«Η Αστερία και ο Αχινός», ένα διήγημα της Ειρήνης Ντούρα-Καββαδία για τη λογοτεχνική δράση «Λόγω Γραφής – Ιαπωνική Βεντάλια»

[Η Αστερία και ο Αχινός[1]]

 

Μια ιστορία αφιερωμένη στην Κλαίρη και τον Άρη από τη Σάμο (30-10-2020)

– μια ιστορία για την αιώνια αγάπη

 

Όπου κύμα  και αφρός,

όπου νησί και στεναγμός…

          

 

            «Η ιστορία εκτυλίσσεται σε ένα μικρό ψαροχώρι, με την ονομασία Αγκούνι, στην περιφέρεια της Οκινάουα της Ιαπωνίας, εκεί που οι παλιοί ξέρουν πολλά και η σοφία τους περνά από γενιά σε γενιά. Εκεί που γεννιούνται οι θρύλοι του ουρανού και της θάλασσας και έρχονται να ζήσουν στη γη αυτή…

Ο θρύλος λέει πως ένα βράδυ ένα αστέρι έπεσε πάνω στο νησί κι ένα άλλο βγήκε στην ακτή. Οι γέροι σοφοί είπαν τότε πως την ίδια μέρα γεννήθηκε ένας «αστερίας τ’ ουρανού» κι ένας «αχινός». Την ιστορία τους ακόμα και σήμερα σιγομουρμουρίζουν τα γέρικα χείλη. Με δέος και συγκίνηση.

Ήταν γεννημένοι σε διαφορετικές κοινωνικές τάξεις – εκείνη αρχόντισσσα, κόρη ανώτατου αξιωματικού του αυτοκράτορα, φίλη της πριγκίπισσας μοναχοκόρης του. Εκείνος πάλι ένας φτωχός ψαράς. Ασήμαντος κι άσημος. Ήταν ανάρμοστος ένας γάμος μεταξύ τους. Ωστόσο, ήταν γραφτό τους να αγαπηθούν έντονα. Αιώνια. Η μάντισσα είχε δει την κόκκινη γραμμή που τους ένωνε, το είχε πει στη μάνα της κόρης. Όμως η κόρη μιας αρχόντισσας απαγορεύεται να νυμφευθεί έναν παρία.

Η μάντισσα, που τυχαία περνούσε από τα μέρη τους κι είπε να μοιράνει το μωρό, το είπε ξεκάθαρα. Το κορίτσι θα αγαπούσε έναν νέο φτωχό, το ταίρι που της προόριζαν οι θεοί για να γίνει ευτυχισμένη. Φρίκη ένιωσαν αμέσως όσοι το άκουσαν! Την αποπήραν, την απείλησαν να πάρει το λόγο της πίσω. Εκείνη ανένδοτη είπε: «Οι δυο άνθρωποι που είναι δεμένοι με την κόκκινη κλωστή[2] είναι προορισμένοι να αγαπηθούν αιώνια – ανεξάρτητα από τον τόπο, τον χρόνο ή τις συνθήκες. Η μαγική κλωστή δύναται να τεντωθεί ή να καμφθεί, να καμπυλώσει ή να χαλαρώσει, αλλά ποτέ δεν σπάει. Και ποτέ δεν σφάλλει στην επιλογή των ατόμων που δένει για πάντα.»

Η μητέρα της κοπέλας άκουσε την προφητεία με δέος και φόβο, έπειτα με δυσπιστία και σκεπτικισμό. Να ήθελε η μάντισσα χρήματα να σπάσει τα μάγια; «Αδύνατον!» Της είπε η μάντισσα και κίνησε να φύγει. Η μητέρα την παρακάλεσε, έπεσε στα πόδια της. Τίποτα. Ο πατέρας την φοβέρισε. Εκείνη ήταν ανένδοτη, «κάτι τέτοιο δεν μπορούσε να γίνει», επέμενε. Άλλο ήταν το γραμμένο της κόρης τους κι έπρεπε να το σεβαστούν για να μην γίνει δυστυχισμένη. Αν την αγαπούσαν. Την αγαπούσαν φυσικά, αλλά η θέση τους στην κοινωνία; Ήταν οι έμπιστοι του Αυτοκράτορα! Πώς να δώσουν την κόρη τους σε απένταρο νεαρό; Θα γίνονταν ο περίγελος των πάντων…

