«Ζωή», γράφει η Μαριάννα Γληνού

Μ’ αρέσει ν’ απλώνεται το μάτι μου έως την άκρη του ορίζοντα και να θαυμάζει, ατέλειωτους ζωγραφικούς πίνακες σ’ αποχρώσεις του μπλε, του καφέ, του πράσινου, καμώματα του ανθρώπου με την άδεια του Θεού…

Αλλιώς, αν δεν μπορεί η ματιά να βλέπει ορίζοντες, τα βήματα, εδώ στην πόλη είναι τα ίδια. Η κάθε μέρα παιχνίδι με το χρόνο, να σηκωθώ νωρίς, μη και τυχόν ξεχάσω: τα παιδιά σχολείο, στ’ αυτοκίνητο, δουλειά, μαγείρεμα, νοικοκυριό, μελέτη, όλα σε μια αδιάλειπτη σειρά. Όχι. Καμιά φορά τ’ ανασαλεύει καμιά αρρώστια, ή η ανημποριά μου…

Για να μπορώ να ζω και να είμαι εγώ, πρέπει να μπορώ να ελπίζω. Να ‘χω στα μάτια μου το μανιασμένο φύσημα του ανέμου τυπωμένο, μες την ψυχή μου τη μυρωδιά της θάλασσας, καθώς χτυπάει το ένα κύμα πάνω στ’ άλλο κι αφρίζει το σκούρο της, θαρρείς γλαροπούλια στις άκρες των κυμάτων. Και όχι να βαλτώνω μες τη συνήθεια της πόλης, της σειράς και της σκέψης του μυρμηγκιού, της ομοιότητας, της αράδας…

Πώς αλλιώς επιβιώνει κανείς; Η φίλη μου η Ερατώ, ακολουθούσε με τα μάτια της το χορό των πουλιών στον ουρανό, καθώς πετούσαν σμήνη- σμήνη κι άλλαζε ο άνεμος και γίνονταν τα τρία σμήνη ένα και πάλι άλλαζαν το πέταγμα, σημάδι, δείγμα πως η ζωή είναι αλλαγή, πέταγμα, χορός κι όχι υποταγή.

Και πάλι ο Γιώργος, φίλος καλός απ’ τα παλιά, μάθαινε ν’ ελπίζει, πότε θαυμάζοντας την ψυχή που κληρονόμησε στην κόρη του κι ήξερε, αν και πολύ μικρή, να μοιράζει δίκαια τ’ άστρα και το φεγγάρι σε κείνη και την αδελφή της, αξιώνοντας την αγάπη της και πότε ανιστορώντας με τους φίλους του ταξίδια και στιγμές που γλύκανε ο χρόνος με το πέρασμά του…

Παράξενο, στ’ αλήθεια, παιχνίδι ο χρόνος… Τόσο αντικειμενικός, τόσο σκληρός μαζί μας, συνάμα τόσο υποκειμενικός μες τις στιγμές του… Στιγμές- στιγμές η ζωή μας κι όποιος δεν το κατάλαβε αυτό, αφέθηκε χειμώνα καιρό σ’ ακυβέρνητο καράβι καταμεσής στο πέλαγο να χάνεται, χωρίς ρότα, χωρίς ορμήνια, χωρίς ούτε ένα περιστέρι να ταξιδέψει μακριά, ως τη στεριά, να φέρει ένα κλαδί ελιάς…

