«Είναι στην τελική», γράφει ο Χρήστος Νιάρος

Είναι στην τελική, των διαδρομών, των ταξιδιών, των λόγων, των αισθήσεων, το θέμα του φωτός που μένει  και ορίζει το κάθε τι…

 

«Πάει καιρός που ακούστηκεν η τελευταία βροχή,

πάνω από τα μυρμήγκια και τις σαύρες. τώρα ο ουρανός καίει απέραντος,

τα φρούτα βάφουνε το στόμα τους,

της γης οι πόροι ανοίγονται σιγά σιγά.

Και πλάι από το νερό που στάζει συλλαβίζοντας,

ένα πελώριο φυτό κοιτάει κατάματα τον ήλιο»

 

Οι παραπάνω ελυτικές καταγραφές, τα ελεγεία και η ανάδειξη των λέξεων, των προεκτάσεών τους, πάνω στο σώμα και στην μνήμη του καλοκαιριού έρχονται και γυρίζουν στο χαρτί και στο χάρτη της μνήμης. Αλλά και στην χάρη και στην απολυτότητα του φωτός περιγράφουν, περιέχουν ντύνουν το σκηνικό των νυχτοήμερων του καλοκαιριού και των στιγμών του.  Νοτίζουν και ποτίζουν την επαναφορά του ταξιδιού, ρίχνοντας γεφύρια και μέθεξης αχτίνες.  Ο χρόνος ταξιδεύει στο φως και στη σκέψη. Με ανοιχτό το πουκάμισο του ουρανού στων αστεριών την μαγωδία, αγκαλιά μνήμες και χώματα και πέτρες βρίσκουν μια ακόμη θέση στο στερέωμα και στην κάθε στιγμή.

Το καλοκαίρι του άλλου ημισφαιρίου, της γλυκιάς πατρίδας, ακόμη ταξιδεύει στο πάνω και στο κάτω όροφο της μνήμης, της γεύσης, των διαδρομών του φωτός. Μια διαρκής συνάντηση ταυτότητας και συνέχειας, αιωρείται και φτάνει μέχρι εδώ.  Αφού η αφετηρία τους είναι σε διαρκή συνομιλία με το μέσα μας, όλα συνυπάρχουν στην κάθε λέξη. Είναι η άλλη του τελική διαδρομή. το άλλο τσίμπημα της μέλισσας στο πόδι, που γεμίζει και αδειάζει τις μνήμης τα κιτάπια.  Είναι οι ώρες κοινής ησυχίας, είναι η συναυλία των αισθήσεων, είναι το κερί στα μνήματα, είναι η αγκαλιά των οικείων, είναι ο καφές της μάνας, είναι τα μάτια που ατενίζουν το άπειρο, είναι όλα τα ταξίδια στη σαγήνη, την θαλπωρή του φωτός. Είναι το πανηγύρι των αισθήσεων, που ακαριαία και εξακολουθητικά φιλτράρει τα δάκρυα, την χαρμολύπη την ελυτική, την ντοπιολαλιά, την έκπληξη των συναντήσεων. Και όλα είναι διάρκεια και η γλώσσα σου φτιάχνει την γραμματική και το συντακτικό της από κάθε μετερίζι.

Και είναι φως με τόσα ονόματα και όλα συμπληρωματικά χωρούν και παίρνουν την θέση τους. Αίγλη, αναλαμπή, φέγγος, φωτοβολή, φωταψία, φανάρι, φωτιά, φλόγα χρυσαύγεια, ηλιοτρόπιο, μαρμαρυγή, αντηλιά, λάμψη, φεγγίτης, όλα φωνές στη γεύση του απόλυτου και του χειροπιαστού των λέξεων. Τόσα τα ονόματα, τόσες και οι παρουσίες.

Νυχτέρια στις απλωτές του ονείρου, στην παρέα των αισθήσεων, στο χρόνο που στάζει αλμύρα, σελίδες άγραφου βιβλίου αναζητούν την σωτηρία της σκιάς και αγαπημένων προσώπων. Όλα στην υπερβολή του τσίμπαμε αν είναι είναι αλήθεια, στη βόλτα και στην καλοκαιρία, μια διάρκειά τους σου ζωγραφίζει το πρόσωπο μνήμη από την πρώτη στιγμή που τα συναντάς. Αυθόρμητα ανοίγεις λογαριασμό. Μια ευωδιά που έρχεται και φεύγει, σαν περίπτερο που ταξιδεύει μέσα στην νύχτα. σαν δευτερόλεπτα  που διανυκτερεύουν και δεν κοιτούν το ρολόι και πλατεία ο κόσμος  θέτουν ένα περίγραμμα. Όλα κλώνια, τσαμπιά της μνήμης. Και αν φυσάει τόσο  όσο που πρέπει. Τα βουνά και τα πελάγη ήταν και θα ΄ναι εκεί να τα θωρείς και να ‘ναι όριο.  Μα και ένα ακόμη ταξίδι στα δια ζώσης, εικάζω.  Μέτρο ο λυγμός και η θέαση  και  όλα στο φως της εποχής τροχίζουν τις λέξεις και γεμίζουν τα ρεζερβουάρ της μνήμης. Ανοίγεις τους χάρτες, πινακίδες γνώριμες, γυαλιά και καπέλο και σημειωματάρια κρατούν την πορεία.

 Έμμονη ιδέα των ποιητών από τον όμηρο μέχρι τον Ελύτη, το φως. Κάτι σαν μας ενώνει, κάτι σαν κρίκος εποχών και της ίδιας μοίρας. Έμμονη ιδέα και θεματική των φιλοσόφων μας από τον Παρμενίδη μέχρι τον Πλωτίνο. Το φως. Η μεγάλη, ίσως η πιο,  αναμέτρηση.  Έτσι λένε τα βιβλία. Έτσι λένε και τα αγάλματα, οι σταλακτίτες, τα μοναστήρια, οι πέτρες, τα γεφύρια, οι πιλοτές, τα χωράφια. Όλα καρτ ποστάλ. Όλα χαραγμένα στη μνήμη και στο καλό υπόλοιπο των αποχαιρετισμών και των συναντήσεων.

Με αυτά πορεύεται. Φως στις φωνές και στην προέκταση της φαντασίας τους και την αλήθειας τους σε βρίσκουν και στην τάβλα και στο όρθιο. Στα δημοτικά μας τραγούδια, στα παραμύθια μας, ο ήλιος παρών. Ποτέ δεν βασιλεύει στα αλήθεια.

 Ένα φως που όσο πιο πολύ το έχεις, τόσο πιο πολύ το θέλεις και τόσο πιο πολύ σου λείπει, καταγράφει ο συγγραφέας Ν. Δήμου  στο βιβλίο του «Το φως των Ελλήνων».

Έτσι είναι και το καλοκαίρι. Με μικρές αποδράσεις μπαλκονιού αλλά και στην ηρεμία και στην παρέα των κυμάτων, στης Μεσογείου το όριο, που ενώνει ηπείρους, νιώθεις το κύμα και την άμμο των δημιουργών. Άγραφα και γραμμένα ταξίδια ρίχνουν άγκυρες και στοχασμούς. Τίποτε δεν είναι στατικό.

Αλλά και με τις νύχτες και τις μέρες, τουρίστας επισκέπτης και μακρινός απόδημος βρίσκεις και βλέπεις τα πράγματα της ζωής και τις ζήσης, από άλλη γωνία. Ο καθείς με τον τρόπο και το δοκούν του. Όλα ταχύτατα στο φως αυτό περπτατιούνται, τραγουδιούνται. Θροΐσματα εποχής, ανοιχτά παράθυρα και κάθε τοπίο στο καλοκαίρι είχε τη χάρη και την γλυκύτητα του, όπως και το καταγράφει ο Σαίξπηρ στο κείμενο του «η όλο μέλι ανάσα του καλοκαιριού».

Κάθε μέρα, κάθε δευτερόλεπτο μια γιορτή αποχρώσεων των αισθήσεων, στο χώμα και στον αέρα της μνήμης αναζωογονούν. Ζεις τη στιγμή αν και με δυο-τρία αγγλικά  σε καταλαβαίνουν είναι και αυτό μέσα στου φωτός την ομορφιά. Παράπλευρες απώλειες θα υπάρχουν. Βυθίζεσαι όμως στην ραστώνη και στα συμπεράσματα της φυγής. Στο μεδούλι κυκλοφορεί και στις δύο λωρίδες κυκλοφορίας με ή χωρίς ανοιχτά παράθυρα. Μνήμες και πρόσωπα.  Φύσα σιωπηλά τραγουδάει η Ιούλια Καραπατάκη και ο βασιλικός θα γίνει στο παραθύρι σου μια ακόμη αφορμή των ματιών.  Σε πάει εκεί που καμία αλφαβήτα δεν χωράει συμπληρώματα και δεύτερες σκέψεις. Ο καθείς στο φως μια αλήθεια του, αμάραντη.

Ο / Η καθείς/καθεμία και το καθετί ακόμη και τώρα που μπαίνει η άνοιξη του Σεπτέμβρη τού εδώ ημισφαιρίου, θυμάται και ταξιδεύει. Όλοι έχουν λόγο στο φως όπου και να ‘ναι και σε αυτό το φως που τους ξημερώνει το όνειρό τους, μια αλήθεια.

Σαν μια διαρκή εκκρεμότητα  της μνήμης που ψάχνει απαντήσεις μιας και χείλη ξερά και διψασμένα, όπως θα πει και ο Δ. Μητροπάνος  είναι μια όαση.

 Όπως και να ‘χει δύο και τρία χρόνια περιορισμών και μέτρων, λόγω του γνωστού ιού, ήταν μια περίοδο ξηρασίας.  Το ταξίδι, όπως και άλλα πράγματα, είχανε μπει σε άλλο κανάλι. Μα τώρα είναι αλλιώς. Και το καθετί φαντάζει σαν αρχή  μιας συνέχειας που ακόμη και στην επιστροφή ένα ακόμη ταξίδι μέσα στο ταξίδι αφηγείται.  Σαν ένα ψέμα που είναι αληθινό, σαν νοσταλγία που δεν πέρασε η μπογιά της και δεν έγινε ποτέ ξένη και χωρίς χρώμα, όλα κυριολεκτικά γυρίζουν. Αναγκαστικά και οι συγκρίσεις των συναλλαγών και τα δυο χώματα που κατοικείς και υπάρχεις, ανοιγοκλείνουν συνομιλίες. Μα συνεχίζεις να ψιθυρίζεις το φως και τον ιδρώτα Καμμιά φορά όταν και τα τραγούδια σε συναντούν σε κάποια τους στροφή βρίσκεις την θέρμη και το είναι σου σε ταξίδι χωρίς δεύτερη σκέψη  και ενδοιασμό. Όλα στο φως τα εσώψυχα γίνονται γράμμα συστημένο.

Καταλήγω με τις σκέψεις του δημιουργού των βιβλίων  «Ο μύθος  του Σίσυφου»  και του ξένου – διπλές διαδρομές γραφής – του Αλμ. Καμύ, για το φως και την ηλιοφάνεια.

Γράφει λοιπόν – εννοείται τότε που δεν υπήρχαν κοινωνικά δίχτυα και η αμεσότητα ή η ανάγκη της επικοινωνίας δεν χρειαζόντανε ναρκισσισμούς και προαπαιτούμενα  και τυπικότητες. Γράψει λοιπόν «Η τραγικότητα του μεσογειακού ήλιου έχει κάτι διαφορετικό από την τραγικότητα της ομίχλης. Έρχονται στιγμές που πάνω στην θάλασσα και στους πρόποδες των βουνών η νύχτα πέφτει μέσα στην τέλεια καμπύλη ενός μικρού κόλπου. Υψώνεται τότε πάνω από τα σιωπηλά νερά μια πλησμονή γεμάτη αγωνία.  Σε αυτά τα μέρη μπορείς να καταλάβεις πώς αν οι Έλληνες άγγιξαν την απελπισία, το έκαναν πάντα με την συνδρομή της ομορφιάς, και η ομορφιά αποκτούσε τότε μια δύναμη καταπιεστική.  Μέσα σε αυτή την χρυσωμένη δυστυχία και η τραγωδία θριαμβεύει. Αντίθετα. η εποχή μας εξέθρεψε την απόγνωση της στην ασχήμια και στην αναστάτωση. Έχουμε εξορίσει την ομορφιά και οι Έλληνες για χάρη της πήραν τα άρματα. Διαφορά πρώτη, που έρχεται όμως από μακριά. Η ελληνική σκέψη χαράχτηκε πάντα πάνω στην ιδέα του περιορισμένου. Τίποτε δεν εξώθησε ως τα άκρα, ούτε τα ιερά, ούτε η λογική, γιατί τίποτε δεν αρνήθηκε ούτε τα ιερά, ούτε την λογική. Αποκάλυψε τα πάντα εξισορροπώντας τη σκιά με το φως».

Μια κατάφαση ζωής που οι ωσμώσεις της διαρκούν. Μέχρι και στο σήμερα μας ορίζουν. Πάντοτε άλλωστε το σημείο συνάντησής μας με το φως και τα πρόσωπα είναι σύνορο και ταυτότητα και εισιτήριο ταξιδιού που δεν έχει λήξει.

Μια ακόμη διαρκής έκπληξη, που φωτογραφίζει του χρόνου τις συναντήσεις και τις γραμμές μας, μας συναντάει και εδώ, ακόμη και αν στις νύχτες του εδώ ημισφαιρίου που ταξιδεύουν σε άλλες θερμοκρασίες, αυτό το φως σε όλες τις αποχρώσεις του, είναι μια ανανέωση. Σαν γράμμα συστημένο στην πόρτα και στην ανάμνησή σου.

 


 

[Χρήστος Νιάρος – Ας γνωριστούμε]

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Όσοι αγαπάτε τη γραφή και μ’ αυτήν εκφράζεστε, είστε ευπρόσδεκτοι στη σελίδα μας. Μέσω της γραφής δημιουργούμε, επικοινωνούμε και μεταδίδουμε πολιτισμό. Φροντίστε τα κείμενά σας να έχουν τη μορφή που θα θέλατε να δείτε σε αυτά σαν αναγνώστες. Τον Μάρτιο του 2016 ίδρυσα τη λογοτεχνική ιστοσελίδα «Λόγω Γραφής», με εφαλτήριο την αγάπη μου για τις τέχνες και τον πολιτισμό αλλά και την ανάγκη ... περισσότερα

Αρχειοθήκη