«Δέξαι μου τὰς πηγὰς τῶν δακρύων», ένα διήγημα της Νίκης Μπλούτη Καράτζαλη

-Φύγε μωρέ από κει… Δε βλέπεις που άσπρισα;  Φώναξε η Κατίνα στην κόρη της, φοβερίζοντάς την με την μπατανόβουρτσα.

Η μικρή σκιάχτηκε με τη αγριοφωνάρα της. Έκανε δυο βήματα πίσω για να μην πατήσει στον φρεσκοβαμμένο ασβέστη.

-Αν λερώσεις τα καινούργια σου παπούτσια θα φας και ξύλο από πάνω, να το ξέρεις… Μουρμούρισε η μάνα της σκύβοντας ξανά στη δουλειά της.

Η μικρή, για να την καλοπιάσει, άρχισε πάλι τις ερωτήσεις.

-Ποιανού είναι αυτό το μνήμα μαμά; Τον ξέρουμε αυτόν τον παππού; Τη ρώτησε καθώς κοίταζε τη ξεθωριασμένη φωτογραφία του ηλικιωμένου που ήταν δίπλα στο καντηλάκι.

Η μάνα της δεν της απάντησε. Συνέχισε να βουτάει τη βούρτσα στον ασβέστη και να περνάει το τσιμέντο που υπήρχε γύρω απ’ τον τάφο.

-Άμα τελειώσεις από δω θα πάμε και σε κείνο το όμορφο μνήμα που πήγαμε προχθές κι ανάψαμε το καντηλάκι;

-Ποιο λες μωρέ; Τη ρώτησε η Κατίνα και σήκωσε το κεφάλι της για να κάνει νόημα στη μικρή να κάνει πιο πίσω.

-Σ’ αυτή την όμορφη κοπέλα που είχε στη φωτογραφία… Γιατί πέθανε τόσο νέα αυτή μαμά; Εσύ τη γνώριζες; Συνέχισε η μικρή Μαρία να τριβελίζει τη μάνα της με ερωτήσεις.

-Άμα καθίσεις ήσυχα να τελειώσω, το βράδυ θα σου πω την ιστορία αυτής της όμορφης κοπέλας… Της απάντησε εκείνη.

Η μικρή βαριόταν. Κάθισε στο διπλανό πεζούλι και συνέχισε να μιλάει στη μάνα της.

-Θέλεις να σου πω την ιστορία, που μου είπε χθες η νονά μου;

-Πες την… Μονάχα κοίτα μην ξαναπατήσεις στον ασβέστη και μ’ αναγκάσεις ν’ αρχίσω απ’ την αρχή, της είπε η μάνα της.

-Η Μεγάλη Τρίτη είναι αφιερωμένη στο καθάρισμα των σπιτιών. Σε άλλα μέρη σήμερα ετοιμάζουν τα κουλούρια και τα τσουρέκια, εμείς όμως το έχουμε  έθιμο στον τόπο μας και το κάνουμε τη Μεγάλη Πέμπτη. Σαν σήμερα οι δέκα παρθένες βγήκαν να υποδεχθούν το Νυμφίο κρατώντας από ένα λυχνάρι η κάθε μια. Οι πέντε απ’ αυτές ήταν σώφρονες και είχαν φροντίσει να πάρουν επιπλέον λάδι μαζί για το λυχνάρι τους σε περίπτωση που χρειαστεί. Περιμένοντας το Νυμφίο, ο οποίος άργησε να έρθει, οι παρθένες κοιμήθηκαν. Αργά τη νύχτα ακούστηκε μια φωνή να λέει: «Ιδού ο Νυμφίος έρχεται εν τω μέσω της νυκτός». Τότε, αυτές ξύπνησαν και έτρεξαν να τον συναντήσουν. Οι πέντε γνωστικές παρθένες, έβαλαν λάδι στα λυχνάρια τους και πήγαν, ενώ οι άλλες πέντε οι μωρές, οι άμυαλες δηλαδή, έχασαν την ευκαιρία αφού δεν είχαν λάδι. Σύμφωνα με τον Ιησού, λέει η νονά, έτσι είναι και η Βασιλεία των ουρανών, όποιος φροντίσει από πριν για την ψυχή του θα εισέλθει στο Βασίλειο του Νυμφίου… Σου άρεσε μανούλα;

-Μωρέ μπράβο! Πώς τα θυμάσαι πουλάκι μου όλα αυτά; Την επιβράβευσε στο τέλος η Κατίνα μ’ ένα πλατύ χαμόγελο.

Είναι περήφανη για την κόρη της. Ροδάνι πάει η γλώσσα της. Η δασκάλα της έχει να το λέει για το πόσο καλό και υπάκουο παιδί είναι. Προσέχει στην τάξη και θυμάται τα πάντα. «Εεε, είναι απ’ το λάδι που της έριξες, Ευγενία μου. Μακάρι όταν μεγαλώσει να καταφέρει να σπουδάσει κι αυτή, όπως εσύ, και να φύγει για πάντα απ’ αυτόν τον βρωμότοπο…» είχε πει η Κατίνα στην κουμπάρα της, τις προάλλες, που είχε πάει στο σπίτι τους με τα Πασχαλινά δώρα της μικρής.

Η Ευγενία είχε διοριστεί στο χωριό τους πριν έξι χρόνια. Στον τρίτο χρόνο παντρεύτηκε τον δάσκαλο, τον γιο του Προέδρου κι έμεινε για πάντα κοντά τους. Η Κατίνα της φρόντιζε το σπίτι. Μαγείρευε και της καθάριζε. Από τότε γίνανε καλές φίλες. Κι όταν ήρθε η ώρα να βαφτίσει τη μοναχοκόρη της, η Ευγενία της ζήτησε να γίνει η πνευματική της μητέρα. Πόσο συγκινήθηκε τότε η Κατίνα, δε λέγεται!

Οι γυναίκες του χωριού δεν τη θεωρούσαν άξια για φιλενάδα τους. Γι’ αυτό κι αυτή μιλούσε μονάχα στους άντρες. Πολλές φορές φλέρταρε και με όσους της άρεσαν, για να τους μπει στο μάτι. Αλλά ως εκεί. Αρκετά είχε ζεματιστεί με το λεβεντόπαιδο που την παράτησε με την κοιλιά στο στόμα, να τα βγάλει πέρα μόνη της. Οι κακές οι γλώσσες δεν έπαψαν στιγμή να την εμπαίζουν και να συζητάνε πίσω απ’ την πλάτης της για το «μούλικο» που της άφησε αμανάτι ο λεγάμενος. Η Κατίνα όμως, δεν ήταν κουτσομπόλα. Είχε για όλους ράμματα για τη γούνα τους αλλά ποτέ δεν έβγαλε μιλιά για κανέναν. Κι ας την προγκούσαν πολλές φορές με όσα τη στόλιζαν αυτή και το παιδί της. Δεν την ένοιαζε, πάντως. Δεκάρα δεν έδινε για τα σχόλια που έκαναν εις βάρος της.  Έκλεινε τ’ αυτιά της κι αφοσιωνόταν  στη δουλειά της.

Πολλές φορές της έλεγε ο άντρας της να την παρατήσει πια αυτή τη δουλειά. Δεν είχαν ανάγκη απ’ τις ψωροδεκάρες που της έδιναν να ανάβει τα καντήλια και να φροντίζει τα ξένα μνήματα. Ας πήγαινε μονάχα στα σπίτια. Η Κατίνα όμως ούτε να τ’ ακούσει δεν ήθελε. Της άρεσε αυτό που έκανε. Από μικρή την έπαιρνε κοντά η μάνα της στο νεκροταφείο και τη βοηθούσε κιόλας. Μες στην ορφάνια μεγάλωσε κι αυτή, όπως η κόρη της. Δεν γνώρισε πατέρα. Ευτυχώς όμως, το κοριτσάκι της στάθηκε τυχερό. Βρέθηκε αυτός ο άγιος άνθρωπος, ο Ανέστης, και τις τακτοποίησε και τις δυο. «Άγιος άνθρωπος, αρνάκι του Θεού Ευγενία μου…» το έλεγε και το ξανάλεγε η Κατίνα στη μοναδική της φίλη και κουμπάρα.

