«Ημερολόγιο καραντίνας», γράφει η Στεφανία Ρουλάκη

Εισαγωγικό σημείωμα

Στις δύσκολες μέρες που όλοι μας ανεξαιρέτως βιώνουμε, οι άμυνές μας είναι αναπτυγμένες. Το χιούμορ είναι ένας σωτήριος τέτοιος μηχανισμός επιβίωσης. Γραμμένα όλα τα κείμενα με αμέριστο σεβασμό στα προβλήματα όλων μας, στόχο έχουν να αγγίξουν όσο το δυνατόν πιο ανώδυνα, μέσα από το ελαφρύ του αστεϊσμού, τα όσα μπορεί να συμβαίνουν “κεκλεισμένων των θυρών”. Εύχομαι να σας κάνουν έστω να χαμογελάσετε!

Στεφανία Ρουλάκη

 


Σήμερα, μέρα καραντίνας εικοστή τρίτη, ξύπνησα από το κουδούνι που χτυπούσε πανικόβλητο. Φορώντας τη μία παντόφλα και σούρνοντας την άλλην, σκέφτομαι με ταραχή πως κάτι έχει συμβεί στον πατέρα μου. Πράγματι. Η μητέρα μου στέκεται μουδιασμένη στην πόρτα μου και μου λέει ψευδίζοντας, ότι ο μπαμπάς το ‘σκασε. Στάσου. Η μάνα μου δεν ψευδίζει. Και γιατί της κρέμεται το μπροστινό δόντι; Το ότι το έσκασε ο πατέρας μου ήταν κάτι αναμενόμενο, αφού η άνοιά του μας κάνει να ζούμε οικογενειακώς τραγελαφικές καταστάσεις.

Ντύνομαι όπως όπως, κατεβαίνουμε με τη μητέρα μου τις σκάλες, ενώ ταυτόχρονα μου αφηγείται ότι ξύπνησε το πρωί και δεν τον βρήκε στο κρεβάτι. Είχε βουτήξει τη μαγκούρα του και τον άκουγε που προσπαθούσε να βγει έξω. Όταν πήγε να τον προλάβει να μη φύγει, τον τράβηξε από την πιτζάμα. Αυτός θύμωσε και της έστριψε το χέρι. Εκείνη για να απελευθερωθεί, του το δάγκωσε. Εξ ου και το κρεμασμένο δόντι!

Στη φόρα μου να πεταχτώ έξω από την αυλή για να τον ψάξω στη γειτονιά, ξέχασα ότι δε φοράω μάσκα και δεν έχω στείλει μήνυμα εξόδου. Ρίχνοντας κάτι «γαλλικά», ξανανεβαίνω στο διαμέρισμά μου, βουτάω τη μάσκα και το κινητό μου και ξεχύνομαι στο δρόμο, με έντονο προβληματισμό για το πού να πήγε, αλλά κυρίως, για το ποιόν αριθμό πρέπει να στείλω στο 13033. Μάλλον το «κίνηση για παροχή βοήθειας σε ανθρώπους που βρίσκονται σε ανάγκη» καταλήγω και στέλνω «4».

Χριστούγεννα δεν είναι, ώστε να χτυπάω τα κουδούνια των γειτόνων για να πω τα κάλαντα, οπότε όλοι, που ξέρουν το πρόβλημά μας, κατάλαβαν ότι ο κυρ Αλέκος μας την κοπάνησε γι’ ακόμη μία φορά. Ξαμοληθήκαμε στους δρόμους, με μάσκες και χωρίς και ξεκινήσαμε την αναζήτηση.

Τον βρήκα εγώ, στο φαρμακείο της γωνίας, που είχε πάει για να αγοράσει λουλούδια στη μητέρα μου, γιατί είχαν λέει την επέτειό τους. Η φαρμακοποιός προσπαθούσε να τον πείσει να τον συνοδέψουν σπίτι, αλλά αυτός αντιστεκόταν. Όταν με αντίκρισε, μου έριξε μία άγρια ματιά και συνέχισε να διαπληκτίζεται με τη φαρμακοποιό, η οποία μου έκανε νόημα ότι καταλαβαίνει. Τον πλησίασα ήρεμα και γλυκά και του είπα:

«Έλα ομορφούλη μου να πάμε σπίτι μας». Κι αυτός με ρώτησε απότομα:

«Ποια είστε εσείς;»

Όταν του είπα το επώνυμό μου, παραξενεύτηκε. Μου είπε:

«Το ίδιο επώνυμο έχουμε!» Του απάντησα:

«Τι σύμπτωση!»

«Μπα, δε σας γνωρίζω» μου λέει.

Η φαρμακοποιός, απέδωσε το ότι δε με γνώρισε, στο ότι φοράω τη μάσκα κι εγώ της είπα πως και χωρίς τη μάσκα τα ίδια τραβάμε!

Με τα πολλά, δέχτηκε να με ακολουθήσει, γιατί του έπιασα την πάρλα για τότε που ήταν στο ναυτικό και του ζήτησα να μου πει για χιλιοστή φορά, την ιστορία με τα κινεζάκια, κι αυτός, με χαρά μου αφηγήθηκε με κάθε λεπτομέρεια, για ένα ταξίδι στην Κίνα, που όταν κατέβηκε με έναν φίλο του στο λιμάνι, τους είδαν δύο κινεζούλες και τους γελάγανε και μπλα-μπλα-μπλα. Με σώσανε οι κινεζούλες!

Μπήκαμε στο πατρικό μου στο ισόγειο, όπου η κυρά Ριρή η κακομοίρα μας περίμενε, τρέμοντας σαν το ψάρι. Τον καθίσαμε στον καναπέ, τους άφησα μόνους για να πάω στην κουζίνα και τους άκουσα να ψιθυρίζουν. Αφού του έφτιαξα το γάλα του, γύρισα στο σαλόνι όπου τους βρήκα να κάθονται αντικριστά κι αυτός να της έχει πιάσει το κεφάλι και να της φιλά τρυφερά το μέτωπο… Α, ρε πατέρα!

