«Εν πλω, εν θερμώ, ένα γράμμα», γράφει ο Χρήστος Νιάρος

Μελβούρνη, 2022.

Αγριεύει ο καιρός εδώ στον ωκεανό και οι τόσες απουσίες σου, με τα  νυν και τα αεί τους μπαινοβγαίνουν στην καθημερινότητα μου στιγμή την στιγμή. Σε  ανυποψίαστο χρόνο πηγαινοέρχονται στα σκοτάδια οι μορφές και οι εικόνες σου. Ταλανίζουν και παιδεύουν το χρόνο μου. Σπαράγματα αλήθειας ,υπεκφυγές ,σιωπές παρατεταμένες καιροφυλαχτούν και  κρυμμένες, μισόλογες, ξεβράζουν τα κύματα τους στα βράχια της κάθε ώρας και ενατένισης. Στο επαναπροσδιορισμό της λήθης βιαστικά τα παιγνίδια της αμμουδιάς, γυμνώνουν το είναι μου. Αλμύρες των ονείρων του κρατούν τις υποσχέσεις  και νύχτες με νύχτες οι επιθυμίες των δευτερολέπτων τους από τα δάχτυλα φεύγουν.  Μα πάντα κάτι μένει από την αφή τους στο δέρμα. Ό,τι τους περισσεύει καταναλώνεται πιο γρήγορα και εν κινήσει συνδράμουν σε αυτό και οι αέρηδες της μοναξιάς. Αέρηδες κλειστού κυκλώματος οι μοναξιές της ξενιτιάς δεν ανανεώνουν τον αέρα σου. Είτε πληθυντικά τους καλείς, είτε τους αμολάς στον ανοιχτό ορίζοντα σαν χαρταετό, οι φυγές τους σε ένα ενικό μικρής διάρκειας  σε ευθεία  σε βάζει και σε καθηλώνει.

Τα  νήματα και το κουβάρι του μπλέκονται με τα χνώτα σου. Με αερόστατα, σύννεφα και μυρουδιές φεγγαριού αποχαιρετούν το σκίρτημα. Όλα γίνονται ένα καινούργιο δεδομένο που ενώ αλλάζει το τοπίο  μεν αλλά στα όρια και στις  εποχές των λέξεων φτιάχνει πατρίδες και γειτονιές του χρόνου. Άλλοτε ουτοπικά, άλλοτε δυστοπικά  περιορισμένου χρόνου αποδράσεις και βόλτες στο πιο κοντινό πάρκο και στην παραλία γεμίζουν την τροχιά των σκέψεων. Είναι και αυτές οι στροφές τους τεκμήρια, σαν να κάνουν παρέλαση και όταν πέφτει το βλέμμα σου ξανά στα περασμένα και όμορφά τους, νοσταλγικά ιστορούν μια αλήθεια.

Μνήμες ξυπόλητες περπατούν στην άμμο της παραλιακής. Στην  αποδοχή και στην απόρριψη τους, όσο  και αν ανοίγονται στο βάθος του ορίζοντα, τα  πανιά τους, εκεί που χάνονται, χάνουν και στα σημεία της αφήγησης την αρχική τους φρεσκάδα, όταν βέβαια και όπως-όπως  τις επαναφέρεις.  Απώλειες εφήμερες, απώλειες εν πλω, ζαλάδες τους χωρίς δραμαμίνες, στο αέρα στο χώμα συντελούνται.  Το κυτίο παραπόνων γεμίζει, διαβάζεται στα γρήγορα, δεν μπαίνεις και στο νόημα με την πρώτη και πας στην επόμενη σελίδα. Ακόμη και το μαύρο κουτί της μνήμης από κατεπείγουσες προσγειώσεις ή μοιραία -κυρίως αυτά- ατυχήματα έχουν να πουν πολλά και σήματα πορείας πτήσης να εκπέμψουν.  Πτήσεις και πτώσεις και παράπλευρες καίριες απώλειες χωρίς κιχ στην τελική τους διαδρομή, επαναπροσδιορίζονται. Άλλωστε χωρίς αυτά τα τεκταινόμενα που δεν μπορείς να τα αγνοήσεις, συν υπάρχοντας μαζί τους, φτιάχνεις την χλωρίδα και της πανίδα του χρόνου σου πιο καλά. Δομείς, θεμελιώνεις, ρίχνεις καλούπια, απλώνεσαι, βιώνεις τα πάντα.  Είτε σε μια κουταλιά νερό, είτε σε μια γουλιά, είτε στα ρηχά και στα βαθιά της μνήμης, όλες οι διαδρομές, στα ψηλά και μεγάλα γράμματα της μνήμης και της ανάμνησης, στο τώρα τους που σε συναντάει γίνεται κομμάτι και συνεχής πρόλογος.

Ταξίδια του μυαλού με αρώματα αλμύρας, έρωτες χωρίς ανάσα και οξυγόνο σαν φιλί της ζωής, ζούνε την συνήθεια και την αποδοχή ότι έτσι είναι η ζωή  και πρέπει να μην πας κόντρα.  Από την άλλη   μακρινοί χιλιομετρικά  και  οι τόποι της καρδιάς και της γενέθλιας στιγμής, φτερουγίζουν οι πτήσεις τους  και κύκλους κάνουν  στον ουρανό  που σε φιλοξενεί. Με τον καιρό πρόσωπα χάνονται.  Αναφιλητά  πληθαίνουν. Μετράς ένα-ένα και τα χρόνια  της αποδημίας.  Πότε ήρθα; Μέρα, μήνα, έβρεχε ή είχε αντηλιά;  Ερωτήματα σαν ληγμένα τρόφιμα ταΐζουνε την πείνα σου.  Ερωτήματα που μείνανε στο ντουλάπι της μνήμης. Μυρουδιές και όνειρα και νιάτα πάντα εκεί κατοικούν. Σε κάποιο συρτάρι είναι πάντα εκεί.

Νύχτα των  ορίων, νύχτα της κόψης του θέλω να θυμάμαι  αλλά και της λεπτομέρειας μιας ευτυχίας  και καλών λόγων, είναι μια συντροφιά. Πλάτη κάνεις και με  όνειρα που γίνανε καπνός ή δεν είχανε την ίδια ανάγκη  και προχωράς.   Αγαθά δε και είδη πρώτης ανάγκης και αυτά μακραίνουν, με τις τιμές τους  και με τις δήθεν προφορές τους γεμίζει μόνο το μάτι.  Μα δεν τα ακουμπάς αφού είναι ψηλά στα ράφια της αγοράς και η τσέπη δεν το αντέχει. Εικόνες γεμάτη η καθημερινότητα ,με εικόνες μιλάνε πιά οι ένοικοι και οι γειτόνοι της κάθε πόλης και το λεξιλόγιο της επικοινωνίας φτωχαίνει. Ακόμη και για να βγεις, να αλλάξεις εικόνα με εικόνα, θέλει και χρόνο και λίγο χαμόγελο.

Πλατφόρμες τεχνολογικών ινών όμως  και αλγόριθμοι μακρινοί και χρήμα  παντός καιρού, κινούν τα νήματα της ζωής.  Γράμματα που  υφαίνουν  σαν αργαλειό τις κλωστές και τα νεύρα σου. Στα όρια δε της χάρτινης μνήμης, που σε κάποια παράγραφο της σε κόβει στα δάχτυλα και το λαιμό σου  στεγνώνει από ανία, από ένα φτάνει μέχρι εδώ,  ανοίγεις διάλογο ή μονόλογο, μα η πληγή μένει εκεί σαν υπενθύμιση για την επόμενη φορά.

Στα όρια του σκληρού δίσκου της ανάμνησης, η γλύκα των αναμνήσεων με αμβροσία και νέκταρ της στιγμής μεθούν και συνεπαίρνουν την επίγευσή σου. Χωρίς διαβατήριο και πυξίδα ξέρεις και το δρόμο.  Τώρα… το πότε θα ‘ρθει  η στερνή ή πρώτη γνώση  να σε βρει, ως κατακάθι και στον αφρό της ζωής να σε βγάλει, είναι ένα ζητούμενο της διαδρομής.

Ακριβά τα αποστάγματα αυτά, μικρά και τα διαλείμματα της ενόρασης, παράλληλα όμως σε συντροφεύουν.  Συμπωτικά και εν γνώση σου ενεργοποιούνται όλα αυτά και με το πάτημα ενός κουμπιού που πιθανόν να είναι ραμμένο και να το κουβαλάω πάνω μου να γίνονται. Γιατί όλοι έχουμε τα κουμπιά μας, τις στιγμές της αδυναμίας, της εξομάλισης, της διαγραφής, κακιάς ή της καλής ώρας και όταν βρεθεί και το κατάλληλο περιβάλλον, η πιο σιωπηλή ώρα των συμπερασμάτων, αρχίζει η αντίστροφη πορεία της αποδόμησης.  Σχετικά και κατά συμφέροντος, οι απορρίψεις, οι διαγραφές, οι συρραφές των έργων και των λόγων που βρεθήκανε στο διάβα σου. Ο καθείς και η καθεμιά ένα γράμμα γράφουν, ξεγράφουν, διαγράφουν και ένα γραμματοκιβώτιο  με οδό, αριθμό, συστημένο αποδέκτη ψάχνουν  για να το στείλουν.  Να διαβαστεί, να συλλαβιστεί, να ανοίξει κουβέντα.  Ο ρόλος του χρόνου, λυτρωτικός συνομιλητής και καταλύτης των περασμένων και οι δράσεις και οι αντιδράσεις του που θα επέλθουν κουβέντα την κουβέντα θα είναι μια δοκιμασία. Μπορεί να κρατήσει για πολύ η όλη αυτή διαδικασία και οι κλίμακες των συγκινήσεων άλλοτε θα τους ανέβεις γρήγορα, άλλοτε αργά. Σκαλοπάτια υπαρκτά και βήματα σε μια σκάλα που αιωρείται μπροστά σου, φτιάχνουν οι μοναξιές σε ταχύτατο χρόνο. Χάρτες διαδρομής φωτίζονται, σβήνουν τα ίχνη σου, μα μένει η αύρα και ο αέρας σου.  Σημάδια, σημαδούρες, σημεία, σώματα σίγματα σφυρίζουν σιωπές. Στο κατάρτι της μνήμης σου καλό το ξύλο του και δείχνει αντοχές στις τρικυμίες. Το σκαρί σου σκαρώνει παραστάσεις. Και αφού η ζωή είναι θέατρο, από την κωμωδία μέχρι την τραγωδία των καταστάσεων της, πολλά τα κύματα που εν θερμώ και εν ψυχρώ με ξύλινο και ρομαντικό  λόγο θα  οδηγεί τις πράξεις και τις αποφάσεις σου.

Στο δε αναρριχώμενο κισσό της αυλής του χρόνου, τα φύλλα της καρδιάς του, ταχύτατα καλύπτουν απλώνονται σε βράχους, τοίχους, γωνίες και στις σιωπές σου.  Και με το καιρό  ,τα πολλά αειθαλή των λοιπόν  με τα άγραφα της μνήμης αναδύονται αναδεικνύονται και φτιάχνουν σκιές και παρέες ριζώνουν.

Οι λεξούλες που σε γυροφέρνουν φτιάχνουν και αυτές, ένα άλλο γαλαξία φίλων, γνωστών, τυχαίων, συμβατών και ασύμβατων παραγράφων  και στα κεφαλαία των συναντήσεων σου  οι προτάσεις τους μένουν σαν ώχρα στους τοίχους και στο κεραμίδι.   Στα δε χείλη σου και στις χαρακιές τους, φιλιώνουν οι στιγμές, συγχωρούνται, χωρούν, χορεύουν ακόμη και με τα λόγια του αέρα.  Σταθμοί στην πορεία πολλοί. Αλλά και τα δάνεια του χρόνου με στιγμές τις ξοφλήσαμε. Κάτι με ξενύχτια, κάτι με εκδρομές, κάτι με αγκαλιές και επετείους χορτάσαμε ξεδιψάσαμε το χρόνο.  Και οι καθρεφτισμοί της ωριμότητας, στο άπειρο της στιγμής παίρνουν από τα χρώματα που ξεχαστήκαν, σινιάλα και αφορμές  για κάποιο άλλο τους επίλογο να τον βάψουν.

Ψηλώνουν και  τα κύματα εν πλω ψηλώνουν και οι μνήμες σου μαζί τους, όσο  τις κοιτάς από το καναπέ και όσο ακουμπάς την κούρασή σου στο κρεβάτι.

Τέτοιες ώρες ευδοκιμούν οι ανθοφορίες αυτές και επί της ξηρού σου ακμής οι μυρουδιές τους κάνουν παιγνίδια.  Αλλάζεις και μπαλιές με τα κύματα στο γήπεδο της ενατένισης. Στην γωνία της τα παράπονα σου ρίχνουν δίχτυα.  Στην εξέδρα και στα παγκάκια της τα ανέγγιχτα της μνήμης  νοτίζουν με λάθη και λήθη.  Αναμενόμενα; Προβλέψιμα; Πόσα γράμματα  λανθάνοντα λιώνουν τη λύπη, το λευκό της λεβεντιάς και τη λαχτάρα της λίμπιντο;

Όλα αυτά γίνονται  στο λιμάνι των ταξιδιών, στο λεκέ μιας λεζάντας και στο λαχείο του Σαββάτου. Η αναμέτρηση  με το χτες των λεπτών και των δευτερολέπτων, που δεν αγοράζετε και δεν πουλιέται επιμένει να σε πολιορκεί  από πολλά πορτάκια και διαδρόμους.

Αλλάζεις και την φορεσιά, ρίχνεις και βγάζεις από πάνω σου τα περιττά ρούχα, κουμπώνεις – ξεκουμπώνεις του χρόνου τα νήματα και τα νοήματα.  Παίρνεις τα μέτρα μου, μακριά από τα λάιτ των στιγμών. Αλλάζεις και σταθμούς στο ραδιόφωνο και στην μπάντα των διαδρομών ανοιγοκλείνεις το παράθυρο της θέασης.

Συντροφιά στις συντεταγμένες αυτές ψάχνεις. Στις κλειστές πόρτες, στα μισάνοιχτα παράθυρα, στα περιποιημένα σπίτια, στους μεγάλους δρόμους των πόλεων  και στους ωκεανούς που απλά σε κατοικούν, ρίχνεις τις μνήμες σου σαν ζαριά στο τερέν της ζωής και της τύχης.

Πετρούλες που πέταξες στο πέλαγος  της ξενιτιάς και στα ανοιχτά της μνήμης σου, κορώνα – γράμματα  σε παίζουν. Μα ποιος κερδίζει ή χάνει, ο χρόνος ο μελλούμενος θα το ξεφουρνίσει.

Αγριεύει ο ωκεανός, ατίθασα και τα κύματά του. Στο χορτάρι το χλοερό που σε κατοικεί και στο ταξίδι της απώλειας εν πλω, ξενιτεμένες νύχτες που νυχτώνουν πιο πολύ και από το πιο φευγαλέο τους όνειρο, γράφουν ακόμη γράμματα στο χαρτί.

 


 

[Χρήστος Νιάρος – Ας γνωριστούμε]

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Όσοι αγαπάτε τη γραφή και μ’ αυτήν εκφράζεστε, είστε ευπρόσδεκτοι στη σελίδα μας. Μέσω της γραφής δημιουργούμε, επικοινωνούμε και μεταδίδουμε πολιτισμό. Φροντίστε τα κείμενά σας να έχουν τη μορφή που θα θέλατε να δείτε σε αυτά σαν αναγνώστες. Τον Μάρτιο του 2016 ίδρυσα τη λογοτεχνική ιστοσελίδα «Λόγω Γραφής», με εφαλτήριο την αγάπη μου για τις τέχνες και τον πολιτισμό αλλά και την ανάγκη ... περισσότερα

Αρχειοθήκη