«Ελένη η αταξίδευτη», ένα διήγημα του Απόστολου Παλιεράκη για τη λογοτεχνική δράση «Λόγω Γραφής – Ιαπωνική Βεντάλια»

Έσυρε τον πίνακα που χώριζε το εσωτερικό του σπιτιού της από την αυλή, θώπευσε με τρυφερότητα τα σύννεφα που τον γέμιζαν, ως τη χρυσή τομή του και ακολούθησε με τ’ ακροδάχτυλα τη σιδηροδρομική γραμμή, ως την ουρά του τρένου που έβγαινε από το τελάρο προς το απεριόριστο της φαντασίας. Ήταν ένας πίνακας με διπλή όψη∙ από το στεγασμένο μέρος, μια μεγάλη βιβλιοθήκη και από το υπαίθριο, τα σύννεφα, η σιδηροδρομική  γραμμή, η ουρά του τρένου και ο σαφής υπαινιγμός μιας ανοιχτής πρόσκλησης.

Απομακρύνθηκε μερικά μέτρα διπλού ίχνους, ως τον πλατύ βράχο και στάθηκε άφοβα μπρος στα μεγάλα κύματα που όρθωνε ο βοριάς, βυθίζοντας το βλέμμα και την ύπαρξή της, για μια ακόμα από τις αμέτρητες επαναλήψεις της ίδιας βύθισης. Αμέτρητες, θα έλεγε κάποιος παρατηρητής, ενώ η ίδια ξεκινούσε ένα νέο ταξίδι, μια καινούργια περιπέτεια σε τόπους που της σύστησε ο τελευταίος επισκέπτης της, να συναντήσει μια φύση που είχε πολλές διαφορές από αυτήν του δικού της τόπου, να γνωρίσει ανθρώπους με συνήθειες που δεν τους ξέκοβαν από αυτή την ιδιαίτερη, γοητευτική αλλά και δύστροπη, κάποιες φορές, φύση. Συλλογίζεται πως τα μεγέθη και οι αποστάσεις είναι μια ιδιομορφία του ανθρώπινου τρόπου πρόσληψης του κόσμου, που βάζει εμπόδια στη γνώση και κατανόησή του.

***

Ο γηραιός επισκέπτης με το περίεργο ντύσιμο, τα σαντάλια, το μεγάλο ψάθινο καπέλο, το αδιάβροχο πανωφόρι από χαρτί και το κασελάκι με τα πινέλα, της συστήθηκε με την απαλή φωνή του να ακούγεται σαν απαγγελία, σαν εισαγωγή σε όσα έμελλε να ακολουθήσουν και το όνομά του σαν ο πρώτος στίχος του πιο λιτού ποιήματος. Της είπε πως ήταν ταξιδιώτης, πως είχε ακούσει για το ανοιχτό και φιλόξενο σπιτικό της και την παρακάλεσε να του παραχωρήσει μια γωνιά, ν’ απλώσει την ψάθα του ύπνου του, να αναπαυτεί ως το πρωί που θα συνέχιζε τον δρόμο του. Άνοιξε διάπλατα την πόρτα της να τον υποδεχτεί και τον παρακάλεσε να διαλέξει το χώρο που θα τον βόλευε καλλίτερα. Την ευχαρίστησε μ’ ένα πλατύ χαμόγελο και με ελαφριά υπόκλιση, ενώνοντας τις παλάμες των χεριών του. Την άμειψε με το φως  μιας βραδιάς γεμάτης ποίηση και εικόνες που επικοινωνούσαν άμεσα με το νου και την ψυχή, που γέμιζαν όλο της το είναι, χωρίς τη διαμεσολάβηση κάποιας επεξεργασίας, αν και κάθε στίχος, της άνοιγε, αυτόματα σχεδόν, παράθυρα σε εικόνες και σκέψεις νέες. Αισθάνθηκε πολύ μεγάλη  χαρά όταν ο σοφός γέροντας  παίνεψε το λιτό της σπίτι, αλλά εκεί πια που ένοιωσε  να πετάει ήταν με την χαρούμενη αντίδραση και έκπληξή του, όταν τον σερβίρισε τσάι του βουνού. Αυτό, της είπε, άξιζε ένα ταξίδι, να γνωρίσει κι εκείνη την ευγένεια μιας τελετής του τσαγιού και την ενθάρρυνε να μην το φοβηθεί, σα να μην υπήρχε το τετράτροχο που την έβλεπε να κάθεται, σα να γνώριζε για τα δικά της ταξίδια. «Είτε το ξέρουμε» πρόσθεσε ο επισκέπτης «είτε όχι, είμαστε διαρκώς ταξιδιώτες∙ στον εφήμερο τούτο κόσμο ο χρόνος είναι ταξίδι, αλλά η ομορφιά δεν είναι χρόνος, είναι εικόνες, είναι ήχοι και οσμές που συναντάς ταξιδεύοντας όχι μόνο στον χρόνο αλλά και από τόπο σε τόπο». Ο ίδιος είχε κάνει πολλά ταξίδια γνωριμίας της ομορφιάς, αυτά ήταν η ζωή του. Κάποια στιγμή, σαν να είχε προχωρήσει η βραδιά με μια σημαντική παράλειψη, της ζήτησε να του συστηθεί.