Από τότε που ήρθε πιο κοντά με τον Ανέστη, σταμάτησε και να μιλάει στους άλλους άντρες. Όχι πως της έκανε εκείνος παρατήρηση, αλλά επειδή εκείνη το ήθελε. Κορόνα στο κεφάλι της τον είχε μετά απ’ αυτό που της πρότεινε. «Θέλεις να παντρευτούμε; Για να έχει ένα όνομα η μικρή, παιδί μου. Μονάχα γι’ αυτό. Δε θα σε πειράξω ποτέ, στ’ ορκίζομαι!» της είχε πει μια μέρα που καθάριζε το σπίτι του. Η Κατίνα έμεινε άναυδη να τον κοιτάζει με το ξεσκονόπανο στο χέρι. Τον γνώριζε χρόνια τον Ανέστη. Την είχε πάει η μάνα της στο σπίτι του για ν’ αναλάβει το καθάρισμα και το μαγείρεμα. Της είχε πει κιόλας γι’ αυτόν, πως είναι είναι ο πιο καλός άνθρωπος του χωριού και να μην τον φοβάται. Γι’ αυτό κι είχε ξεθαρρέψει μαζί του απ’ την αρχή. Κουβέντιαζαν με τις ώρες σαν δυο καλοί φίλοι, παρά τα χρόνια που τους χώριζαν. Εβδομήντα αυτός, τριάντα πέντε η Κατίνα. Τα μισά του χρόνια είχε, όταν εκείνος της πρότεινε τον γάμο. Κι αυτή δε δίστασε καθόλου να του πει το ναι. Όλο το χωριό στράφηκε εναντίον τους. Πέσαν όλοι πάνω της να τη φάνε. Και τι δεν άκουσε. Αυτή όμως μονάχα το παιδί της σκέφτηκε. «Κανένας δε θα το λέει πια ‘μπάσταρδο’» είχε πει από μέσα της ευχαριστημένη. Οι συγγενείς του Ανέστη, έκαναν τα πάντα να του αλλάξουν γνώμη αλλά δεν κατάφεραν τίποτα. «Να μη φοβάσαι κανέναν, όσο είμαι ακόμα ζωντανός. Και να πεθάνω όμως, να είσαι βέβαιη πως θα σε τακτοποιήσω. Όλα δικά σας θα είναι. Δε χρωστάω τίποτα σε κανέναν».

Ο νεκροθάφτης ήρθε δίπλα τους  και τις χαιρέτησε. Η Κατίνα δε σήκωσε το κεφάλι της. Του σφύριξε μια καλημέρα μέσα απ’ τα δόντια της και συνέχισε τη δουλειά της. Καθόλου δεν το χώνευε αυτό το τομάρι. Είχαν ακουστεί τόσα για τις ανωμαλίες του στο χωριό, που κανένας δεν τον πλησίαζε. Κυκλοφορούσε λένε στον κήπο του ολόγυμνος ο σαρδανάπαλος κι αν περνούσε καμιά γυναίκα ή κανένα παιδί, τους έδειχνε το πράμα του και γελούσε. Είχε ξεσηκωθεί όλος ο κόσμος να τον διώξουν απ’ το χωριό αλλά ο παπάς ήταν ανένδοτος. «Φτωχός και σαλεμένος είναι, τι να κάνουμε; Δεν έχει πειράξει κανέναν. Αφήστε τον να παίρνει δυο παράδες να τρώει…» έλεγε στον κόσμο για να τον λυπηθούν.

-Μαμά, μετά θα περάσουμε απ’ τη νονά να με δει με τα καινούργια μου παπούτσια; Τη ρώτησε η μικρή, μόλις έφυγε ο γεροξεκούτης.

Το μυαλό της Κατίνας ταξίδευε στα δικά της. Εντάξει, τέλειωσε με το άσπρισμα.

«Όλα καλά» μονολόγησε κάνοντας δυο βήματα πίσω για να ελέγξει.

-Μαμά, δε μ’ ακούς που σου μιλάω; Θα πάμε; Δυο βήματα είναι το σπίτι της νονάς από δω… Επέμενε η κόρη της τραβώντας το φουστάνι της.