Η μητέρα της κοπέλας με τον καιρό το φιλοσόφησε κι αποφάσισε να μην δώσει σημασία στον χρησμό, επειδή απλά δεν της άρεσε αυτό που είχε ακούσει. Κι επειδή κανένας δεν συμπαθεί, ως γνωστόν, τον άγγελο κακών ειδήσεων, την έδιωξαν την μάντισσα κακήν–κακώς όχι μόνο από το αρχοντικό τους, αλλά κι από την πόλη τους. Εκείνη, ωστόσο, πρώτα τους προειδοποίησε πως κανένας και τίποτα στον κόσμο δεν μπορεί να σπάσει ούτε να παραβλέψει τη δύναμη της «κόκκινης κλωστής του πεπρωμένου», επειδή δένει τις δύο υπάρξεις από τη γέννησή τους. Ακόμα και μετά το θάνατο. Τις κρατά δεμένες ακόμα και στη μετέπειτα ζωή.

Οι γονείς θα πρόσεχαν πολύ με ποιους έκανε παρέα η κόρη τους και ήταν σίγουροι πως θα προλάβαιναν το κακό. Άλλωστε θεωρούσαν πως όπως μεγαλώσεις ένα παιδί, έτσι θα διαπλασθεί ο χαρακτήρας του. Και της μικρής της εμφύσησαν την απόλυτη υπακοή στο θέλημά τους. Η κοπέλα μεγάλωσε και φυσικά όταν ήρθε σε ηλικία γάμου, της προόριζαν για γαμπρό έναν πρίγκιπα. Ο λόγος ήταν πολύ σημαντικός άλλωστε. Το κράτος μαστιζόταν από ληστρικές επιδρομές και οι κόρες των αρχόντων έπρεπε να παντρευτούν σημαντικούς ηγέτες γειτονικών κρατών, με στόχο την προστασία του κράτους. Ακόμα κι αν εκείνοι ήταν γέροι κι άσχημοι ή -ακόμα χειρότερα- κακότροποι και σκληροτράχηλοι. Στην κοπέλα έτυχε να δοθεί σε έναν τέτοιον άντρα, μεσήλικα, που είχε στο μυαλό του μόνο τον πόλεμο και τις νίκες και το πώς να διασκεδάσει με γυναίκες τις λίγες εβδομάδες ανάπαυλας από τη μάχη.

Η κοπέλα μόλις έμαθε πως ο φοβερός πρίγκιπας αυτός ζήτησε το χέρι της κι ο πατέρας της δέχτηκε, είπε το ναι. Αποκλειόταν να παρακούσει το θέλημα των γονιών της. Αποκλειόταν όμως να πάρει κι αυτόν τον γέρο. Έτσι, αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει. Δοκίμασε να πέσει από το παράθυρο της κάμαρής της, αλλά η ρόμπα της πιάστηκε στο καρφί του παραθύρου και η πτώση της αναχαιτίστηκε. Όταν το ρούχο σκίστηκε, εκείνη απλά έπεσε πάνω στο παχύ γρασίδι και δεν έπαθε το παραμικρό. Έπειτα προσπάθησε να πέσει από το άλογο, αλλά υπηρέτες την ακολουθούσαν και δεν της επιτρεπόταν να τολμήσει να πράξει κάτι μπροστά τους. Ήθελε εξάλλου να φανεί ότι ήταν ατύχημα, να μην το φέρουν οι καημένοι οι γονείς της βάρος στη συνείδησή τους. Όμως ο γάμος πλησίαζε επικίνδυνα κι έπρεπε να κάνει κάτι. Άμεσα. Έτσι, το ίδιο βράδυ έκανε κάτι ριψοκίνδυνο. Μεταμφιέστηκε σε υπηρέτρια και το έσκασε κρυφά από το αρχοντικό. Πήγε στην παραλία, έβγαλε τα παλιόρουχα κι έπεσε στη θάλασσα να πνιγεί. Τέτοια ζωή δεν την ήθελε. Καλύτερα να πάγωνε η καρδιά της και να την έπαιρναν τα κύματα!

Είχε φουρτούνα εκείνο το βράδυ και τα κύματα πράγματι την παρέσυραν μακριά από την ακτή. Όμως, δεν ήταν γραφτό της να χαθεί στα κρύα νερά του κόλπου. Πάνω που πνιγόταν, μια νεράιδα του βυθού αναδύθηκε από την υποθαλάσσια πολιτεία και την έβγαλε στον αφρό, δίπλα στη βάρκα ενός νεαρού ψαρά. Η νεράιδα αυτή ζούσε στη μυθική πολιτεία κάτω από τη νήσο Γιονανγκούνι, που είναι περιτριγυρισμένη με κυκλώπεια τείχη και εκεί ζουν μυστικά οι θεοί και οι θεές της θάλασσας. Μακριά από αδιάκριτα βλέματα, μακριά από την κακία του κόσμου. Και εκείνοι έπαιξαν τον μεγάλο ρόλο στην ιστορία αυτή.

