«Εκείνος και Αυτός», ένα διήγημα της Κωνσταντίνας Βαληράκη

Τα εισιτήρια είχαν από μήνες εκδοθεί. Είχε αγοράσει και καινούργια βαλίτσα. Φίνα, στο χρώμα του café au lait, με μπεζ ρίγα. Την είχε δει πολλές φορές στον πρώτο όροφο του καταστήματος, που προτιμούσε για τις αγορές του. Η τιμή της του είχε φανεί τσουχτερή. Το αποφάσισε όμως. Αυτό το ταξίδι του, χωρίς και ο ίδιος να ξέρει το «γιατί», απαιτούσε ξεχωριστή αποσκευή. Όταν τη μετέφερε στο σπίτι, μερικές ημέρες την είχε καταμεσής του καθιστικού, να την καμαρώνει. Χάρηκε τελικά που την αγόρασε. Τη θεώρησε συνδετικό κρίκο με το φευγιό του. Έτσι το είχε στο μυαλό του αυτό το ταξίδι. Φευγιό! Από τι; Δεν ήξερε.

Είχε αποφασίσει να λείψει μεγάλο διάστημα. Αρχές καλοκαιριού θα έφευγε. Σκεπτόταν να γυρίσει τέλος φθινόπωρου. Είχε αποφασίσει επιπλέον να γυρίσει οπωσδήποτε διαφορετικός άνθρωπος, σε διαφορετική εποχή από αυτήν, που θα ξεκινούσε τη νέα διαδρομή του. Μόλις είχε τελειώσει με τις επαγγελματικές του υποχρεώσεις, τις συναισθηματικές του δεσμεύσεις και είχε επιπλέον «αποχαιρετήσει» δια παντός τον καλύτερο φίλο του.

Είχαν αποφασίσει   από κοινού αυτό το ταξίδι. Εκείνος δεν πρόλαβε, προτίμησε, ή τον επέλεξε το αιώνιο ταξίδι. Είχαν κάνει σχέδια γι’ αυτό. Εκείνος το ονειρευόταν χρόνια, αυτός είχε ξαναπάει. Δεν τον ένοιαζε, αρκεί που το ήθελε τόσο πολύ εκείνος.

 Εκείνος, ο φίλος, ο αδελφός περισσότερο, που έπαιρνε τόσα πολλά από αυτόν και του έδινε τόσα λίγα. Όχι πως δεν ήθελε, ήταν που δεν μπορούσε.

Αδύναμος, με ψυχικές αντοχές  ασθενικές, χωρίς ιδιαίτερες επιτυχίες σε όλους περίπου τους τομείς της ζωής του. Μονίμως ένοιωθε το περιθώριο ως μόνιμο χώρο διαμονής του.

Αυτός, δεν είχε παράπονο, είχε επιδιώξει και καταφέρει πολλές και ποικίλες  επιτεύξεις. Ανοδική επαγγελματική και συνάμα οικονομική πορεία. Όχι όμως αντίστοιχη στο συναισθηματικό  τομέα. Πέραν των μικρής διάρκειας γνωριμιών και σχέσεων του, ο έγγαμος βίος, που του προέκυψε όλως τυχαίως, όπως σκεπτόταν πολλές φορές, χωρίς την απόκτηση τέκνων,  έληξε σύντομα.

Διαφορετικότητα χαρακτήρων, κάπως έτσι αιτιολογούσε η σχετική δικαστική απόφαση με νομικίστικους όρους την διακοπή της  έγγαμης συμβίωσης του με την Εύα. Σύντομη η γνωριμία τους και ο ίδιος δεν κατάλαβε, πως βρέθηκαν να  βιώνουν κοινή ζωή, στο παλιό διώροφο στην  Πλάκα. Αυτό το σπίτι ήταν τότε το καμάρι του. Τώρα όχι. Ίσως το σκίασε το πέρασμα της Εύας, που μετά και την τυπική διακοπή του έγγαμου βίου τους εξαφανίσθηκε, μολονότι έμενε στην ίδια πόλη, όπως τον ενημέρωναν κοινοί  γνωστοί τους.

Εκείνος πολύ διστακτικά του έλεγε πως τυχαία την συναντούσε  σε διαφορετικά σημεία και διστακτικά  του επισήμαινε επιπλέον ότι εκείνη ποτέ δεν ρωτούσε να μάθει γι’ αυτόν. Δεν τον στενοχωρούσε ιδιαίτερα αυτή η λεπτομέρεια τουλάχιστον μετά από κάποιο διάστημα, που με χαρά  και επιφυλακτική αισιοδοξία συνειδητοποίησε  την συναισθηματική του απελευθέρωση.

Εκείνος εξάλλου δεν του επέτρεπε να θυμάται αυτή την εμπειρία, γιατί είχε πάντα ένα ιδιαίτερο προσωπικό πρόβλημα, που απαιτούσε τη  λύση του και ιδανικότερος λύτης από τον ίδιο δεν υπήρχε. Για το θέμα του διαζυγίου του ελάχιστα ενδιαφέρθηκε. Τον απασχολούν τα προσωπικά του θέματα, σκεπτόταν και διέθετε γι’ αυτόν τον ελάχιστο, όπως πάντα, χρόνο συμπαράστασης. Τον θεωρούσε εξάλλου πολύ ανθεκτικό δυνατής σκέψης και αποφάσεων άνθρωπο. Του το έλεγε συχνά, για να απενοχοποιηθεί ίσως για το ελλιπές ενδιαφέρον του προς αυτόν.

Τον  συμπονούσε, δεν υπήρχε σοβαρότερη ερμηνεία για την υπομονή, που διέθετε μαζί του. Συχνά τον κούραζαν οι μνήμες των χρόνων της παράλληλης έστω και διαφορετικής πορείας τους. Πολλές φορές θυμόταν την Εύα να διαμαρτύρεται  για την έντονη παρουσία του στη ζωή τους. Ήταν από εκείνες τις  ανορθόδοξες  συμπλεύσεις, που δεν χωρά ερμηνεία και αιτιολογία.

Όταν η Εύα πήρε και τα τελευταία πράγματα της από το σπίτι, σκέφθηκε εκείνο το  ταξίδι, που θυμόταν ότι άρεσε σε εκείνον. Του το πρότεινε, δέχθηκε, αλλά όχι με τον ενθουσιασμό που περίμενε. Δεν τον ένοιαξε, αρκεί που θα είχε παρέα στο ταξίδι του. Είχε ανάγκη από συντροφιά εκείνο το διάστημα. Εκείνος δεν του πρόσφερε πολλά, ήταν όμως μια οικεία παρουσία, για να τον βοηθήσει έστω και με  το δικό του τρόπο στη νέα προσαρμογή του, στην προσπάθεια του  να καταφέρει να ισορροπήσει, να συνηθίσει, να καταλάβει.

Την Εύα δεν την αγαπούσε ιδιαίτερα. Ίσως και να μην πρόλαβε. Παρ’ όλα αυτά ένοιωθε την ανάγκη να ξεφύγει για ένα διάστημα από τη φάση αυτή της ζωής του, που άρχισε, τέλειωσε και του άφησε ανερμήνευτα συναισθήματα, για τα οποία όμως δεν είχε καμία διάθεση να ασχοληθεί.

Για το ταξίδι και για όλες τις λεπτομέρειες  φρόντισε αυτός. Εκείνος δεν ασχολήθηκε καθόλου, γιατί κάτι πάλι από τα πολλά δυσεπίλυτα κατά την άποψη του τον απασχολούσε. Δεν τον ρώτησε. Δεν ήθελε το διάστημα αυτό να ακούει, να συμβουλεύει,  να ενθαρρύνει. Σκεπτόταν μόνο το ταξίδι.

 Παραμονές των προετοιμασιών, όταν η café au lait  βαλίτσα με τη λεπτή  μπεζ ρίγα είχε γεμίσει, έμαθε τη  δυσάρεστη είδηση και συνειδητοποίησε ότι το ταξίδι τους αφορούσε  πλέον  ένα ταξιδιώτη.