Του έδωσα συγκινημένη το γάλα του κι αυτός, κοιτώντας με ήπια τώρα πια στα μάτια, με ρώτησε πότε θα μπαρκάρουμε. Του απάντησα ότι περιμένουμε την εντολή του καπετάνιου, βλέποντας με το πλάι του ματιού μου τη μάνα μου, που είχε κρύψει το στόμα της για να μη φανεί ότι γελά, αφού ο κυρ Αλέκος μουτρώνει όταν γελάμε μαζί του. Κάθισα κι εγώ στην πολυθρόνα, για να χαλαρώσω λίγο, γιατί, πέρα από την πλάκα, κάθε φορά, όλα αυτά, μου κοστίζουν πάρα πολύ. Λυπάμαι βαθιά για τον αγαπημένο μου πατέρα, που τόσα χρόνια παιδεύεται και παιδεύει και τη μάνα μας κυρίως μαζί του.

Εκεί λοιπόν που έχουμε χαλαρώσει, με είδε που ξαναέβαλα τη μάσκα μου, ενώ σηκωνόμουν να βγω έξω, για ψώνια αυτή τη φορά και με ρώτησε:

«Γιατρέ, εγώ πότε θα πάρω εξιτήριο;»

«Μα μόλις σου κάναμε εισαγωγή!» του απάντησα.

Ε, δεν μπορέσαμε να συγκρατήσουμε με τη Ριρίκα πια τα γέλια μας. Τους έδωσα κι από ένα φιλάκι κι έφυγα για τα ψώνια…

 


Η Στεφανία Ρουλάκη γεννήθηκε στην Αθήνα το 1972. Σπούδασε Διαφήμιση, Διοίκηση Επιχειρήσεων, Συμβουλευτική Ψυχικής Υγείας και Ομαδική Ψυχοθεραπεία. Εργάστηκε σε μεγάλες, πολυεθνικές επιχειρήσεις και μικρότερες ελληνικές. Για κάποια χρόνια είχε τη δική της επιχείρηση, ένα μεσιτικό γραφείο. Από το 2015 και μετά, εργάζεται σαν θεραπεύτρια, Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας. Έχει ένα κοριτσάκι 4 χρονών και μένουν με τον σύντροφό της στο Μοσχάτο. Αγαπά πολύ την οικογένειά της, τους φίλους της, τη δουλειά της, το διάβασμα, τη συγγραφή, τα ταξίδια, τη μαγειρική, τη ζωή. Περιμένει την έκδοση του πρώτου της βιβλίου με τίτλο: «Εγώ θα ζήσω». Έχει συμμετάσχει σε ένα διαγωνισμό πεζογραφίας, έχει γράψει επίσης διηγήματα,  παιδικά παραμύθια και ποιήματα.

Ίσως σας αρέσει και

12 Σχόλια

  • Γεωργία Φικα
    10 Δεκεμβρίου 2020 at 23:18

    Θα περιμένω με ενδιαφέρον τις καραντινατες αφηγήσεις σας

    • Στεφανία Ρουλακη
      17 Δεκεμβρίου 2020 at 14:46

      Χαίρομαι πολύ! Σας ευχαριστώ

  • Τεττα Φατούρου
    11 Δεκεμβρίου 2020 at 02:02

    Είμαι περήφανη για σένα αγάπη μου

    • Στεφανία Ρουλακη
      17 Δεκεμβρίου 2020 at 14:47

      Σε ευχαριστώ αγαπημένη μου!

  • Αννιτα Γαλανου
    11 Δεκεμβρίου 2020 at 08:22

    Κάθε φορά μας εκπλήσσεις !μπραβο Στεφανια μου !υπεροχο!!περιμενω το βιβλίο !!!

    • Στεφανία Ρουλακη
      17 Δεκεμβρίου 2020 at 14:48

      Σε ευχαριστώ εγώ Ανιττουλα!

  • Νατασα Τσαπραζη
    11 Δεκεμβρίου 2020 at 17:07

    Χαχαχαχα!!!Ποση αληθεια μεσα απο αυτη την ιστορια…και ναι, μονο μεσα απο το χιουμορ μπορεις να αντιμετωπισεις τις δυσκολες καταστασεις

    • Στεφανία Ρουλακη
      17 Δεκεμβρίου 2020 at 14:48

      Ναι Νατάσσα μου

  • Gkostel
    11 Δεκεμβρίου 2020 at 21:33

    Τί ωραίο….Πολύ Αληθινό, Μπράβο! Περιμένουμε με το καλό και το βιβλίο…

    • Στεφανία Ρουλακη
      17 Δεκεμβρίου 2020 at 14:49

      Ευχαριστώ πολύ φίλε μου!

  • Δήμητρα Ζωγοπουλου
    16 Δεκεμβρίου 2020 at 23:50

    Τι όμορφη ιστορία. Ανυπομονώ για την επόμενη!!!

  • Στεφανία Ρουλακη
    17 Δεκεμβρίου 2020 at 14:50

    Κι εγώ! Ευχαριστώ! Να είστε καλά!

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Μουζάκι Καρδίτσας. Γράφει από μικρό παιδί, όμως μόνο όταν ήρθε στη ζωή το δικό της παιδί ένιωσε ότι μπορεί να μοιραστεί τις λέξεις της, τις εικόνες της. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Μιλάει και γράφει άπταιστα την αγγλική και κάνει φιλότιμες προσπάθειες για την ιταλική. Σπουδάζει κλασικό πιάνο. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη