«Ευσχημόνως…», ένα διήγημα της Μαρίας Περατικού Κοκαράκη για τη λογοτεχνική δράση «Λόγω Γραφής – Ιαπωνική Βεντάλια»

Τον φάκελο τον είδε μετά που σήκωσε το τραπέζι και πάστρεψε την κουζίνα!  Ο γιος της είχε ήδη φύγει για κάποια επαγγελματική συνάντηση.  Αυτός πρέπει να της είχε αφήσει τον φάκελο.  Το όνομά της γραμμένο με το γραφικό του χαρακτήρα.  Η περιέργεια, η έκπληξη, η ανυπομονησία αναμείχθηκαν με το αίμα και κύλησαν στις φλέβες της, όπως άνοιγε τον φάκελο.  Κι όταν έβγαλε από μέσα το αεροπορικό εισιτήριο, τα μάτια της λάμψανε στη συγκίνηση που έγινε έκφραση απίστευτου!  Θα την έπαιρνε μαζί του, στο επαγγελματικό στην Ιαπωνία ταξίδι…  Δεν συγκράτησε το δάκρυ που κύλισε και την δρόσισε, παίρνοντας την πορεία της κούρασης και της ρυτίδας στο μάγουλό της.

* * *

Δίπλα στο γιο της όχι μόνο αισθανόταν ασφαλής μα και υπερήφανη για τούτο το δώρο που της πρόσφερε.  Το ταξίδι ξεκινούσε και έπαιρνε τις αποχρώσεις της αδημονίας αναμειγμένης με την απαντοχή, ταυτόχρονα με της ευδιαθεσίας. Η αίσθηση πως κάποιος την παρακολουθούσε στη διάρκεια του ταξιδιού, μετά τη δίωρη στάση στο Ντουμπάι, ήταν έντονη. Ένα – δυο φορές, μάλιστα, η ματιά της έκανε ένα γύρω, βλέποντας τους συνταξιδιώτες, μήπως και εντοπίσει γνωστό.  Κανένας.  Μόνο τον κύριο που καθόταν στο πίσω από εκείνη κάθισμα τον έπιασε να την κρυφοκοιτάζει με μια ιδέα έντασης.  Να προσπαθεί να διαβάσει τον τίτλο του βιβλίου που την συντρόφευε.  Είδε τα μάτια του καθάρια, λαμπερά, όταν αστραπιαία πήρε το μολύβι από κάτω όταν της έπεσε, πριν προλάβει καν εκείνη να κάνει οποιαδήποτε κίνηση.  Το χαμόγελο που χαράχτηκε αμέσως πλατύ, ζωντανό, της εξέπεμψε κάποια ψήγματα μυστηρίου όταν συνάντησε το πρόσωπό του.  Το ενδιαφέρον του ζωηρότατο.  Κι αυτό καθόλου δεν της άρεσε, όπως δεν της άρεσε και η απάντησή του στο «ευχαριστώ» της.  Ήταν μόνο ένα αμίλητο θετικό κούνημα του κεφαλιού κι η ματιά του πήρε το ίδιο μυστήριο του χαμόγελού του.

Την εκνεύρισε λίγο η όλη στάση του και σκέφτηκε πως ήταν λίγο αγενής, άρα δεν έπρεπε τότε να σπεύσει να της σηκώσει το μολύβι…  Να δείξει τι;  Να της δηλώσει την παρουσία του;  Πουφ…  Αυτό την απόσπασε για κάποια λεπτά απ’ το ενδιαφέρον του βιβλίου της.  Κι εντόπισε πως «ο κύριος» του πίσω καθίσματος κατάλαβε, πως την απασχόλησε η όλη σκηνή της παρουσίας του κι αυτό του άρεσε…  Μα εκείνης καθόλου δεν της άρεσε που η σκέψη της ξανοίχτηκε προς εκείνον και την απασχόλησε η ηλικία του και γενικά πως δεν κατάφερε να αρπάξει κάποιες λεπτομέρειες, όπως το χρώμα των ματιών του, των μαλλιών του, «όχι τα μαλλιά του ήταν γκριζόλευκα, ναι ήταν σίγουρη γι’ αυτό», άρα έχει τα χρόνια του.  Το χέρι του, που της έδινε το μολύβι, τώρα που το σκέφτεται, ήταν πλατύ, τα δάκτυλά του – θαρρεί – πως ήταν μακριά και σίγουρα με περιποιημένα νύχια…

Της ήρθε να γελάσει με τις σκέψεις της.  Ο γυναικείος εγωισμός της, βέβαια, με τίποτα δεν θα την άφηνε, ούτε «με τρόπο» να γυρίσει – τάχα πως ήθελε να εντοπίσει κάποια αεροσυνοδό και να της ζητήσει παραδείγματος χάριν ένα ποτήρι νερό – ωστόσο το βλέμμα της ν’ αρπάξει ό,τι προλάβει απ’ τον κύριο τον «ευγενοαγενή».

Ένα αυθόρμητο χαμόγελο κοροϊδίας για τον εαυτό της χαράκτηκε στο πρόσωπό της, που έκανε να φανούν πιο έντονες οι ρυτίδες της.  Όλες φτιαγμένες απ’ τις δυσκολίες της ζωής.  Έσκυψε στη σελίδα του βιβλίου της και μάλιστα κάτι σημείωσε με το μολύβι της, το οποίο κράτησαν και τα δικά του δάκτυλα…

Ένιωσε ή μάλλον άκουσε τον θόρυβο σελίδων και κατάλαβε πως κι αυτός διάβαζε βιβλίο ή κάτι…

Κάποια στιγμή του πολύωρου μακρινού ταξιδιού την πήρε ο ύπνος.  Ένιωσε πως ένα τσουλούφι των μαλλιών της πήγε προς τα πίσω.  Κι όπως αγουροξυπνημένη πήγε να το πιάσει, τον είδε να το χαζεύει με σοβαρότητα, λες κι ήταν κάτι το εξαιρετικό.  Μόλις την αντιλήφθηκε πάλι της χαμογέλασε με μυστήριο.  Στο βλέμμα της έδωσε τόνο αυστηρό έως και απαξιωτικό προς την αφεντιά του.

Δεν πρόλαβε να καθαρίσει το μυαλό απ’ την υπνηλία για να βρει και να του πει μια ίσως καυστική παρατήρηση κι η αεροσυνοδός ανακοίνωνε την προσγείωσή τους.  Ανεπαίσθητα, σαν να της υποδείκνυε να γυρίσει μπροστά της με την έκφρασή του, μα δεν ήταν βέβαιη ούτε για κάποιο μήνυμα στο βλέμμα του.  Ίσως πάλι και να της φάνηκε, αφού την προσοχή της εξασφάλισε ο κόλπος της Οσάκα όπως τον έβλεπε απ’ το φινιστρίνι, προσπαθώντας να εντοπίσει το τεχνητό από χάλυβα και γυαλί νησί, που η δημιουργία του πήρε πέντε χρόνια.  Να εντοπίσει, πριν γίνει η προσγείωση στο διεθνές αεροδρόμιο Κονσάι, το τετραώροφο κτήριό του με την κυρτή στέγη που θυμίζει φτερό αεροπλάνου, όπως είχε διαβάσει.  Το πρωτόγνωρο και διαφορετικό τής Ιαπωνίας την απόσπασε τελείως απ’ το περιβάλλον του αεροπλάνου και από τα τετριμμένα της προσγείωσης και της εξόδου.  Ο πηγαιμός προς στο ξενοδοχείο ήταν πολύ ενδιαφέρων.  Προσπαθούσε να συλλάβει με το βλέμμα της την Ιαπωνική αρχιτεκτονική.  Τους υπέροχους κήπους, με τα εξωτικά της Άπω Ανατολής λουλούδια.  Η μορφή του συνταξιδιώτη που την ακολουθούσε, ξεχάστηκε στην ένταση του καινούργιου και του διαφορετικού.

* * *

Στο δείπνο τον είδε στο απέναντι τραπέζι. Το ξάφνιασμά της δεν κρύφτηκε στον παγερό καθωσπρεπισμό της.  Εκείνος το άρπαξε και το έδειξε στο σαρκαστικό μα και μυστηριακό ανασήκωμα του ενός φρυδιού του, το οποίο πρόλαβε όμως και το είδε κι ας του έβαλε θέα την πλάτη της.  Όχι μόνο τελικά συνταξιδιώτες μα και συγκάτοικοι στο ίδιο ξενοδοχείο.  Κι όπως το μαχαίρι της έκοβε το takoyaki, την τηγανίτα με γέμιση οχταποδιού, απ’ τα πιο ωραία εδέσματα της Ιαπωνίας, της ήρθε η απορία αν ήταν Έλληνας ή Ευρωπαίος;  Δεν τον είχε ακούσει να μιλά για να συλλάβει την καταγωγή του.  Απόψε με τίποτα δεν θα μπορούσε να το αντιληφθεί αφού ήταν αρκετά μακριά το τραπέζι τους απ’ το δικό του.

Εκείνο που απρόσκλητα της ήρθε, όπως κατέβαζε την μπουκιά της, ήταν πως στα δάκτυλά του δεν φορούσε βέρα, όπως της έδινε το μολύβι.  Κι απόψε πρόλαβε και το επιβεβαίωσε όπως κρατούσε τα μαχαιροπήρουνα και δειπνούσε μόνος του…  Αναδεύτηκε στη θέση της παραξενεμένη ως θυμωμένη με τον εαυτό της για τη διαδρομή των σκέψεων της, όπως κι αργότερα λίγο πριν κλείσει τα βλέφαρά της, κάτι σαν φεγγοβολή στο κουρασμένο μυαλό της, τής ήρθε η αίσθηση πως κάπου γνωστό τής ήτανε το πρόσωπό του, μα δεν μπορούσε να ξεδιαλύνει πού και ποιος…  Έφταιγε κι ο Μορφέας που ήδη της έριξε τα πέπλα του και τη ζάλισαν.

Στο πρωινό, ασυνείδητα όπως σερβιριζότανε της ξανάρθε στο μυαλό εκείνη η αίσθηση του «γνωστού» για τον άγνωστο συνταξιδιώτη και αυθόρμητα ως άσκεφτα τον γύρεψε στην τραπεζαρία.  Δεν τον εντόπισε και μια αρκετά μεγάλη δόση απογοήτευσης την επισκέφτηκε.  Παραμερίστηκε σύντομα, όπως πήγε ν’ ακουμπήσει το φλυτζάνι του καφέ της, στο τραπέζι είδε ένα φάκελο με τη φίρμα του ξενοδοχείου δίπλα στο πιάτο της να την περιμένει με το όνομά της γραμμένο.  Μάλιστα το πατρώνυμό της, στα ελληνικά.  Γύρισε ψάχνοντας τον αποστολέα, που δεν υπήρχε  Το γκαρσόνι που πήγε να της σερβίρει τον καφέ, της ξεδιάλυνε τον γρίφο.  Της είπε πως κάποιος κύριος το άφησε στη ρεσεψιόν με εντολή να της το δώσουν στο πρωινό.  Αμέσως το μυαλό της πήγε στον συνταξιδιώτη της κι ήταν σίγουρη για τον αποστολέα.

Με τρεμάμενα χέρια πήρε το χαρτί από μέσα.  Έκπληξη στη μεγέθυνσή της.  Στο χαρτί έγραφε ένα ποίημα ιαπωνικής τεχνικής τάνκα ή γουάκα.  Της άρεσε και διάβαζε  ποίηση γι’ αυτό και το γνώριζε.  Τα δάχτυλά της ελαφρά τρεμούλιασαν όπως διάβαζε στην ελληνική γλώσσα:

Η συνάντηση

στο χωριό των λεμονιών,

πρώτο σκίρτημα.

Στη σκάλα του σχολείου

πρώτες ματιές έρωτα!

Και από κάτω τ’ αρχικά Χ.Κ..  Οι κτύποι της καρδιάς της φωνασκούσαν στο στέρνο της.  Μηχανικά γύρισε τον φάκελο για να ξεκαθαρίσει τον αποστολέα.  Μα πάλι μόνο τ’ αρχικά.

Διάβασε δυο – τρεις φορές το τάνκα για να λύσει τον γρίφο των αρχικών κεφαλαίων γραμμάτων!

Νοερά πήρε το ημερολόγιο της ζωής της και γύριζε τις σελίδες του προς τα πίσω, με πολλή ταραχή τόσο στο μυαλό όσο και στην καρδιά που πήρε πια τον δρόμο της ταχυπαλμίας…  Και βρήκε τη σελίδα ενθύμησης ενώ έπινε μόνο τον καφέ της με μεγάλες γουλιές.

Στο χωριό του πατέρα της γύρισε η οικογένειά τους εκείνον τον Σεπτέμβρη του 1966 με τον διορισμό του.  Η υποδοχή απ’ τους συγγενείς φανέρωνε τη χαρά, την αγάπη και την υπερηφάνεια τους για τον ξεχωριστό πατέρα της.  Στο σχολείο, κτισμένο ανάμεσα στους πρόποδες του γιγάντιου με ιστορική παράδοση απ’ τον Διγενή Ακρίτα Πενταδάκτυλου και τη θάλασσα της Αϊρκώτισσας, έγινε αναταραχή με την «ξενική» της εμφάνιση.  Έτσι έγινε, χωρίς τη θέληση και επιδίωξή της, αναφορά θαυμασμού και άξονας εφηβικών ονείρων…

Απ’ όλα του θαυμασμού «εκ μακρόθεν» βλέμματα που έφταναν γύρω της, ξεχώρισε ενός έφηβου, που έμενε στον ίδιο δρόμο μ’ εκείνην.  Του Χρυσάωρα[1] Καστρίδη!

Η χρονιά εκείνη γέμισε, από τέτοια της συμπάθειας βλέμματα που μπερδεύονταν στο θαλασσινό αγέρι της θάλασσας της Αχεροποίητου, με των ανθών τη μυρωδιά η οποία συναντούσε την αψιά των θάμνων του βουνού και τη λεπτεπίλεπτη των κυκλαμίνων.  Τα πλατωνικά καρδιοχτύπια αποτυπώθηκαν στα σχολικά βιβλία και που ξεχάστηκαν μαζί με τους αποξηραμένους ανθούς και τις ακαμαντίδες φυλαγμένες στις σελίδες τους.  Μαζί και οι δρόμοι που χώρισαν με τη νέα χρονιά του ’67.  Για να ‘ρθει το 1974 και να διαλύσει κάθε ελπίδα συνάντησης με την εισβολή κατοχή.  Χαμένοι όλοι στην προσφυγιά, μέσα στην ίδια τους την πατρίδα και στην προσπάθεια της επιβίωσης.  Στραπατσαρισμένοι από τον πόνο του ξεριζωμού, του διωγμού, της καταστροφής.  Και του Πλάτωνα οι οπαδοί παρέμειναν στο φλερτ του πρώτου ξυπνήματος χωρίς να γευτούνε του φιλιού τη γεύση.

Η συγκίνηση την έπνιξε, μα βρήκε την ψυχραιμία να του γράψει ένα σημείωμα και να παρακαλέσει τον σερβιτόρο να παραδοθεί όσο το δυνατό πιο γρήγορα στον κ. Καστρίδη·  και μπήκε στη διαδικασία της εναγώνιας αναμονής.

* * *

Το ταξί έφτασε για να τους πάρει στον σταθμό των σιδηροδρομικών γραμμών του Shinkansen, για να προλάβει ο γιος της την επαγγελματική του συνάντηση στο Τόκυο.  Το βλέμμα της τον γύρευε μέχρι και τη στιγμή που έκλεισε την πόρτα του ταξί.  Η απογοήτευση της χάλασε όλη του ταξιδιού της την χαρά και ευδιαθεσία…

Την ώρα που το γρήγορο τρένο του Shinkansen έκλεινε τις πόρτες του κι η μηχανή του μούγκρισε, τον είδε να έρχεται τρεχάτος, ασθμαίνοντας, μα με ένα πλατύ εφηβικό χαμόγελο και ένα φλογερό της νοσταλγίας βλέμμα και με τη λαχτάρα της πραγμάτωσης του πρώτου χαδιού, της πρώτης αγκαλιάς κι ας είχαν περάσει την έκτη δεκαετία…


[1]   Χρυσάωρ: γιος της Μέδουσας και Ποσειδώνα.


Μάθετε περισσότερα για τη λογοτεχνική μας δράση εδώ: «Λόγω Γραφής – Ιαπωνική Βεντάλια»

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Μουζάκι Καρδίτσας. Γράφει από μικρό παιδί, όμως μόνο όταν ήρθε στη ζωή το δικό της παιδί ένιωσε ότι μπορεί να μοιραστεί τις λέξεις της, τις εικόνες της. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Μιλάει και γράφει άπταιστα την αγγλική και κάνει φιλότιμες προσπάθειες για την ιταλική. Σπουδάζει κλασικό πιάνο. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music