Πότε τελειώνει, πότε αρχίζει ο χρόνος; Όλα αρχίζουν μια στιγμή που κανείς, στ’ αλήθεια δεν είναι παρών… Ύστερα, μεγαλώνοντας, μαθαίνεις πως η ζωή χωράει ακόμα και σε μια λέξη μόνο. Δε θέλει περίσσιο χώρο να αναπτυχθεί, ν’ ανθίσει. Από ένα τόσο δα κλάμα, σ’ ένα πλατύ χαμόγελο, μέσα σε δυο μάτια, στις στάλες της βροχής πάνω στα φύλλα, στη δύναμη να βλέπεις… Ο τόπος αυτός όμως, μπορεί να γεννά πλατιές και βαθιές ψυχές, μεγάλες σα την απεραντοσύνη της θάλασσας, γαλάζιες ή σκοτεινές κατά το χρώμα του ουρανού. Το ταξίδι τους είναι αυτό που τις καθορίζει. Που θα τις ταξιδεύεις… Αν διαλέξεις μονάχα να τις απλώνεις στο σκοινί κάτω απ’ το μεσημεριάτικο ήλιο, σα πλυμένα ασπρόρουχα, δεν θα κρατήσουν για πολύ, θα ξεραθούν μαζί με τα όνειρά σου… Οι ψυχές πρέπει, κομμάτι να λουλακίζουν κι αν πλένονται, μόνο στη σκάφη την παλιά με πράσινο σαπούνι, αλλιώς μουλιάζουν, μουχλιάζουν, τις χάνεις και χάνεσαι…

Όταν το μάτι σου γεμίζει ξεκούραση, άπλα, απόλαυση κενή, χωρίς προσπάθεια, όπως μετάληψη χωρίς την πίστη, χωρίς το σκούπισμα στο Άγιο Μαντήλι, χωρίς ταπείνωση, σε ποια ζωή, σε ποια αγάπη να ελπίσεις… Υπάρχει, καθώς πίστευε, θαρρώ, η Πέννυ, μία φυσική ισορροπία στο γύρισμα του χρόνου, στο γύρισμα του κόσμου, στον κύκλο των πραγμάτων… Η ευτυχία, έλεγε, είναι μαχαίρι δίκοπο για εκείνον που την ονειρεύεται, πόσο μάλλον για εκείνον που τολμά να την αγγίξει…

Καθώς περνούν τα χρόνια και βρίσκεσαι να πέρασες την πρώτη σου τη νιότη, ακόμα και την ύστερη κι είσαι με παιδιά που σε κοιτούν στα μάτια, είναι βαρύ να ζεις μέσα απ’ αυτά.

Καθένας κι ένα αξίωμα σαν το πουλί μες το κλουβί του. Στην ανάγκη της συνέχειας όμως, δεν πρέπει να κρέμεται η ελπίδα. Αυτή είναι αυτόφωτη, μοναδική κι αυθύπαρκτη μέσα στον καθένα μας. Η δύναμη είναι να μπορείς πάντα να την αναζητάς και να την αναγνωρίζεις. Αυτό πρέπει να μάθω στα παιδιά μου. Ν’ αναγνωρίζουν και να βρίσκουν την ομορφιά. Και να  ‘χουν πίστη. Στον εαυτό τους, σε ότι τα προίκισε ο Θεός ή η φύση. Κι αν ο καιρός δε βοηθά και φαίνονται όλα μακρινά κι απίθανα και κρύβεται βροχή μέσα στα σύννεφα, εκείνα πρέπει να μάθουν να προσμένουν. Αν τη δεχτείς και τη βροχή, μαθαίνεις τη ζέστα που δίνει ο ήλιος, τη βλέπεις να αχνίζει πάνω απ’ τα ρούχα σου. Σαν τα ουράνια τόξα. Σα μια υπόσχεση. Έτσι γυρίζει ο κόσμος. Μ’ αυτούς που ελπίζουν. Με αυτούς που αγωνίζονται. Το ταξίδι δεν τελειώνει ποτέ. Τόσο απέραντη η ψυχή, όσο ο μεγάλος κόσμος, ή τα λαμπυρίσματα στα μάτια του Θεού, καθώς αντιφεγγίζουνε τ’ αστέρια στη ματιά του… Όλα τ’ άλλα, η φτωχή, άγρια, στεγνή, στρυφνή μας καθημερινότητα, με τόσο πάλεμα στιγμών, λογιών- λογιών προσώπων, δεν είναι το αληθινό ταξίδι. Ο κόπος να προλάβεις, να τρέξεις να προλάβεις, να πεις τα σωστά λόγια την κατάλληλη στιγμή, είναι απλά το μέσο. Τ’ αληθινό ταξίδι πραγματώνεται κάπου αλλού, κατάβαθά σου… Θαρρείς θα’ χε καθόλου αξία το ταξίδι του Οδυσσέα, αν δεν το πότιζε η δίψα της αντάμωσης, η προσμονή;

