«Είκοσι δύο του Απρίλη», ένα διήγημα της Κωνσταντίνας Βαληράκη

Άρχισε να ετοιμάζεται με  καλή διάθεση να βγει για την καθημερινή έξοδό του. Απόγευμα άνοιξης, προς σούρουπο, με έναν ήλιο να ροδίζει τη δύση, να βάφει τη θάλασσα στα χρώματα του δειλινού και να στραφταλίζει τα μικρά καΐκια.

Είχε όπως πάντα φροντίσει για την εμφάνισή του. Ελαφρά ρούχα, ανέμελο καπέλο και ας μην το απαιτούσε το γέρμα της ημέρας και μαλακά παπούτσια περιπάτου. Επιμελημένη ατημελησία  στα πλούσια μαλλιά, που άρχισαν εδώ και πολύ καιρό τώρα να παίρνουν εκείνο τα γκρι χρώμα, που προσδίδει  τόση γοητεία, όταν συνδυάζεται  με παρουσιαστικό γοητευτικό, ίσως και αριστοκρατικό, όπως το δικό του.

Πρόσεχε πάντα να είναι άψογος, του άρεσε να είναι καλοντυμένος. Καλογυαλισμένα παπούτσια, ρούχα τέλεια συνταιριασμένα να συνοδεύουν μια πολύ καλή και ευχάριστη διάθεση, όταν κυρίως θα βρεθεί με  εκείνη,  στη βραδινή συνάντησή τους.

Πριν το μεσημεριανό γεύμα του συνηθίζει να χάνεται στις νότες χαϊδεύοντας απαλά τα πλήκτρα του πιάνου.

Σήμερα αφέθηκε πάλι στην εξαίσια μουσική του waltz No. 2 του Ντμίτρι Σοστακόβιτς.

Αχ αυτές οι νότες! Τι μνήμες πάντα του ξυπνούν… Μπορεί να χάνεται με τις ώρες στο άκουσμά τους. Αρέσει πολύ η μουσική και σε εκείνη. Δεν κουράζεται ποτέ να τον ακούει να παίζει αυτές τις αγαπημένες νότες στο πιάνο. Κάποια φορά της είπε ότι ο δημιουργός τους θα πρέπει να είχε στο νου του μια μορφή σαν τη δική της για να τις εμπνευστεί. Εκείνη τότε χαμογέλασε και του είπε ότι είναι ευτυχισμένη.

Πώς του αρέσει το χαμόγελό της! Μικρά λακκάκια σχηματίζονται δεξιά και αριστερά στα λευκά της μάγουλα, φωτίζονται τα γαλάζια μάτια της, την κοιτάζει και νομίζει ότι η αγαπημένη του έχει ξεφύγει από κάποιο πίνακα του Σάντρο Μποτιτσέλι.

Αχ και να ζούσε η μητέρα, να την έβλεπε. Είναι σίγουρος, θα της άρεσε πολύ. Έτσι όμορφη ήταν και εκείνη, με κατάλευκη επιδερμίδα, τεράστια μελιά μάτια και μια περπατησιά, της ελαφίνας. Ο πατέρας τη λάτρευε, δεν έχανε ευκαιρία να εκθειάζει τις χάρες της και την ομορφιά της. Εκείνη δεν ήταν ιδιαίτερα εκδηλωτική. Σπάνια  τη θυμόταν να είναι απλόχερη σε κινήσεις θαυμασμού ή επιδοκιμασίας.

Τον ίδιο συνήθιζε να τον αντιμετωπίζει με υπαινιγμούς για τη μετριότητα των επιτεύξεών του και  παραινέσεις  για βελτίωση των στόχων του.

Ο ίδιος είναι αλήθεια πως δεν είχε υψηλές βλέψεις. Αγαπούσε από μικρός τη μουσική, έπαιζε όμορφα πιάνο, έτσι τουλάχιστον έλεγε η δασκάλα της μουσικής,  η κυρία Μαρούσκα, που τον παρότρυνε, να ασχοληθεί ουσιαστικά με τη μουσική. Η μητέρα όμως πίστευε πως θα έπρεπε να έχει άλλους στόχους, αν ήθελε να γίνει σπουδαίος και να συναναστρέφεται επίσης σπουδαίους,  εάν βέβαια,   μπορούσε και ήθελε να το κατορθώσει.

Μα ναι! Το ήθελε πολύ και ο ίδιος να ανταποκριθεί, να μην απογοητεύσει τις επιθυμίες της μητέρας. Ήθελε πάντα να την ευχαριστεί, ακόμη και αν ένοιωθε αδύναμος, όπως ο πατέρας, ένας μικρός ταπεινός, δίπλα στο μεγαλείο της έπαρσής της.

Είναι σίγουρος ότι αν η μητέρα γνώριζε την Αλεξάνδρα θα τον επιβράβευε για την επιλογή του. Η Αλεξάνδρα του έχει  τη δύναμη της ομορφιάς, όπως κι εκείνη, με τη διαφορά όμως ότι  αυτή είναι τόσο γλυκιά μαζί του, τον αγαπάει πολύ και ποτέ δεν του ζητάει να γίνει διαφορετικός, από ό,τι ο ίδιος θέλει και μπορεί.

Στον απογευματινό ύπνο του την είχε πάλι ονειρευτεί. Φρόντιζε πάντα να γαληνεύει το απομεσήμερο. Ήθελε να είναι ξεκούραστος όταν τη συναντάει και αυτή η βραδινή συνάντηση κρατάει  χρόνια. Όχι ακριβώς βραδινή, λίγο πριν τη δύση του ηλίου τους αρέσει να βρίσκονται, για να μιλούν και να θυμούνται και να σχεδιάζουν. Κυρίως να σχεδιάζουν, δηλαδή ο ίδιος σχεδιάζει και μιλά. Στην Αλεξάνδρα αρέσει να τον κοιτάζει με εκείνα τα γλυκά, τα γαλανά της μάτια, που όσα χρόνια και αν περάσουν από τότε που τη γνώρισε δεν ξεθώριασαν και δεν έπαψαν να του θυμίζουν ασυννέφιαστο ουρανό, που καθρεφτίζεται στη θάλασσα και θεϊκά τη χρωματίζει.

Του αρέσει να της θυμίζει συχνά τη γνωριμία τους,  εκείνο το σούρουπο της άνοιξης, που άνοιξε ένας υπέροχος νέος κύκλος στη ζωή τους. Του αρέσει να θυμάται πως άλλαξε η δική του  ζωή, αφότου τη γνώρισε. Πόση ευτυχία του χαρίστηκε, πόσα όνειρα άρχισε να κάνει, που τα είχε  σχεδόν ξεχασμένα.

Θυμάται, δεν μπορεί να ξεχάσει, σούρουπο ήταν πάλι, που περπατούσαν ξέγνοιαστοι και ανέμελοι με το χέρι της στο δικό του χέρι και με τα ξανθά μαλλιά ριγμένα ελαφρά πάνω του,  έτσι όπως είχε γείρει το όμορφο κεφάλι της στον ώμο του.

Δεν πρόφτασε να καταλάβει τι συμβαίνει, πρόφτασε μόνο να δει τον τρόμο στα μάτια της κι εκείνο τον κρότο να τρυπάει τα αυτιά του, να εισχωρεί στο κεφάλι του, να του διαλύει τη σκέψη. Δεν καταλάβαινε ούτε όταν άνοιξε τα μάτια του με δυσκολία, μη ξέροντας και μη θέλοντας να ξέρει που βρίσκεται, ακόμη  και όταν εκείνη η γλυκιά νοσοκόμα του είπε ότι νοσηλεύεται  σε νοσοκομείο, ότι ήταν μέρες σε κώμα και πως από μεγάλη τύχη έζησε. Το τρομοκρατικό χτύπημα, που έγινε στο σημείο που πέρναγαν, λίγο έλειψε να του στοιχίσει τη ζωή. Δεν θυμόταν τίποτε, μόνο ένα κρότο άκουγε  συνέχεια να του τρυπάει το κεφάλι και τα αυτιά του. Άνοιγε μετά από διαστήματα τα μάτια του και  τα έκλεινε ξανά κουρασμένος.

Σε ένα ξύπνημά του σηκώθηκε έντρομος, φώναξε τη νοσοκόμα και με απελπισία ρώτησε για εκείνη. Την παρακάλεσε να μάθει και να του πει, πού βρισκόταν, αν ήταν καλά. Την περιέγραψε με δυσκολία γιατί δύσκολα μπορούσε να μιλήσει. Λίγο   πριν κλείσει ξανά τα μάτια του πρόφτασε να συμπληρώσει την περιγραφή στη νοσοκόμα, για τα γαλανά μάτια εκείνης και το όνομα της. «Αλεξάνδρα» της είπε, να μην το ξεχάσει. Η νοσοκόμα τον καθησύχασε και του είπε πως πρέπει οπωσδήποτε να ηρεμήσει.

Δεν θέλει να το θυμάται εκείνο το σούρουπο του Απρίλη, είκοσι δύο του μήνα, δεν θέλει και δεν μπορεί να απαλλαγεί από εκείνον τον φοβερό κρότο, που σφηνώθηκε λες μέσα στο μυαλό του και αν δεν  υπήρχαν τα γαλανά μάτια εκείνης, θα ήθελε να  το σβήσει για πάντα από τη μνήμη του, αλλά δεν το μπορούσε. Όμως ήταν και εκείνη μαζί του, δίπλα του, του κρατούσε το χέρι, τα μαλλιά της μύριζαν λεμονανθούς,  πώς μπορούσε να το ξεχάσει, ένα όμορφο λουλούδι ήταν η ίδια. Δεν χόρταινε τότε να την κοιτάζει. Δεν χορταίνει και τώρα να την κοιτάζει, να βυθίζεται στα γαλανά της μάτια, να την αγαπάει.

Το καταλαβαίνει και η ίδια πως την αγαπάει πολύ, είναι όμως επιφυλακτική, όταν της ζητάει να επισημοποιήσουν τη σχέση τους, να ζήσουν μαζί, για να μπορεί να την έχει συνέχεια δίπλα του, να τη φροντίζει, να τη νοιάζεται. Είναι τόσο εύθραυστη η αγαπημένη του, σίγουρα η φροντίδα του θα την ωφελήσει. Απόψε σκέπτεται να της το υπενθυμίσει. Δεν θέλει να την πιέζει, από αγάπη της το ζητάει.

Είναι όμως αισιόδοξος, την τελευταία φορά, που της το ξαναείπε, πάει καιρός τώρα, δεν την είδε και πολύ επιφυλακτική.

Κοίταξε μέσα από την κουρτίνα, είχε αρχίσει να σουρουπώνει, καιρός να φεύγει, αρκετά με τις σκέψεις. Έχει καιρό, όταν σε λίγο συναντηθούν, να της μιλήσει για αυτές. Σίγουρα θα τον ακούσει με προσοχή, έτσι κάνει πάντα. Εκείνος μιλάει, μιλάει και εκείνη τον ακούει με προσοχή και τον κοιτάζει με εκείνα τα υπέροχα γαλανά της μάτια. Τι όμορφη που είναι η νεράιδα του, τον κάνει τόσο ευτυχισμένο.

Είχαν συμφωνήσει με την Αλεξάνδρα, σούρουπο να βρίσκονται πάντα, γιατί τους θύμιζε πως μια τέτοια ώρα, ημέρα των γενεθλίων της ίδιας,  δύο  άνθρωποι αγαπημένοι   ακούμπησαν  στοργικά ο ένας στον άλλο, με τρυφεράδα μοίρασαν τις σκέψεις τους, και τις ζωές τους.

Και εκείνος ο κρότος μια τέτοια μέρα, πώς ήταν δυνατόν, να  τους απειλήσει και να  τους σκιάξει. Εκείνη πάντα χαμογελάει και τον κοιτάζει γλυκά  ίσια στα μάτια, όταν της το θυμίζει.

Εκείνη, η Αλεξάνδρα, η δική του Αλεξάνδρα, με τη δροσιά των είκοσι δύο χρόνων της, με τη δροσιά του Απρίλη, του μήνα που γνωρίστηκαν.

Μήνα Απρίλη είχε παράλληλα γεννηθεί εκείνη, στις  είκοσι δύο σαν και τα χρόνια της και πάντα του το υπενθυμίζει, γιατί θεωρεί  τύχη, όπως του λέει , όλες αυτές τις συγκυρίες.

Από τον κήπο της μικρής μονοκατοικίας του, του ήλθαν ήχοι καλλικέλαδων πουλιών και τον συνέφεραν από τους ρεμβασμούς. Έπρεπε να βιαστεί, αν  δεν ήθελε να καθυστερήσει.

Ποτέ δεν αργεί. Ξέρει από το πρωί  τι θα φορέσει στη βραδινή του έξοδο, τα πάντα είναι προκαθορισμένα, τα σχεδιάζει όλη την ημέρα, μετρώντας τις ώρες που περνούν,  μέχρι να βρεθούν.

Το μεσημεριανό του όνειρο σήμερα ήταν λίγο παράξενο. Θα της το διηγηθεί αργότερα, που θα βρεθούν.

Φορούσε,  λέει, ένα μεταξωτό λευκό φόρεμα, που έφθανε μέχρι το έδαφος και περπατούσε αργά, νωχελικά. Μάλλον δεν περπατούσε, κυλούσε σε ένα μαρμάρινο διάδρομο, εκείνος την ακολουθούσε και τη φώναζε με το όνομά της, αλλά η ίδια  φαινόταν να μην τον ακούει και συνέχιζε να περπατά με το λευκό της φόρεμα, να θροΐζει στην περπατησιά της. Τα ξανθά μαλλιά της, που συνήθιζε να τα μαζεύει σε ένα κομψό  σινιόν, τα είχε αφήσει να κυματίζουν στους ώμους της και ελαφρά να τα απαλοχαϊδεύει το αεράκι του σούρουπου. Ήταν μαγική η εικόνα στο όνειρό του, μολονότι του προκαλούσε λύπη η παγερότητά της. Θα της το έλεγε και τρυφερά θα της παραπονιόταν για αυτή τη συμπεριφορά της. Εκείνη σίγουρα θα γελούσε, με εκείνο το μοναδικό χαμόγελο της, θα του χάιδευε  τα μαλλιά και θα του έλεγε, ότι δεν πρέπει να πιστεύει στα όνειρα, γιατί είναι παραπλανητικά και  ότι μόνο λύπη μας προκαλούν.

Ξέρει  πάντα εκείνη να τον παρηγορεί και να του κατευνάζει τις ανησυχίες του. Δεν χρειάζεται  πολύ να προσπαθήσει. Αρκεί μόνο  ένα χαμόγελό της, να στρέψει πάνω του τα γαλανά της μάτια και να εξαφανισθούν δια μιας όλες οι σκιές, που βαραίνουν συχνά τη σκέψη του.

Όμορφη  νεράιδα την έλεγε πάντα και έτσι ακόμη την αποκαλεί κι εκείνη χωρίς να μιλά,  πάντα του χαμογελά  και με το βλέμμα της του γνέφει  για τίποτε να μη φοβάται. Σίγουρα δεν φοβάται όταν του χαμογελά  κι ας έχει  ζήσει τόσους φόβους στη ζωή του από την παιδική ακόμη ηλικία του. Δεν θέλει να τους θυμάται, όπως και τόσα άλλα δεν θέλει να σκέπτεται, γιατί δεν ήταν η ζωή του εύκολη και ευθεία.

Δύσβατη θα την  έλεγε ίσως και ανυπόφορη μέχρι που ένοιωσε στέρεο τοίχο να ακουμπήσει, όταν  εκείνη  έριξε πάνω του σαν ανοιξιάτικη δροσοσταλίδα  το υπέροχο βλέμμα της  και τον έκανε δυνατό και άτρωτο στον πόνο. Ανθεκτικό με όλες τις ευαισθησίες και τις αδυναμίες του, που από παιδί  τις είχε συντροφιά του και εκείνες δεν τον εγκατέλειπαν και ας ελπίζει πάντα ο ίδιος πως θα τον ξεχάσουν.

Εκείνη ήταν και είναι πάντα δυνατή και του υπενθυμίζει με κάθε τρόπο τη δύναμη της ακόμη και όταν δεν την βλέπει, ακόμη και όταν δεν μιλάνε. Έχει ένα τρόπο αυτή να τον καθησυχάζει και να του διώχνει τις αμέτρητες ανησυχίες, που τον τυραννούνε και του σκιάζουν τον ύπνο του, με σκοτεινά όνειρα.

Βλέπει συχνά το ίδιο όνειρο σαν το σημερινό ότι εκείνη φεύγει και δεν απαντά στο κάλεσμα του και γίνεται μια τόση δα μικρή κουκίδα στον ορίζοντα η μορφή της.  Εκείνος τότε ξυπνά ανήσυχος, δεν τον παίρνει ο ύπνος και αρχίζει να μετρά τις ώρες, που θα βρεθούν για να της πει με παράπονο, χαϊδεύοντας της τα κυματιστά μαλλιά, πως δεν τον νοιάζεται στα όνειρά του και τον αφήνει να υποφέρει. Και είναι πολλές οι ώρες μέχρι να βρεθούν, αλλά εκείνος υπομονετικά περιμένει μέχρι τη συνάντησή τους, για να του ξορκίσει όλες τις ανησυχίες του.

Άρχισε να ντύνεται βιαστικά. Δεν εμπιστεύεται τον εαυτό του όταν αρχίζει να ονειροπολεί, δεν έχουν  τελειωμό οι διαδρομές του. Για απόψε είχε διαλέξει το ελαφρύ μπεζ παντελόνι με το λευκό πουκάμισο. Θα έπαιρνε κι ένα ελαφρύ φούτερ να ρίξει στους ώμους του. Τα τελευταία απογεύματα ήταν λίγο δροσερά, ήθελε να είναι άνετος, όταν βρίσκονται. Σίγουρα δεν θα είχε ξεχάσει κι εκείνη να ρίξει στους ώμους της τη λευκή εσάρπα, που της έχει χαρίσει στα γενέθλιά της και της άρεσε πολύ. Έτσι του είχε πει κι εκείνος χαιρόταν, που δεν είχε λαθέψει  στην επιλογή του.

Ήταν περασμένα μεσάνυχτα όταν γύρισε ευχαριστημένος στο σπίτι. Τον είχε μαγέψει όπως πάντα η κουβέντα τους και η πολύτιμη συντροφιά της. Εκείνη, ήταν πανέμορφη με τα ξανθά μαλλιά της λυτά στους ώμους της και το μακρύ φόρεμα της περίπου όπως αυτό, με το οποίο συνήθως την ονειρεύεται. Χάρηκε και της το είπε, που εκείνη δεν είχε παραλείψει να ρίξει στους ώμους της την εσάρπα, που της έχει χαρίσει. Εξάλλου αυτές οι βραδινές δροσούλες ήταν επικίνδυνες για να κρυολογήσει κάποιος. Τώρα που έχουν  μεγαλώσει, πρέπει  να προσέχουν περισσότερο. Ποτέ δεν της υπενθύμισε το μεγάλωμά τους, ήθελε πάντα να τη νοιώθει νέα και γαλανή.

Κοιμήθηκε ήσυχα, η αποψινή συνάντησή τους του έφερε μια παράξενη γαλήνη και ανάπαψη ψυχής.

Γαλήνη και ανάπαψη έγραφε και μια πλάκα χιλιόμετρα μακριά από τον ύπνο του,   για  μια γαλανή νεράιδα, την Αλεξάνδρα, ετών είκοσι δύο, γεννημένη στις είκοσι δύο επίσης μήνα Απρίλη, όταν  ένας φρικτός κρότος από δράση  τρομοκρατών χρόνια πριν, μέρα των γενεθλίων της, έκοψε το άνθος της νιότης της.

Αυτός και στον αποψινό ύπνο του εκείνη πάλι  θα ονειρευόταν και θα περίμενε υπομονετικά το επόμενο σούρουπο, για να τη  συναντήσει…

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα, με την οικογένειά της, στο Μουζάκι Καρδίτσας. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Επί σειρά ετών εργάσθηκε σε θέσεις ευθύνης σε πολυεθνικές εταιρείες. Από τον Μάρτιο του 2016 λειτουργεί ως διευθύντρια τη λογοτεχνική ιστοσελίδα «Λόγω Γραφής» www.logografis.gr ...περισσότερα

Αρχειοθήκη