Ο θεός Λάο[3], ο παλαιός θεός της σελήνης που ήταν υπεύθυνος για την κόκκινη κλωστή και το ταίριασμα των ψυχών και των γάμων, ενοχλημένος από την απόφαση των γονιών της κόρης να μην υπακούσουν στο θέλημά του, έστειλε αστέρια στον ουρανό και παρακάλεσε τις νύμφες του νερού να καλμάρουν τα κύματα. Πάνω στον ουρανό μάλιστα κάρφωσε την πιο λαμπερή σελήνη που είχε δει ποτέ κανείς, προκειμένου να φωτίσει το πρόσωπο της κοπέλας, που έλαμψε σαν αστέρι. Ο νεαρός τότε είδε την κοπέλα να επιπλέει. Την περιμάζεψε μισοπεθαμένη στη βάρκα του, τρελός από αγωνία. Την σκέπασε με το πανωφόρι του και της έτριψε τα χέρια και τα πόδια να τη ζεστάνει. Ακόμα όμως ήταν αναίσθητη. Ο θεός Λάο, ικανοποιημένος, έστειλε ζεστό νότιο άνεμο και έβγαλε τη βάρκα με τους νέους στη στεριά.

Ο νεαρός προσπάθησε να επαναφέρει την πανέμορφη κοπέλα. Δεν είχε ξαναδεί τόσο όμορφο πλάσμα! Της έδωσε το φιλί της ζωής και εκείνη, όταν συνήλθε, του έδωσε το πιο γλυκό της χαμόγελο. Ήταν ευτυχισμένη που ξέφυγε από τον γέρο άντρα που της προόριζαν για σύζυγο και που ήταν στην αγκαλιά αυτού του ωραίου και καλοσυνάτου νέου που της χαμογελούσε. Την κρατούσε στα δυνατά του χέρια κι ένιωθε πως της είχαν δώσει όλους τους θησαυρούς της θάλασσας. Κι εκείνος αισθανόταν πως του είχαν χαρίσει όλα του ουρανού τα άστρα.

Ερωτεύτηκαν αμέσως, όπως ήταν φυσικό, δίνοντας χαρά στο θαλάσσιο και το ουράνιο βασίλειο. Επειδή μάλιστα εκείνη δεν του αποκάλυψε την πραγματική της ταυτότητα, εκείνος την ονόμασε Αστερία. Άλλωστε ήταν το αστέρι του. Κι εκείνος είχε παράξενο όνομα, τον φώναζαν Αχινό, γιατί όλο μέσα στη θάλασσα βουτούσε χειμώνα-καλοκαίρι και επειδή τα κατάμαυρα μαλλιά του, όταν στέγνωναν από το αλάτι της θάλασσας, έμοιαζαν με αγκάθια αχινού. Είχε όμως μια καρδιά μάλαμα. Κι όπως είπε ο χρησμός της μάντισσας, την έκανε ευτυχισμένη με την καλοσύνη του.

Οι δύο νέοι έζησαν μερικούς μήνες μαζί, ευτυχισμένοι κι ερωτευμένοι. Όταν έφτασαν στο ψαροχώρι του νέου οι στρατιώτες του πατέρα και του μέλλοντα άντρα της να την αναζητήσουν, εκείνη ήδη έφερε τον καρπό του έρωτά τους μέσα της. Τον νεαρό ψαρά τον φυλάκισαν κι εκείνη παντρεύτηκε τον άγριο πολέμαρχο. Όμως κάθε νόμισμα έχει δύο όψεις. Μέσα στη δυστυχία της η κοπέλα ήταν τυχερή, γιατί κηρύχτηκε πόλεμος κι ο άντρας της αμέσως έφυγε για τη μάχη, που άλλωστε τόσο αγαπούσε. Η χώρα κινδύνευε και σύντομα άδειασαν τις φυλακές για να χρησιμοποιήσουν τους νέους και τους γερούς άντρες για στρατιώτες.

