«Ζωή χρυσάνθεμο», ένα διήγημα του Οδυσσέα Νασιόπουλου

«Ήταν το αγαπημένο της λουλούδι, συνδύαζε κάτι από το χρυσό του ήλιου, το μεταξύ δύο εποχών το τελευταίο ξέσπασμα, θερινό φως και γλυκιά θλίψη του φθινοπώρου. Τα είχε σε πολλά χρώματα στις πήλινες μεγάλες γλάστρες, στα παρτέρια, σε μια θεσπέσια πανδαισία χρωμάτων. Στα πέταλά τους, είχε χρωματίσει την ζωή της. Κόκκινα για την αγάπη, κίτρινα στην λύπη, μωβ για το ζωή που τρέχει, κι όλα συμβόλιζαν τα χρόνια που έζησε, όλα σ’ έναν Οκτώβρη των χρυσανθέμων, που γεννήθηκε, που ερωτεύτηκε και έψαχνε την απάντηση στα πέταλα τους «μ’ αγαπά – δεν μ’ αγαπά», που παντρεύτηκε μια μέρα παραμονή του μεγάλου «ΟΧΙ» των Ελλήνων, και είχε στολίσει τα μαλλιά της και το λευκό νυφικό της με το βαθύ άρωμα τους. «Δεν το μυρίζεις, το νιώθεις. Κι ό,τι νιώθεις σου γίνεται βίωμα» μας έλεγε.

Όταν πάλι γέννησε την πρωτότοκη κόρη της, και παρά τις αντιρρήσεις των συγγενών της, της έδωσε το όνομά τους, Χρυσάνθη. Το πατρικό μας στο χωριό, το παλιό πέτρινο σπίτι, είχε κάτι από χρυσάνθεμο στην όψη, κι ήταν η παρουσία της που το έκανε ν’ ανθίζει. Από γενιά σε γενιά περνούσε, από μάνα σε κόρη η αγάπη για τα λουλούδια, «η μητέρα μου αγαπούσε τα τριαντάφυλλα, εγώ αγάπησα τα χρυσάνθεμα» μας έλεγε.

Συχνά καθόμασταν στην αυλή των χρωμάτων και έλεγε ιστορίες για έθιμα και παραδόσεις του παλιού καιρού, όπως τότε που ντυνόταν περπερούνα και την περιέφεραν στο χωριό μ’ ένα κανάτι νερό, για να φέρει βροχή σ’ άνυδρη εποχή. Για την χελώνα που κουβαλούσε ανάσκελα το σβώλο και παρακαλούσε το Θεό να βρέξει για να σηκωθεί. Για το σκοτωμένο φίδι που κρεμούσαν στα δέντρα για να το δούνε τ’ αρπακτικά, για τα πουλιά που πετούσαν χαμηλά και ήταν τότε που έλεγαν έρχεται βροχή. Μια βροχή ευλογία και κατάρα, που θα πότιζε το χέρσο χώμα, θα έθρεφε το σπόρο, θα τον αγκάλιαζε, θα τον κοίμιζε μέχρι να βλαστήσει την άνοιξη.

Στις  δοξασίες, τα μαντέματα που όριζαν τότε την απλή ζωή των ανθρώπων. Ο Θεός πανταχού παρών, σεβασμός και κατάνυξη,  και η μαγεία, η καλή μαγεία των αγαθών πράξεων, να δυναμώσει ο καρπός να μη τον πιάσει το κακό μάτι. Όπως τότε με τον πρώτο σπόρο του σταριού που τον τοποθετούσαν σ’ ένα σάκο, μαζί με βασιλικό, ρόδι, και ένα ασημένιο νόμισμα ή δαχτυλίδι. Ο βασιλικός για να γίνουν το ίδιο πράσινα τα στάρια. Το ρόδι για την ευφορία, για να ‘ναι  γεμάτο το σπίτι όλο το χρόνο, το σκόρδο για το κακό μάτι και το ασήμι έδειχνε την εξασφάλιση της καλής ποιότητας τής σοδειάς. Κι όλα αυτά μαζί με λίγο σπόρο δένονταν σ’ ένα μικρό σποροσάκουλο με μια κόκκινη μεταξένια κλωστή, όπου φυλάσσονταν σ’ ένα μέρος του σπιτιού μέχρι το τέλος της σποράς.

Μέχρι την πρώτη μέρα που θα ‘βγαίνε ο σπόρος, και  μετρούσε την δύναμη του σπιτιού, στα χρήματα, το αλεύρι, ψωμί, λάδι και φωτιά, που εκείνη την μέρα δεν δάνειζαν. Και μετά το βράδυ οι νοικοκυρές με κάτι πίτες πεντανόστιμες ψημένες στην γάστρα, με σπανάκι, λάχανο και χόρτα, να χορτάσει η οικογένεια «να φυτρώσουν γρήγορα τα στάχυα,  να πρασινίσουν όπως τα χόρτα της πίτας».

Όπως άλλοτε, μικρό κορίτσι κι ανύπαντρο που την έπαιρνε ο πατέρας της στο χωράφι, όταν ξεκινούσε την σπορά πάντα Δευτέρα ή Τετάρτη, ποτέ Τρίτη καθότι ήταν γρουσούζικη, μαύρη μέρα, σαν τότε που αλώθηκε η Πόλη. Κι έπρεπε, να πει: «Μονάχη μου το σπέρνω και μ΄ άλλον θα το θερίσω (δηλ. θα παντρευτώ)». Γιατί έτσι το ήθελε το έθιμο.

Κι όταν άλλοτε στις γιορτές των Αγίων σημάδια κι ορόσημα παραμονές του Άι Λουκά σπέρναν τα κουκιά, του Ἁι Δημήτρη ευλογούσε ο παπάς κι άνοιγαν τα νέα κρασιά και κατέβαζαν οι κτηνοτρόφοι τα κοπάδια στα χειμαδιά.

Μας τα λέγε και νοσταλγούσε, τα τρεχαλητά στο λιβάδι, την απλωσιά στον απέραντο ουρανό, τον πολύαστρο, τον καθάριο ήλιο που έσπερνε κι κείνος το φως του για ν’ ανθίσουν τ’ αγαπημένα της χρυσάνθεμα.

Έζησε μια ζωή γεμάτη η γιαγιά μας, πέντε παιδιά έκανε, τ’ ανέθρεψε με χίλια δυο βάσανα, τα μεγάλωσε, τα πάντρεψε, είδε εγγόνια και δισέγγονα. Χαρές, ανείπωτες λύπες, μα δεν λύγισε ποτέ, πάντα μ’ ένα χαμόγελο, χρυσή καρδιά. Κι όταν έφυγε κρατούσε ένα χρυσάνθεμο στο χέρι, έναν Οκτώβρη των χρυσανθέμων, μέρα γιορτή του Ἁι-Δημητρού, σαν το όνομά της, σαν τ’ όνομά μου» έγραψε, κι έκλεισε την σελίδα, με την ένδειξη «αφιερωμένο στην γιαγιά μου που έζησε ζωή χρυσάνθεμο».

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Μουζάκι Καρδίτσας. Γράφει από μικρό παιδί, όμως μόνο όταν ήρθε στη ζωή το δικό της παιδί ένιωσε ότι μπορεί να μοιραστεί τις λέξεις της, τις εικόνες της. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Μιλάει και γράφει άπταιστα την αγγλική και κάνει φιλότιμες προσπάθειες για την ιταλική. Σπουδάζει κλασικό πιάνο. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music