***

Κάποια στιγμή κι ενώ ο χρόνος πια είχε πάψει να βιάζεται, σα να επισήμανε μια σοβαρή παράλειψη, με παρακάλεσε, πολύ ευγενικά, να του συστηθώ. «Ελένη» απάντησα∙ «στο χωριό, μου έχουν κολλήσει κι ένα παρατσούκλι∙ Ελένη η αταξίδευτη». Μου ένευσε καταφατικά και με πληροφόρησε ότι αυτά τα γνώριζε ήδη, του τα είχαν πει όταν του έδειξαν το σπίτι μου. Κατάλαβα τότε τι ακριβώς αναζητούσε σε μένα και πως πολύ μικρό ρόλο είχαν παίξει σ’ αυτό οι πληροφορίες των συντοπιτών μου. Άρχισα κι εγώ, απελευθερωμένη από δισταγμούς, να του διηγούμαι.

Αταξίδευτη, ξέρετε, για έναν ακίνητο παρατηρητή, αλλά δεν είναι έτσι. Ταξιδεύω κι εγώ. Θυμάμαι τον εαυτό μου μόνο σ’ αυτό το αμαξίδιο που άλλοτε ήταν χειροκίνητο, αλλά τώρα  είναι ηλεκτρικό και με νοημοσύνη∙ δεν συμπαθώ τον όρο «τεχνητή νοημοσύνη»  από τη στιγμή που έχει την ικανότητα να διαβάζει τις επιθυμίες μου. Ο αγαπημένος μου πατέρας νοιάστηκε πολύ να αποκτήσω δεξιότητες και γνώσεις για να επιμελούμαι τις μετακινήσεις μου και η λατρεμένη μου μητέρα, να μη διστάζω να χαίρομαι και να δακρύζω∙ δεν τους έχω πια κοντά μου. Δεν ξέρω πως έγινε και κάποια μέρα που πήγα να βγω από το σπίτι, ένα δυνατό ρεύμα με έσπρωξε πίσω. Αυτό επαναλήφθηκε όσες φορές επιχείρησα να ξαναβγώ, ώσπου αποδέχτηκα πως αυτή η έξοδος δεν υπάρχει πια για μένα. Έγιναν, από τότε, το σπίτι κι η αυλή με τον κήπο μου, ο κόσμος μου όλος∙ αυτό για ένα παρατηρητή, αλλά δεν είναι έτσι. Μην πάει ο νους σας στο κακό∙ δεν φταίει το χωριό∙ με συμπαθούν πολύ και μου συμπαραστέκονται∙ το καταλάβατε εξ άλλου. όταν σας είπαν πόσο με λυπούνται για τις φοβίες μου. Έχω κι ένα σπουδαίο φίλο, τον Ηλία που κουβεντιάζουμε με τις ώρες για ταξίδια∙ αχ, μείνετε να τον ακούσετε, έχει ένα μαγικό τρόπο να διηγείται. Φοβάμαι πως σας κούρασα πια.

***

Πότε την πήρε ο ύπνος; Σαν ξύπνησε, ο νυχτερινός επισκέπτης είχε διακριτικά αναχωρήσει για τη συνέχεια του ταξιδιού του. Το βιβλίο στα γόνατά της ήταν κλειστό. Με έκπληξη, είδε μια ελεύθερη σελίδα με ένα ποίημα, ένα τάνκα, ανάμεσα στις σελίδες του, εκεί που ο ταξιδιώτης ποιητής Ματσούο Μπασό και ο μαθητής του Σόρα πέρασαν την πύλη των Ωδικών Πτηνών.

Άνθη κερασιάς

Αναζητά η ψυχή

Στα ταξίδια της

Φτερά στο φως ανοίγω

Προς καταρράκτες γνώσης

Δεν ανήκε στο βιβλίο, δεν ήταν μια κομμένη σελίδα του και ο γραφικός χαρακτήρας ήταν ο δικός της, αλλά το διάβαζε πρώτη φορά.

***

Από τον πλατύ βράχο, ανοίχτηκα στο απέραντο γαλάζιο, αφού πρώτα χαιρέτισα το αγαπημένο μου πράσινο νησί, στο έμπα του κόλπου και πέταξα για τη Χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου. Περιπλανιέμαι χωρίς περιορισμούς, μαθαίνοντας από τις ανεξάντλητες πρωτοτυπίες της, τις εικόνες και τα όντα της, την οργάνωση της ζωής των ανθρώπων της, τις εκδηλώσεις, τους τρόπους σκέψης τους και τις πρακτικές τους. Εντάξει, με τον τρόπο που ταξιδεύω δεν δοκιμάζω σούσι ή σούπα ράμεν, αλλά έχω τρόπο να τα οσμίζομαι. Κάνω και τις σκανταλιές μου μπαινοβγαίνοντας στους συρμούς shinkansen, σνομπάροντας  τη φανταστική τους ταχύτητα, αφήνοντας το επισκεπτήριό μου στα καθίσματά τους ή διασκεδάζοντας με τα πλήκτρα του Laptop κάποιου εργασιομανή. Τρώγομαι να χωθώ και στο maglev, να παρατηρήσω τις αντιδράσεις των ανθρώπων που γνωρίζουν ότι τρέχουν με πεντακόσια χιλιόμετρα την ώρα Σοβαρεύω και πάω στη Nikko με τους ναούς και τους καταρράκτες, να θαυμάσω μνημεία  του  πολιτισμού αυτής της χώρας και να γνωρίσω τη φιλοσοφική βάση μιας άλλης στάσης ζωής από αυτήν που έχω βιώσει. Ο ενθουσιασμός μου πληγώνεται από τη σκέψη της επόμενης επίσκεψης και της στιγμής που θα σταθώ μπροστά στην ιστορία και τα ερείπια της πιο απάνθρωπης στιγμής της. Είμαι ακόμα στην αρχή.


Μάθετε περισσότερα για τη λογοτεχνική μας δράση εδώ: «Λόγω Γραφής – Ιαπωνική Βεντάλια»

Ίσως σας αρέσει και

2 Σχόλια

  • Βασιλική Αποστολοπούλου
    27 Σεπτεμβρίου 2020 at 12:39

    Γοητευτικό και πολύ τρυφερά και όμορφα τοποθετημένο, συγχαρητήρια στον Απόστολο Παλιεράκη!

  • Μαρία Βέρρου
    7 Οκτωβρίου 2020 at 22:46

    Ένας νους ταξιδευτής, ονειροπόλος, που ακουμπάει σε όλες τις πτυχές του κόσμου, ρουφάει τις οδύνες, τις μετατρέπει σε καταφυγή ελπίδας και απαντοχής, εξαιρετικό. Ευχαριστούμε.

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Μουζάκι Καρδίτσας. Γράφει από μικρό παιδί, όμως μόνο όταν ήρθε στη ζωή το δικό της παιδί ένιωσε ότι μπορεί να μοιραστεί τις λέξεις της, τις εικόνες της. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Μιλάει και γράφει άπταιστα την αγγλική και κάνει φιλότιμες προσπάθειες για την ιταλική. Σπουδάζει κλασικό πιάνο. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music