Ο Αχινός διέπρεψε στη μάχη κι επέστρεψε νικητής κι ελεύθερος πλέον, δύο χρόνια μετά, στο ψαροχώρι του. Όμως η ψυχή του ήταν διάτρητη από τα αγκάθια, γιατί του είπαν ότι η κοπέλα που αγαπούσε πέθανε. Δεν ήξερε πώς ήταν η αρχόντισσα, δεν το έμαθε ποτέ. Η Αστερία όμως ζούσε και είχε γεννήσει το παιδί του, ένα αγοράκι, που το ονόμασε Αφρό, όπως ο αφρός της θάλασσας από όπου την είχε σώσει ο πατέρας του, που όμως -όπως της είχαν πει- πέθανε στη φυλακή.

Ο άντρας της δεν επέστρεψε ποτέ κι εκείνη μεγάλωνε το αγοράκι της, μοναδική της παρηγοριά στον μεγάλο της πόνο. Ο Αχινός μετά από λίγο καιρό παντρεύτηκε μια καλή κοπέλα του χωριού κι έκανε μια όμορφη κόρη, που την ονόμασε Αιθέρια. Σαν την αιθέρια ύπαρξη, την Αστερία του, που σαν αέρας χάθηκε για πάντα μέσα από την αγκαλιά του. Μια κοπέλα που θα αγαπούσε για πάντα και που πάντα καλούσε με το τραγούδι του να γυρίσει κοντά του από τη χώρα της λησμονιάς: Αστερία μου / Στα κύματα σε βρήκα / Όμως σ’ έχασα / Κόρη τ’ ουρανού, έλα / Στου αφρού την αγκάλη!

Το τάνκα που τραγουδούσε με το σαμισέν του[4] έκανε το γύρο του νησιού. Οι γέροι του νησιού διηγούνται πως τα δυο τους παιδιά είχαν καλύτερες τύχες από εκείνη των γονιών τους, κάτι που χαροποίησε κάπως τους γονείς τους. Όμως, δεν επρόκειτο για την αιώνια αγάπη. Εκείνη τη δυνατή αγάπη που είχαν οι ίδιοι νιώσει, μια αγάπη που είχε διαρκέσει δυστυχώς τόσο λίγο. Έτσι, μέρα-νύχτα παρακαλούσαν τον θεό Λάο να χαρίσει στα εγγόνια τους τουλάχιστον ή σε κάποια επόμενη γενιά το μεγαλείο της αιώνιας αγάπης. Έφτιαξαν ο καθένας κι από χίλιους γερανούς για να πραγματοποιηθεί η ευχή τους. Η Αστερία σιγομουρμούριζε το δικό της τάνκα φτιάχνοντας τους γερανούς:

Χίλιοι γερανοί

Για χάρη σου φτιάχτηκαν

Χίλιοι στεναγμοί

Την έγνοια σου να έχει

Ο αφρός της θάλασσας…

Κι όλο αναστέναζαν κι οι δύο. Κι ο θεός Λάο, μεγαλόψυχος, τους λυπήθηκε. Τα δισέγγονά τους επρόκειτο να νιώσουν την αιώνια αγάπη, που ξεπερνούσε τα σύνορα του κόσμου αυτού – τα φυσικά και τα νοερά. Γιατί «κανένας και τίποτα στον κόσμο δεν μπορεί να σπάσει ούτε να παραβλέψει τη δύναμη της κόκκινης κλωστής του πεπρωμένου, επειδή δένει τις δύο υπάρξεις από τη γέννησή τους. Τις κρατά δεμένες ακόμα και στη μετέπειτα ζωή.»

Χρόνια μετά, μια γρια-μάντισσα που έκανε περίπατο στην αμμουδιά είδε ένα αστέρι να πέφτει στην ακροθαλασσιά πλάι σε έναν αχινό. Το πρόσωπό της φωτίστηκε κι έχοντας εκπληρώσει πλέον στη γη αυτή το καθήκον της, έβγαλε το γέρικο μανδύα της κι επέστρεψε κοντά στις νύμφες του νερού, στην υποθαλάσσια πολιτεία.»

