«Εόρτιες σκέψεις – 28η Οκτωβρίου 2021», ένα κείμενο του Γεώργιου Μούρτου

Οι δύο Εθνικές Εορτές μας, παρουσιάζουν μια παγκόσμια πρωτοτυπία. Τιμούν την έναρξη και όχι τη λήξη ενός εθνικού αγώνα. Και όχι τυχαία καθιερώθηκαν ως Εορτές του Έθνους. Οι λέξεις, στην ελληνική, έχουν μοναδική εννοιολογική σημασία. Έθνος και όχι κράτος: το πρώτο, αναδεικνύει τον ελληνισμό σε παγκόσμια πολιτισμική δύναμη· το κράτος τον περιορίζει σε μια μικροσκοπική κουκίδα στον χάρτη, που αντιπροσωπεύει τον μεταπρατισμό σε προϊόντα, υπηρεσίες και ιδέες. Η «εορτή» στην παράδοσή μας ταυτίζεται με το πανηγύρι, το ξεφάντωμα, τη χαρά που είναι ταυτόχρονα και λύπη και γίνται χαρμολύπη, ένα μοναδικό ελληνικό συναίσθημα. Και αυτό συνέβη με το ΟΧΙ του πρωϊνού της 28ης Οκτωβρίου 1940, όταν όλη η χώρα ξέσπασε σε ένα ανείπωτο ενθουσιασμό, ένα παραλήρημα χαράς, που εξελίχθηκε σε παλλαϊκή αντίσταση ενάντια στον φασισμό και τον ναζισμό. Και τούτο, διότι η έννοια της εορτής για τους Έλληνες είναι συνυφασμένη με την έννοια της ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ.

Το ΟΧΙ του ΄40 ήταν ένα κάλεσμα ελευθερίας που προκάλεσε ξέσπασμα χαράς για ένα, ωστόσο, επερχόμενο οδυνηρό γεγονός, όπως είναι ο πόλεμος. Γι΄ αυτό η λαϊκή Μούσα στην Ελλάδα είναι δακρυσμένη. Και το δάκρυ είναι συλλογικό και βγαίνει μέσα από τον χορό –κυκλικός, πιασμένοι όλοι χέρι χέρι-, και το τραγούδι, γύρω από ένα τραπέζι με τη συμμετοχή όλων, καλλίφωνων και μη.

Αυτή η «συλλύπηση» απαλύνει τον πόνο, τον κάνει χαρμολύπη με ανεξήγητο τρόπο, όπως αναρωτιέται ο λαϊκός τραγουδοποιός:

Θεέ μου τι παράξενοι που είναι οι δικοί μας τόποι

θλιμμένα τα τραγούδια μας, μα γελαστοί οι ανθρώποι.

(σχετικές αναφορές στο Βασίλης Καραποστόλης, “Όταν τραγουδά η λιτότητα”, Αντίφωνο, 30-08-2021)

Αυτή η ελληνική «παραξενιά» οφείλεται στα συλλογικά βιώματά μας. Ο Έλληνας σε καμία φάση της ιστορικής πορείας του δεν βίωσε συστημική απολυταρχία, φεουδαρχία, συγχωροχάρτια και ιερά πυρά, ώστε να έχει συσσωρευμένο μέσα του θυμό που αναζητά εκτόνωση. Ο ιστορικός χαρακτήρας του πλάστηκε με το ύψιστο αγαθό της ελευθερίας. Γι΄ αυτό, οι συλλογικές μνήμες του δεν εορτάζονται με κραιπάλη, καρναβάλια και ακραίες συμπεριφορές, όπως στην Εσπερία.

Η αναντιστοιχία με την ευρωπαϊκή εμπειρία είναι εμφανής. Στην Ευρώπη, οι εορτές επιβάλλονται άνωθεν -τελευταία καθιερώθηκε το παράλληλο με το θρησκευτικό εορτολόγιο, για να γιορτάζεται η ημέρα της οικογένειας, όταν με νόμους την έχει καταργήσει, του περιβάλλοντος, όταν με την πολιτική της ανάπτυξης το έχει καταστρέψει κ.ο.κ-, ως «δώρου» για την καλή συμπεριφορά των υπηκόων, με τους άρχοντες να παραμένουν αποκομμένοι από τον λαό. Γι΄ αυτό οι εξεγέρσεις και οι επαναστάσεις δεν παίρνουν τη μορφή γιορτής αλλά της εκδίκησης, του φόνου και της σφαγής.

Καταφεύγω σε συγκριτικές αναφορές, για να αναδείξω τη βαθύτερη έννοια της Εθνικής Εορτής μας, που παραπέμπει κατευθείαν στην ιστορική συλλογική υπόστασή μας. Αυτό, δηλαδή, που είμαστε και όχι αυτό που μας επιβάλλεται άνωθεν και έξωθεν να είμαστε: ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ!