Το αίτιο της απώλειας εκείνου, τον ξάφνιασε. Ποτέ δεν του είχε μιλήσει για αυτό το ιδιαίτερο πρόβλημα της υγείας του, που υπήρξε και η αιτία θανάτου του. Νόμιζε ότι ήξερε οτιδήποτε τον αφορούσε, ή έτσι τουλάχιστον πίστευε.

Για το τελευταίο «αντίο» φρόντισε ο ίδιος για όλες τις λεπτομέρειες. Πέντε με έξι άτομα όλα και όλα το έμαθαν, ήλθαν στην εκκλησία και  τον «αποχαιρέτησαν». Δεν φανταζόταν και περισσότερους. Μόνο  αυτόν είχε ουσιαστικά, του το έλεγε συχνά. Ο φίλος και αδελφός. Περισσότερο αδελφός μάλλον παρά φίλος, συμπλήρωνε.

Ένοιωσε ένα βάρος στο στέρνο, όταν το θυμήθηκε στη διάρκεια του επικήδειου. Η αδυναμία του ήταν η δικαιολογία  της ανάγκης του να προστρέχει σε αυτόν στα δύσκολα, που ήταν και τα περισσότερα. Τον είχε πλέον συνηθίσει.

Ξαφνιάστηκε όταν είδε την Εύα στην εκκλησία. Ήταν ο μόνος άνθρωπος που δεν περίμενε να δει στο συγκεκριμένο γεγονός. Εκείνη,  με ένδυμα θλίψης, με πρόσωπο τραβηγμένο και μάτια κόκκινα.

Η Εύα, που δεν παρέλειπε κατά την διάρκεια της κοινής ζωής τους να δείχνει με κάθε τρόπο την αντιπάθεια της για εκείνον, και να τον θεωρεί αίτιο των διενέξεων τους για το χρόνο, που του διέθετε ο ίδιος, για το ενδιαφέρον, που έδειχνε για όσα εκείνος είχε ανάγκη, που δεν θα έπρεπε να τους ενδιαφέρουν  κατά την άποψη της, αλλά εκείνος έσπευδε να βοηθήσει. Για το χρόνο, που ήταν ανάμεσα τους και τόσα άλλα.

Η Εύα, που στο τέλος της τελετής εντελώς κυνικά με τραβηγμένα χαρακτηριστικά τον πληροφόρησε ότι  εκείνος ήταν το σημαντικότερο κεφάλαιο της ζωής της και εκείνη επίσης γι’ αυτόν.

Εκείνος και η Εύα!! Τίναξε τη λίγη σκόνη που είχε απομείνει στα χέρια του από το χώμα που έριξε πάνω στην τελευταία κατοικία του φίλου και αδελφού και απομακρύνθηκε από το χώρο. Δεν θυμόταν αν χαιρέτησε κάποιον. Μια αδιόρατη μελαγχολία κινήθηκε απειλητικά προς το μέρος του, αλλά την απέφυγε. Τον βοήθησε η μνήμη της café au lait  βαλίτσας, που τον περίμενε στωικά στο καθιστικό του σπιτιού του.

Η σκέψη του ταξιδιού σχημάτισε από μόνη της  ένα αχνό χαμόγελο στο πρόσωπό του γι’ αυτό το παράξενο τρίπτυχο. Η Εύα, ΕΚΕΙΝΟΣ και ΑΥΤΟΣ.

 Κυρίως εκείνος, ο συνεσταλμένος φίλος και αδελφός, μάλλον περισσότερο αδελφός…

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Μουζάκι Καρδίτσας. Γράφει από μικρό παιδί, όμως μόνο όταν ήρθε στη ζωή το δικό της παιδί ένιωσε ότι μπορεί να μοιραστεί τις λέξεις της, τις εικόνες της. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Μιλάει και γράφει άπταιστα την αγγλική και κάνει φιλότιμες προσπάθειες για την ιταλική. Σπουδάζει κλασικό πιάνο. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music