Η Hoshi* έκλεισε το αρχείο με ένα κρυφό χαμόγελο να διαγράφεται αμυδρά στα χείλη της. Στην εποχή της ταχύτητας που ζούσε, όπου όλα ήταν πλέον ηλεκτρονικά, το βιβλίο με τους θρύλους ήταν απλά μια ακόμη κουκίδα μέσα στο Kindle Reader[5], ανάμεσα σε τόσα άλλα αρχεία, που καθημερινά διάβαζαν τα αδηφάγα μάτια της. Της άρεσαν αυτές οι ιστορίες, όσο κι αν ήταν ξεπερασμένες. Άξαφνα, από μακριά ακούστηκε ο θόρυβος του συρμού. Βιαστικά έριξε το γκατζετάκι[6] στο backpack[7] της και σηκώθηκε από το παγκάκι, όπως τόσοι άλλοι, πηγαίνοντας προς το τρένο. Ταξίδευε από την πρωτεύουσα για ολιγοήμερες διακοπές στο νησί, εκεί όπου ζούσε η θεία της. Η θεία της Hoshi ήταν το τελευταίο απομεινάρι της παλαιάς κι ένδοξης οικογένειας, που κάποτε λέγεται πως είχε μάλιστα στενές σχέσεις με την αυλή του Αυτοκράτορα. Δεν είχε παντρευτεί και δεν είχε κάνει παιδιά, προτιμώντας να μείνει μόνη. Η Hoshi είχε φύγει από το νησί παιδάκι ακόμα κι ήθελε, προτού φύγει από τη ζωή αυτή η θεία της, να ξαναδεί το αρχοντικό. Το σπίτι με την «αύρα», όπως το έλεγαν. Προτού σφραγιστεί για πάντα.

Ένας νεαρός, ο Uni**, στεκόταν στην αποβάθρα με τα Bluetooth earbuds[8] στα αυτιά του, ακουμπισμένος στον τοίχο με την πλάτη, ισορροπώντας στο ένα πόδι. Είχε τα μάτια κλειστά κι άκουγε με πάθος το αγαπημένο του συγκρότημα, με την ηλεκτρονική μουσική να εισβάλει κατά ριπάς στα τύμπανά του. Τα κατάμαυρα κοντά μαλλιά του κουνούνταν σαν βελόνες πάνω-κάτω με το ρυθμό κι έδειχνε να μην προσέχει τίποτα και κανέναν γύρω του. Χαμένος στον δικό του κόσμο, όπως κάθε μέρα άλλωστε, δεν ήταν γραφτό να μείνει στο νησί που γεννήθηκε. Παρότι αγαπούσε πολύ τη θάλασσα, πιο πολύ ήθελε να γίνει μουσικός. Ήθελε να ακολουθήσει «το αστέρι του» κι αυτό θα γινόταν μόνο στην πρωτεύουσα. Τον τραβούσε μια δύναμη πολύ έντονα κι ένιωθε πως εκεί θα έβρισκε την τύχη του.

Άξαφνα ο κόσμος μετακινήθηκε σαν ορμητικό ποτάμι που περνούσε από μπροστά του κι επιτέλους άνοιξε τα μάτια του. Το τρένο ερχόταν και για πρώτη του φορά θα έβλεπε το φημισμένο Σινκανσέν[9], που πιάνει μέση ταχύτητα 235-280 χλμ. την ώρα! Ενθουσιασμένος έκανε να προχωρήσει και τότε είδε την κοπέλα στο παγκάκι μπροστά του. Έβαζε κάτι στο σακίδιό της, μα της έπεσε. Εκείνη, λόγω του θορύβου του συρμού δεν το άκουσε και ξεκίνησε να φύγει. Προσπάθησε να της μιλήσει, αλλά φυσικά με τόση οχλοβοή δεν τον άκουσε. Περιμάζεψε από κάτω τη συσκευή κι έτρεξε πίσω της.

Ο κόσμος τού αναχαίτιζε την πορεία, αλλά εκείνος αποφασισμένος να παραδώσει στην κάτοχό του τη συσκευή, τους έσπρωχνε κι άνοιγε δρόμο. Την πρόφτασε λίγο προτού επιβιβαστεί στον συρμό. Εκείνη τον κοίταξε απορημένη έως και με θυμό καθώς την τραβούσε από το τζάκετ για να τη σταματήσει. Την οδήγησε παράμερα  για να μην τους παρασύρουν και της έβαλε το Reader στα χέρια της. Τότε κατάλαβε. Τον ευχαρίστησε και γύρισε για να φύγει. Μα κάτι την σταμάτησε. Κάποια αόρατη δύναμη της σταματούσε το χέρι, που βρισκόταν ακόμα μέσα στα χέρια του νεαρού. Το τρένο σφύριξε και σαν μαγνητισμένοι, μπήκαν και οι δύο μέσα. Κάθησαν πλάι-πλάι και ο συρμός ξεκίνησε. Με ορμή μοναδική. Ωστόσο, εκείνη τη στιγμή τίποτα πια δεν ενθουσίαζε τον νέο. Ούτε καν το Υπέρ-Εξπρές, που τόσο λαχταρούσε να απολαύσει, ούτε και η εκπληκτική ταχύτητά του. Ξέχασε εντελώς και τη μουσική του. Ένα τέταρτο αργότερα κι ακόμα δεν είχε τραβήξει ο ένας το βλέμμα του από τον άλλο. Ούτε που ένοιαξε τον Uni ότι το τρένο δεν πήγαινε στην πρωτεύουσα αλλά κατευθυνόταν και πάλι πίσω στο νησί. Ούτε που πρόσεξε και η Hoshi την ηλικιωμένη κυρία που καθόταν απέναντί τους και κρυφοχαμογελούσε καθώς έπλεκε με το βελονάκι μια μακριά πλεκτή κόκκινη κλωστή…

           


*Hoshi   = αστέρι

**Uni 雲丹   = αχινός

[1]   Τον τίτλο της ιστορίας τον αφιερώνω με πολύ αγάπη σε δυό υπέροχες διδυμούλες, την Αθανασία και τη Δήμητρα, που μαζί συζητούσαμε το καλοκαίρι του 2020 για τους «αξιολάτρευτους» αχινούς και τους αστερίες και τους υποσχέθηκα να γράψω μια ιστορία με αυτόν τον τίτλο.

[2]  Ως κόκκινη κλωστή του πεπρωμένου (στη Κινεζικά 姻緣紅線; pinyinYīnyuán hóngxiàn), νοείται μια αόρατη κόκκινη κλωστή γύρω από το δάχτυλο εκείνων που προορίζονται να συναντηθούν υπό κάποιες συγκεκριμένες συνθήκες, καθώς πρόκειται για την πραγματική και παντοτινή αγάπη.

[3]  Σύμφωνα με τον Κινεζικό θρύλο, η θεότητα που είναι υπεύθυνη για την κόκκινη κλωστή θεωρείται ο  Yuè Lǎo (月老), ο παλαιός σεληνιακός θεός του συνοικεσίου, που είναι ο κατεξοχήν υπεύθυνος για το γάμο. Εξ ού και το κόκκινο Κινέζικο ένδυμα του γάμου. Η ίδια κόκκινη κλωστή και ο θρύλος της απαντώνται και στην Ιαπωνία και σε άλλες χώρες με ελάχιστες παραλλαγές.

[4] shamisen (σαμισέν) – τρίχορδο παραδοσιακό μουσικό όργανο της Ιαπωνίας που παίζεται με πένα.

[5] Ειδική ηλεκτρονική συσκευή ανάγνωσης κειμένων

[6] μικροσυσκευή

[7] Σακίδιο πλάτης

[8] Ειδικά ασύρματα ακουστικά

[9] (Shinkansen 新幹線)

           


Με το διήγημα “Η Αστερία και ο Αχινός”, της Ειρήνης Ντούρα-Καββαδία, κλείνει η λογοτεχνική μας δράση “Λόγω Γραφής – Ιαπωνική Βεντάλια”.

Πληροφορίες για αυτή τη λογοτεχνική δράση και του τι έπεται μετά τη λήξη της, μπορείτε να βρείτε στον ακόλουθο σύνδεσμο: “Λόγω Γραφής – Ιαπωνική Βεντάλια”

Ευχαριστούμε θερμά τόσο την διαδικτυακή ομάδα “Ιαπωνική βεντάλια ποίησης και πολιτισμού” και τον διαχειριστή της κο Παναγιώτη Πριμηκύρη, όσο και όλους όσοι συμμετείχαν σε αυτό το απαιτητικό λογοτεχνικό εγχείρημα. Το αποτέλεσμα δικαιώνει όλους μας και η χαρά μας είναι μεγάλη για αυτό το βέλτιστο αποτέλεσμα που θα μετουσιωθεί σε ένα αξιόλογο και αξιανάγνωστο βιβλίο από τις Εκδόσεις Ελκυστής.

           

Για τη Λόγω Γραφής,

Κατερίνα Ευαγγέλου Κίσσα

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Μουζάκι Καρδίτσας. Γράφει από μικρό παιδί, όμως μόνο όταν ήρθε στη ζωή το δικό της παιδί ένιωσε ότι μπορεί να μοιραστεί τις λέξεις της, τις εικόνες της. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Μιλάει και γράφει άπταιστα την αγγλική και κάνει φιλότιμες προσπάθειες για την ιταλική. Σπουδάζει κλασικό πιάνο. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη