμα.

Οι καμπάνες συνεχίζουν να χτυπάνε κι η Άννα συνεχίζει να χαζεύει απ’ το μπαλκόνι της τις ομορφιές της άνοιξης. Η υπέροχη τριανταφυλλιά που είχε φυτέψει μαζί με τη μητέρα της, όταν ήταν μικρή στην άκρη του κήπου, έχει τώρα σκαρφαλώσει στο μπαλκόνι και τα μικρά της μπουμπούκια σκορπίζουν το γλυκό τους άρωμα παντού. Άνοιξη! Μοσχοβολάει ο τόπος! Άνοιξη ήτανε και τότε, παραμονές του Πάσχα,  που ήρθε ο αγαπημένος της να ζητήσει επίσημα το χέρι της απ’ τον πατέρα της. Είχαν γνωριστεί στο Πανεπιστήμιο. Η σχέση τους κράτησε δυο χρόνια και κάτι μήνες.  Η Άννα εκείνο το διάστημα ήτανε χαρούμενη κι ευτυχισμένη.

Δεν είχε ερωτευτεί ξανά. Μονάχα ένα γλυκό σκίρτημα είχε νιώσει στην καρδιά της, παλιά στο Γυμνάσιο, όταν την πολιορκούσε ένα όμορφο αγόρι της ηλικίας της. Θυμήθηκε μια χρονιά που την είχε ντύσει η μητέρα της μυροφόρα τη Μεγάλη Παρασκευή. Εκείνη στεκόταν, μαζί με τα άλλα κορίτσια, δίπλα στον Επιτάφιο με το λευκό της φόρεμα κρατώντας το καλαθάκι με τα άνθη που έραιναν τον Τάφο του Ιησού, την ώρα που έψελναν τα εγκώμια…

«Η ζωή εν τάφω κατετέθης, Χριστέ,

και αγγέλων στρατιαί εξεπλήττοντο,

συγκατάβασιν δοξάζουσαι την σήν.

Η ζωή πως θνήσκεις; πώς και τάφω οικείς;

του θανάτου το βασίλειον λύεις δε

και του Άδου τους νεκρούς εξανιστάς…» έψαλλε ψιθυριστά πλημμυρισμένη από τα όμορφα συναισθήματα που της ξύπνησαν αυτές οι αναμνήσεις.

Εκείνο το αγόρι πέρασε τότε δίπλα της και της τράβηξε διακριτικά το φόρεμα για να τον αντιληφθεί. Κι ύστερα στάθηκε απέναντί της και της χαμογελούσε. Έκτοτε, δε συνέβη κάτι άλλο ανάμεσά τους. Ήταν ένας πλατωνικός, εφηβικός έρωτας, που ένα μήνα αργότερα -μετά το τέλος της σχολικής περιόδου- έσβησε άδοξα. Την επόμενη χρονιά στο Λύκειο, ο νεαρός άλλαξε σχολείο κι η Άννα προσηλώθηκε στα μαθήματά της για να πετύχει τον στόχο της στις εξετάσεις.

Με τον Γιώργο, όμως, όλα ήταν διαφορετικά. Είχε μεγαλώσει. Ήταν πια γυναίκα. Είχε πάρει το τιμόνι της ζωής στα χέρια της κι έβαζε πλώρη για μεγάλα ταξίδια. Μεγαλοδικηγόρος ο πατέρας της, κι αυτή είχε αποφασίσει ν’ ακολουθήσει τα χνάρια του και να διαπρέψει στη δικηγορική για να φανεί αντάξιά του.

Τελικά, τότε που έθιξε το θέμα η φίλη της η Κατερίνα, συνειδητοποίησε πως δεν έφταιξε ο πατέρας της, ο οποίος αρνήθηκε την πρότασή του, αλλά εκείνη. Εκείνη που δεν πάτησε πόδι, όπως λένε, και τον άφησε να παίρνει αποφάσεις για τη δική της ζωή. Αυταρχικός, σκληρός και δύστροπος άνθρωπος. Η μητέρα της κακοπέρασε κοντά του. «Τα χρήματα δεν φέρνουν την ευτυχία Άννα μου, να το θυμάσαι αυτό…» της είχε πει μια φορά και μέσα απ’ αυτή τη φράση της, αντιλήφθηκε και τη δική της μοναξιά. Μεγαλούργησε σαν δικηγόρος, απέκτησε χρήματα και δόξα αλλά απέμεινε μόνη της. Έκανε αρκετές περιστασιακές σχέσεις με άντρες του κύκλου της, κυρίως της δουλειάς της, αλλά σε καμία απ’ αυτές δεν ένιωσε το γλυκό φτερούγισμα της νιότης της. Κι όποτε της έκανε νύξη η μητέρα της για γάμους και παιδιά, εκείνη δήλωνε ευχαριστημένη απ’ τη ζωή της. Και τώρα…  Δεν έχει με ποιον να μοιραστεί αυτές τις άγονες ώρες της.  Σε λίγες μέρες έχει τα γενέθλιά της. Πότε έφτασε κιόλας στα εξήντα;

Πήρε μια βαθιά ανάσα και μπήκε στο εσωτερικό του σπιτιού, για να πάει στο δωμάτιο του πατέρα της. Άκουσε τη φωνή της Μαρίας που του μιλούσε και τον κανάκευε. Τον είχε ήδη σηκώσει και καθόταν  στο καρότσι του μπροστά στην τηλεόραση για να πιεί τον καφέ του. Η μόνη απόλαυση που του απέμεινε ήταν πια η τηλεόραση κι η Άννα, όποτε δεν είχε δουλειά, του κρατούσε συντροφιά.

«Καλημέρα παιδί μου. Πού είναι η μητέρα σου; Δε θα πάτε στην Αποκαθήλωση να ανάψετε ένα κεράκι; Μεγάλη Παρασκευή σήμερα…»  τη ρώτησε με την τρυφερή φωνή του.

«Πόσο αλλάζει ο άνθρωπος»  σκέφτηκε γι’ άλλη μια φορά η Άννα και του χαμογέλασε. Ο πατέρας της εδώ και δυο χρόνια βαδίζει στα μονοπάτια της άνοιας. Κι εκεί μέσα κάπου χάθηκε η δύναμή του. Ο σκληρός και αυστηρός άντρας, μεταμορφώθηκε σε αρνάκι του Θεού. Η τρυφερή του φωνή και το καλοσυνάτο βλέμμα του, προκαλούν θλίψη και συμπόνια στην κόρη του.

-Καλημέρα πατέρα. Θα πάμε αργότερα… του απάντησε αόριστα και κάθισε δίπλα του στην πολυθρόνα.

-Έλα, έλα ν’ ακούσεις τα όμορφα έθιμα του τόπου μας…

«Στην Τήνο,  τη Μεγάλη Παρασκευή, όλοι οι επιτάφιοι συναντώνται στην Εξέδρα της Χώρας, ψάλλουν για λίγο μαζί και συνεχίζουν ο καθένας την πένθιμη πορεία του προς τους δρόμους της κάθε ενορίας. Ο Επιτάφιος του Αγίου Νικολάου της Τήνου μπαίνει στη θάλασσα και το όλο σκηνικό που δημιουργούν οι πυρσοί, ο φλεγόμενος σταυρός, οι σειρήνες από τα πλοία, οι ψαλμωδίες και οι χιλιάδες πιστοί που παρακολουθούν είναι πολύ όμορφο…» ακούστηκε η φωνή του παρουσιαστή να συνεχίζει την περιήγησή του στα ήθη και στα έθιμα της χώρας τους.

-Θα πάμε κι εμείς του χρόνου στην Τήνο; Θέλω να προσκυνήσω στη χάρη Της! Πάσχα θα πάμε. Όλοι μαζί. Ας κάνουμε και μια φορά το χατίρι της μάνας σου. Από παλιά μου ζητούσε αυτό το ταξίδι. Να της το πούμε σήμερα, να χαρεί κι εκείνη…

-Ναι πατέρα, να της το πούμε, θα χαρεί… ψιθύρισε η Άννα παλεύοντας να πνίξει τα δάκρυά της μετά την αναφορά του στη μητέρα της, που το θολωμένο μυαλό του τη θεωρεί ακόμα ζωντανή.

Ποτέ δεν θυμάται τον πατέρα της να  πάτησε το πόδι του στην εκκλησία. Ακόμα και το βράδυ της Ανάστασης, μόνες τους πήγαιναν αυτή κι η μητέρα της, για να πάρουν το Άγιο Φως. Δε δήλωσε ποτέ του άθεος, αλλά αδιαφορούσε παντελώς για τα θρησκευτικά του καθήκοντα. Έτρεφε, κιόλας, ένα μένος για τους εκπροσώπους της εκκλησίας, και κάθε φορά που του δινόταν η ευκαιρία, τους στόλιζε με ανάλογα κοσμητικά επίθετα, που πρόδιδαν την έντονη αντιπάθειά του.

-Στην Πάτμο, είπε πριν λίγο, τη Μεγάλη Παρασκευή γίνεται η αναπαράσταση της Αποκαθήλωσης στη Μονή του Αγίου Ιωάννη και το ίδιο βράδυ όλοι οι Επιτάφιοι συναντιούνται στις πλατείες της Σκάλας και της Χώρας. Η Ανάσταση γίνεται κι αυτή στο Μοναστήρι και ανήμερα του Πάσχα, λέει, διαβάζεται το Ευαγγέλιο σε επτά γλώσσες! Για φαντάσου… Όμορφα θα είναι κι εκεί. Θα πάμε και μια χρονιά στην Πάτμο, αν είμαστε καλά, της είπε με ένα πλατύ χαμόγελο που φώτισε τα μάτια του.

– Η μάνα σου, μου είπε χθες, πως η Πάτμος είναι το πιο όμορφο νησί… Τι λες; Τη ρώτησε αμέσως μετά, αφού δεν πήρε απάντηση.

-Να πάμε, γιατί όχι; Του απάντησε εκείνη συγκινημένη με τα σχέδιά του.

Η Άννα δεν άντεξε άλλο να τον ακούει να της μιλάει για τη μητέρα της.  Σηκώθηκε να ετοιμαστεί για να πάει στο ραντεβού της, κι ας ήταν νωρίς ακόμα. Ήθελε ν’ αναπνεύσει καθαρό αέρα. Ντύθηκε στα γρήγορα κι ύστερα ενημέρωσε τη Μαρία πως θα λείψει για δυο ώρες.

Πλησιάζοντας στην εξώπορτα άκουσε τον πατέρα της να της φωνάζει απ’ το δωμάτιο…

-Φεύγεις Αννούλα; Αύριο να μου φέρεις και τα εγγονάκια μου, τα έχω επιθυμήσει τα πουλάκια μου!

 Κι αμέσως μετά άρχισε να ψέλνει το Άξιον Εστί.

«Ἄξιόν ἐστι, μεγαλύνειν σε τὸν Ζωοδότην,

τὸν ἐν τῷ Σταυρῷ τὰς χεῖρας ἐκτείναντα,

καὶ συντρίψαντα τὸ κράτος τοῦ ἐχθροῦ.

Ἄξιόν ἐστι, μεγαλύνειν σε τὸν πάντων Κτίστην·

τοῖς σοῖς γὰρ παθήμασιν ἔχομεν,

τὴν ἀπάθειαν ῥυσθέντες τῆς φθορᾶς…»

 

 


Η Νίκη Μπλούτη Καράτζαλη γεννήθηκε και μεγάλωσε στον Άγιο Γεώργιο Λιβαδειάς.  Έχει εκδώσει τρία μυθιστορήματα και δυο συλλογές διηγημάτων. Το 2020 κυκλοφόρησε το μυθιστόρημά της “Γράμματα σ’ έναν δραπέτη”, εκδόσεις Θράκα. Διηγήματά της δημοσιεύονται στο διαδίκτυο [Εντευκτήριον, book press, περιοδικό Χάρτης, περιοδικό Δίοδος, περιοδικό Θράκα, Πλανόδιον, Λόγω Γραφής, Ποιητικός Πυρήνας, περιοδικό Παρέμβαση κ.α.] και στην τοπική έντυπη εφημερίδα “Διάβημα”. Με τη λογοτεχνική ιστοσελίδα Λόγω Γραφής, συνεργάζεται από το 2016 και ολοκλήρωσε μια σειρά διηγημάτων για τη δράση ‘’Ένα τραγούδι για σένα’’. Έχει παρακολουθήσει σεμινάρια Δημιουργικής Γραφής και έχει συμμετάσχει σε εκδηλώσεις για παιδιά (ανάγνωση, εργαστήρια δημιουργικότητας) στη Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Λιβαδειάς. Διηγήματά της διακρίθηκαν σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς και περιλαμβάνονται σε Ανθολογίες και Συλλογικά έργα. Ζει και εργάζεται στη Λιβαδειά.

Email. nikimplouti@hotmail.gr


 

[Μάθετε περισσότερα για τη μίνι σειρά διηγημάτων της Νίκης Μπλούτη Καράτζαλη “Άνοιξη ήτανε…”]

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα, με την οικογένειά της, στο Μουζάκι Καρδίτσας. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Επί σειρά ετών εργάσθηκε σε θέσεις ευθύνης σε πολυεθνικές εταιρείες. Από τον Μάρτιο του 2016 λειτουργεί ως διευθύντρια τη λογοτεχνική ιστοσελίδα «Λόγω Γραφής» www.logografis.gr ...περισσότερα

Αρχειοθήκη