«Η αρρώστια της ευτυχίας», γράφει ο Γιάννης Βατικιώτης

Πόσο χρονών πρέπει να είναι κάποιος για να είναι ευτυχισμένος; Πώς πρέπει να είναι η εμφάνισή του, το σώμα του, τα μαλλιά του, το σπίτι του, η οικονομική του κατάσταση; Πώς είναι η μυρωδιά του και προπάντων πώς χαμογελάς όταν είσαι ευτυχισμένος; Μιας και η ευτυχία είναι μια από τις πιο δυσνόητες έννοιες στην ανθρώπινη ιστορία, ο προσδιορισμός της είναι δυσκολότερος αφού ποικίλει από άνθρωπο σε άνθρωπο και από θέλω σε θέλω.

Δεν ξέρω τι είναι η ευτυχία, ξέρω όμως τι είναι η κανονικότητα. Η κανονικότητα, που αυτός ο κόσμος με τόσο πείσμα με, σας και μας δίδαξε, με τόσο πείσμα και τόσο κόπο, από την πιο μικρή μας ηλικία, με τρόπο θα έλεγε κανείς δεσποτικό.

Έμαθα από παιδί πιο είναι το σωστό, πώς πρέπει να μιλάω, τι θα πρέπει να λέω και πώς, πώς θα ζω, ακόμα και το πώς θα ερωτεύομαι. Καταφέραμε εμείς οι άνθρωποι να δαμάσουμε ως οι άρχοντες αυτού του κόσμου ακόμα και το πιο ασταθές υλικό στην φύση. Τον έρωτα. Τα καταφέραμε λοιπόν και το τελευταίο προπύργιο της έκφρασης της ελεύθερης βούλησης έπεσε στα χέρια μας, επιβάλλοντας για χρόνια μια σειρά μνημονιακών μέτρων και επικοινωνιακών κανονισμών στον χειρισμό του συναισθήματος. Κανόνες όπως τι θα πρέπει να πει ο άντρας σε μια γυναίκα, τι θα πρέπει να έχει ως απόδειξη του ανδρισμού του, ενώ αυτή με την σειρά της θα πρέπει να ενσαρκώσει το απόλυτο  συνονθύλευμα ερωτισμού, θηλυκότητας και ευπρέπειας. Οι αναλογίες είναι μέσα στο πακέτο.

Δεν ξέφυγε όμως μόνο ο έρωτας από την κανονικότητα. Για την ακρίβεια, τίποτα δεν ξέφυγε από την κανονικότητα. Είναι το τέλειο σχέδιο, το τέλειο πλάνο, το ακριβότερο και ακριβέστερο ρολόι και εμείς οι χρυσοί του δείκτες.

Ένας ηλικιωμένος άντρας κάθεται με τη γυναίκα του στην παραμελημένη αυλή τους. Φαίνονται δυστυχισμένοι, η ζωή τους έχει γεράσει την ψυχή τους όπως ο χρόνος σκούριασε τα κόκαλά τους. Είναι τουλάχιστον μαζί, αυτό λογικά θα έφτανε. Δεν τους άρεσε το μαζί, φαινόταν στα πρόσωπά τους, διαγραφόταν σε κάθε τους βαριεστημένο βλέμμα όταν κοιτάζονταν. Είναι πολλά χρόνια μαζί όμως και ακόμα και ο έρωτας υφίσταται την φυσική φθορά του χρόνου. Το πρόβλημα θα είναι ο χρόνος, υπαγορεύει η λογική. Αν κοιτάξεις λίγο πιο βαθιά στα μάτια των ανθρώπων και ειδικά των ζευγαριών, θα αρχίσεις ύστερα από λίγο καιρό να διακρίνεις το αληθινό από το ψεύτικο,  το χαμόγελο από το μειδίαμα του ηθοποιού.

Έρευνες έχουν δείξει ότι ένα μεγάλο ποσοστό των σύγχρονων σχέσεων έχει ημερομηνία λήξης εντός δύο έως τεσσάρων μόλις χρόνων. Το ρολόι της ζωής τρέχει και μας έμαθε ότι πρέπει να προλάβουμε να ζήσουμε όλες τι εμπειρίες που πρέπει να έχουμε ξεζουμίσει από την ζωή μέχρι κάποια τουλάχιστον ηλικία. Και η μακρά σχέση είναι απλά ένα εμπόδιο που στέκεται στην μέση. Υποδηλώνει τη στασιμότητα. Άλλωστε οι πειρασμοί και οι ευκαιρίες βρίσκονται σε πληθώρα εκεί έξω.

Βγήκα ένα Σάββατο βράδυ ραντεβού με ένα όνειρο. Ένα φιλικό μου ζευγάρι, που ήταν κάποτε για εμένα η περίτρανη απόδειξη ότι ο κόσμος μας μπορεί να γίνει τόσο διαφορετικός με τον κατάλληλο άνθρωπο δίπλα σου. Κάπου στα τριάντα τώρα, γνωρίστηκαν στα  εικοσιοκτώ και ήταν ένα θέαμα που πραγματικά άξιζε κάποιος να το δει. Στην αρχή της σχέσης τους χόρευαν μαζί σαν ένα σώμα το κάθε τραγούδι και κάθε στίχος γράφτηκε από εκείνους για αυτούς τους ίδιους, δύο καρδίες – μία φωνή. Σε παλιές μας εξορμήσεις, στα μεθυσμένα καλοκαίρια μας, δεν θα αρνηθώ ότι ουκ’ ολίγες φορές ένιωσα το αίσθημα της ζήλιας. Δεν είχα ξαναδεί άνθρωπο να ακούει χωρίς να του μιλάνε και να λατρεύει χωρίς να προσκυνά.

Το καλύτερο Σάββατο που έχω περάσει ποτέ στη ζωή μου ήταν αυτό. Από μία βαρετή φιλική υποχρέωση με το αστέρι της τέλειας σχέσης,  το βράδυ εκείνο διέλυσε σε διάστημα δύο ωρών όλες τις παλιές μου ανασφάλειες, εξαϋλώνοντας τον παλιότερό μου φθόνο ως προς την ευτυχία τους. Ο Δημήτρης και η Δανάη δεν ήταν πια το ίδιο. Ο Δημήτρης, πιο βαριεστημένος από ποτέ, κοιτάει το τηλέφωνο του καταπίνοντας αμάσητες τις φωτογραφίες νεότερων κοριτσιών με την εγγύησή του άμεσα διαθέσιμου σε γνωστή πλατφόρμα «κοινωνικής» δικτύωσης, ενώ η Δανάη νομίζει ότι επιτέλους βρήκε την τέλεια προσφορά για ένα φόρεμα που θα φροντίσει να δείξει στον κόσμο τα δυνατά της σημεία. Ήταν το πρώτο βράδυ που πραγματικά ένιωσα να βαριέμαι με ευχαρίστηση. Έβλεπες στα χαμόγελά τους, στα μάτια τους, ότι ο έρωτάς τους -κατάλοιπα μίας παλιάς θρησκείας- δεν είχε θέση στους γρήγορους ρυθμούς της νέας εποχής και των διαταγμάτων που πρέπει να ακολουθήσουν. Όταν τον ρώτησα αν έχει γίνει κάτι μεταξύ τους, πήρα πίσω μόνο μια απέλπιδα προσπάθεια αποφυγής του θέματος με ένα «ε, εντάξει είμαστε και τέσσερα χρόνια μαζί. Όσο να ‘ναι…»

Αν εκπαιδευτείς στα ζευγάρια, θα μάθεις γρήγορα να αναγνωρίζεις την ταυτότητα της κανονικότητας αποτυπωμένη στα μάτια των ανθρώπων, σε κάθε μέρος της καθημερινότητάς σου. Στο τρένο, στο λεωφορείο, στο διπλανό αμάξι, στην πωλήτρια του γειτονικού σου φούρνου. Όλοι μας χαμογελάμε φορώντας την ενδεδειγμένη  μάσκα μας και υπαγορεύοντας με ευλαβική  ακρίβεια τούς στίχους αποφυγής εξηγήσεων και περαιτέρω αναλύσεων πάνω σε θέματα που μας ενοχλούν.

Κάποιος κάποτε άρχισε με ένα όνειρο, το έκανε χόμπι και μετά το εκπλήρωσε, πληρωνόταν από αυτό, ήταν η δουλειά του. Και τώρα ξύπνησε, τώρα μισεί πλέον τη δουλειά του.

Κάποια ζέστανε τη βροχή του Δεκέμβρη αφού φιλιόταν σχεδόν ένα τέταρτο κάτω από την μανία της. Τώρα σιχαίνεται να αγγίξει.

Κάποιος ήταν κάποτε συνθέτης, άλλος ήταν ζωγράφος, άλλος ήταν μαραγκός ίσως και ναύτης, άλλος ήταν ξερόλας γιατί του άρεσε να διασκεδάζει τους άλλους με αστεία, παίρνοντάς τους έτσι ασυναίσθητα τα βάσανα και ο κολλητός του λιγομίλητος σαν δάσκαλος, σαν συμβουλάτορας.

Τώρα είναι όλοι καλά. «Τι κάνεις;» Εύκολο… «Καλά εσύ;».

Όλοι είμαστε καλά, ζούμε τέλεια στην απέραντη ευτυχία που μας παρέδωσε η συμμόρφωση μας στην κανονικότητα, προνόμιο που μας έδωσε απλόχερα η κοινωνία. Πότε ξεχάσαμε να ερωτευόμαστε και πότε μάθαμε να κλείνουμε σε κουτάκια την καντάδα κάτω από τον βασιλικό, πότε το τραγούδι έγινε δουλειά και πόλος έλξης  δόξας  χρήματος και του αντίθετου φύλου. Η τέχνη δεν έχει τιμή, ούτε και ορίζεται από ταμπέλες.

Σκυφτά περήφανοι περπατάμε κάθε μέρα στον δρόμο, λέγοντας τα ίδια και τα ίδια, επαναλαμβάνοντας την προηγούμενη μέρα και επομένως βιώνοντας τα χθεσινά ξαναζεσταμένα συναισθήματά της, έχοντας πλήρως δεχθεί την φυσική ροή των πραγμάτων, ελπίζοντας κρυφά κάτι να αλλάξει.

Κάποιος ψυχολόγος είπε, θυμάμαι, ότι ο ορισμός της ψυχασθένειας είναι να κάνεις συνεχώς το ίδιο πράγμα, περιμένοντας κάθε φορά διαφορετικό αποτέλεσμα. Και αφού, λοιπόν, έχουμε όλοι δεχθεί αυτήν την κατάσταση, τότε πραγματικά αλλά και δημοκρατικά αποδεδειγμένα, η επιβολή της κανονικότητας είναι ο μόνος τρόπος να ζήσουμε ομαλά σε αυτόν εδώ τον κόσμο. Τι και αν η ευτυχία, όπως και αν την εννοεί ο καθείς μας, έπρεπε να ξεριζωθεί από τις παιδικές μας συνήθειες και αναμνήσεις, είμαστε πιά καλά.

Ήταν αρρώστια η ευτυχία, συναισθηματικό χάος και ανούσια ψυχική φόρτιση, που το ανθρώπινο είδος κατάφερε με επιτυχία να τιθασεύσει και η κανονικότητα είναι το φάρμακο. Επιτέλους είμαστε υγιείς.

Προσωπικά σκέφτομαι να αρρωστήσω ξανά, να θυμηθώ τον πυρετό, τις παραισθήσεις του.

Παρ’ όλα αυτά, υγιαίνετε.

Ίσως σας αρέσει και

1 Σχόλιο

  • ΔΗΜΗΤΡΑ Δεσποτοπουλου
    12 Ιουνίου 2020 at 21:49

    Καταπληκτικό δεν χόρταινα να το διαβάζω υπέροχο φιναλε

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Μουζάκι Καρδίτσας. Γράφει από μικρό παιδί, όμως μόνο όταν ήρθε στη ζωή το δικό της παιδί ένιωσε ότι μπορεί να μοιραστεί τις λέξεις της, τις εικόνες της. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Μιλάει και γράφει άπταιστα την αγγλική και κάνει φιλότιμες προσπάθειες για την ιταλική. Σπουδάζει κλασικό πιάνο. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music