Κι οι ποιητές, θα ‘φτιαχναν από τις λέξεις στολίδια να φοράνε οι ψυχές, θα φτιάχνανε λέξεις να φτάνουν το Θεό, να ομορφαίνουν τη γη, όλον τον κόσμο; Κι οι μουσικοί, θα μίλαγαν με νότες τα λόγια του Θεού, καθώς μιλάει σ’ αγγέλους, στα σύννεφα, στ’ αστέρια, στα λουλούδια; Θ’ άγγιζε κανείς το θάνατο για να τον προσπεράσει;

Όταν η ψυχή μου Βαραίνει και δεν μπορώ να τη βαστάξω, Βαρύ το μοίρασμα, χάσιμο η συνήθεια, κούραση η Βόλεψη, κοιτάζω μακριά ματιά απ’ το παράθυρο μου και μιλώ λόγια παρηγοριάς… Όλα τα’ χω. Μια ζωή να ζω, τη ματιά να κοιτώ, την καρδιά να αγαπάω.

Κι αν αυτοί που αγαπάμε, άγραφος νόμος, φτάνουν το μαχαίρι στο κόκαλο, πέφτουν πιο κάτω από εκεί που θα τους θέλαμε ή που τους έχουμε μες το μυαλό μας, παιχνίδι ήταν, ρίξαμε άστοχη ζαριά, θα ξαναρχίσει, πού θα πάει;…

Κι αν ο Θεός δεν με έστερξε με όσα πόθησε η ψυχή μου, ή η ανάγκη μου, δεν το μπορώ να κρίνω, δεν ήμουν έτοιμος να τα δεχτώ….

Κι αν τυραννιέμαι, παίζοντας με την ψυχή μου κι αν μέσα στ’ όνειρο τη νύχτα, παίζω με το μυαλό, αλλάζοντας κόσμους, όλα δικά μου είναι… Δικό μου το σκαρί, τ’ άλμπουρο, δικοί μου οι άνεμοι και τα σκοινιά κι η αλμύρα. Δικές μου και οι θάλασσες. Για να τις διαφεντεύω και να με ορίζουν. Ταξίδια, όνειρα, αγάπες κι αγκαλιές. Όλα δικά μου είναι.

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Τον Μάρτιο του 2016 ίδρυσα τη λογοτεχνική ιστοσελίδα «Λόγω Γραφής», με εφαλτήριο την αγάπη μου για τις τέχνες και τον πολιτισμό αλλά και την ανάγκη μου για μια καλαίσθητη παρουσίαση και μια ευγενική διαχείριση και επικοινωνία και προς αυτή την ίδια τη λογοτεχνία αλλά και προς τους δημιουργούς της. Σε μία πορεία παγκοσμιοποίησης που όλα φαντάζουν να φτωχαίνουν, η πνευματική ένδεια είναι χειρότερη κατ’ εμέ. Η συναισθηματική στειρότητα. Η αναλγησία. Και έναντι αυτών μάχομαι. Όσοι αγαπάτε τη γραφή και μ’ αυτήν εκφράζεστε, είστε ευπρόσδεκτοι στη σελίδα μας. Μέσω της γραφής δημιουργούμε, επικοινωνούμε και μεταδίδουμε πολιτισμό. Φροντίστε τα κείμενά σας να έχουν τη μορφή που θα θέλατε να δείτε σε αυτά σαν αναγνώστες. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music