Και ευλόγως αναρωτιέται κανείς. Πόση ελευθερία μας έχει μείνει, όταν οι Εθνικές Εορτές μας περιορίζονται σε μονοσέλιδες αναφορές στα σχολικά βιβλία, όταν προτάσσεται ως προοδευτικό αφήγημα η αναθεώρηση της ωφελιμότητας των παρελάσεων και όταν το ηρωϊκό πνεύμα της θυσίας και της προσφοράς έχει υποκατασταθεί από τον δικαιωματισμό; Και εδώ ανοίγει ένα τεράστιο κεφάλαιο Πολιτικής, που είναι απόρροια των «παρεκκλίσεων» των ηγετικών ομάδων από το λαϊκό ήθος. Τούτο οφείλεται σε αυτό που ο ξεχασμένος από την ελληνική εκπαίδευση Οδυσσέας Ελύτης ονομάζει «ψευδοφάνεια», δηλαδή, έλλειψη γνησιότητας, μια συνεχής και αδιάκοπη πλαστογραφία σε καθετί ελληνικό. Και συνεχίζει ο νομπελίστας ποιητής σε μια από τις σπάνιες συνεντεύξεις που έδωσε στον κορυφαίο φιλόλογο Ρένο Αποστολίδη (εφ. Ελευθερία, 15-06-1958), πως μόνο η γνήσια ελληνική παιδεία μπορεί να προικίσει τις ηγεσίες να ενστερνιστούν και να αποδώσουν το ήθος του λαού. Και τούτο είναι σημαντικό, διότι, όπως τονίζει, «ο λαός στις ώρες του κινδύνου και στο πείσμα της συστηματικής ηττοπάθειας των αρχηγών του, αίρεται, χάρη σ΄ έναν αόρατο, ευλογημένο μηχανισμό, στα ύψη που απαιτεί το θαύμα»! Και το θαύμα δεν προέρχεται ούτε από συμμαχίες ούτε από πανάκριβους εξοπλισμούς ούτε από τις επικκλήσεις του Διεθνούς Δικαίου. Διότι, όπως βροντοφωνάζει ακόμα ένας ξεχασμένος από την εκπαίδευσή μας, ο Θουκυδίδης, «Άνδρες γαρ πόλις, και ου τείχη ουδέ νήες ανδρών κεναί» (Θουκ. Ζ-77).

Στον παραινετικό θουκυδίδειο λόγο προστέθηκε η φωνή ενός άλλου μεγίστου των ελληνικών γραμμάτων, που και αυτός εξοβελίστηκε από το εκπαιδευτικό μας σύστημα, του Παπαδιαμάντη, του αποκαλούμενου Έλληνα Ντοστογιέφσκυ, που μας άφησε τον πιο διδακτικό ορισμό της άμυνας:

«Άμυνα περί πάτρης δεν είναι αι σπασμωδικαί, κακομελέτητοι και κακοσύντακτοι επιστρατείαι, ουδέ τα σκωριασμένης επιδεικτικότητος θωρηκτά. Άμυνα περί πάτρης θα ήτο η ευσυνείδητος διοίκησις, η καταπολέμησις του ξένου υλισμού και του πιθηκισμού, του διαφθείραντος το φρόνημα και εκφυλίσαντος σήμερον το έθνος, και η πρόληψις της χρεωκοπίας.

Τις ημύνθη περί πάτρης;»

(εφ. Ακρόπολις, 1 Ιαν. 1896)

Τουλάχιστον, αυτή την επετειακή χρονιά των 200 χρόνων από την Απελευθέρωση της χώρας μας ας αναλογιστούμε: ποιοι ήμασταν, ποιοι είμαστε και ποιοι πρέπει να είμαστε, διότι, ακόμα ένας ξεχασμένος από τη μεταπρατική εκπαίδευσή μας, ο Κωστής Παλαμάς, μας νουθετεί:

«Δεν είσθε από τα χέρια σας,

μονάχα όχι· χρωστάτε

σ΄ αυτούς που ήλθαν, πέρασαν,

θαρθούνε, θα περάσουν,

Κριτές θα μας δικάσουν

οι αγέννητοι, οι Νεκροί»

Χρόνια  Πολλά!

 


[Πρώτη δημοσίευση στη διαδικτυακή ομάδα «Στέκι Λογοτεχνών και Καλλιτεχνών». Ευχαριστούμε τον Δρα Γεώργιο Μούρτο για την αποστολή του κειμένου προς αναδημοσίευση στη “Λόγω Γραφής”.]

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα, με την οικογένειά της, στο Μουζάκι Καρδίτσας. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Επί σειρά ετών εργάσθηκε σε θέσεις ευθύνης σε πολυεθνικές εταιρείες. Από τον Μάρτιο του 2016 λειτουργεί ως διευθύντρια τη λογοτεχνική ιστοσελίδα «Λόγω Γραφής» www.logografis.gr ...περισσότερα

Αρχειοθήκη