-Θα δούμε… Κάτσε να τελειώσω και τ’ άλλο μνήμα μωρέ, μη βιάζεσαι. Άντε πήγαινε ν’ ανάψεις δυο κεράκια στο παρεκκλήσι, είναι ανοιχτά σήμερα. Και μετά να ξανάρθεις αμέσως εδώ, μ’ άκουσες; Της φώναξε η Κατίνα καθώς της έδειχνε τον καινούργιο τάφο που έπρεπε να καθαρίσει.

Ξεκίνησε πρώτα με το καντηλάκι του νεκρού και το πλύσιμο του μαρμάρου. Έπιασε τον κουβά να πάει να τον γεμίσει με νερό κι εκείνη ακριβώς την ώρα μια μαύρη σκέψη πέρασε απ’ το μυαλό της. Πού την άφησε τη μικρή να πάει μονάχη της; Θες να είναι στην εκκλησιά αυτός ο ανώμαλος; Αναρωτήθηκε και πέταξε τον κουβά μακριά της. Τα πόδια της έβγαλαν φτερά. Η καρδιά της χτυπούσε ακανόνιστα. Από μακριά τον πήρε το μάτι της καθισμένο στο πεζούλι με το παιδί στην αγκαλιά του.

«Βιολέτααα…» φώναξε σαν αλλοπαρμένη καθώς έτρεχε να προλάβει το κακό. Η μικρή γύρισε το κεφάλι της σαν άκουσε τη μάνα της να ουρλιάζει κι αυτός συνέχιζε να της χαϊδεύει τα πόδια και να σηκώνει το φουστανάκι της. Δεν πτοήθηκε καθόλου με τις φωνές της. Μονάχα χαμογελούσε και συνέχιζε… Δυο βήματα τους χώριζαν ακόμα όταν είδε η Κατίνα πως είχε ξεκουμπώσει το παντελόνι του και με το ένα του χέρι κρατούσε το πράμα του. Αμέσως πρόσταξε τη μικρή να φύγει και να τρέξει στη νονά της. Εκείνη σαστισμένη απ’ τη φωνή της μάνας της το έβαλε στα πόδια. Αυτός δεν κουνήθηκε απ’ τη θέση του. Ούτε μια κίνηση δεν έκανε να σκεπαστεί μπροστά της. Μονάχα χαμογελούσε και την κοίταζε. Η Κατίνα οργισμένη έψαχνε γύρω της να βρει κάτι ν’ αρπάξει να του το φέρει στο κεφάλι. Ακριβώς δίπλα του είχε παρατήσει το φτυάρι του κι ένα σκεπάρνι. Δεν έχασε καιρό. Έσκυψε κι άρπαξε το σκεπάρνι με μια γρήγορη κίνηση πριν εκείνος προλάβει ν’ αντιδράσει. Ύστερα σήκωσε και τα δυο της χέρια και του το έφερε με δύναμη στο κεφάλι, έτσι όπως ήταν καθισμένος ακόμα στο πεζούλι μπροστά της. Ακούστηκε ένα δυνατό γκαπ, λες και χτυπούσε στο τσιμέντο. Το αίμα ανάβλυσε ζεστό και πετάχτηκε στη ζακέτα της. Ένιωθε την καρδιά της έτοιμη να σπάσει απ’ την τρομάρα της. Τον άφησε στον τόπο. Κοίταξε σαν χαμένη ξανά γύρω της να ελέγξει αν την πήρε κανένας χαμπάρι. Ησυχία. Από κάπου μακριά έφταναν οι κουβέντες δυο γυναικών που φρόντιζαν κι αυτές τους δικούς τους. Έβγαλε αμέσως τη λερωμένη ζακέτα της, τη μάζεψε κουβάρι στην αγκαλιά της  και πήρε τον δρόμο για το σημείο που παράτησε τον κουβά της. Τα χέρια της έτρεμαν ακόμα. Πήρε τον κουβά και ξαναπήγε πίσω στον τάφο που παράτησε στη μέση. Έβαλε σε μια άκρη τον ασβέστη με τη βούρτσα και μάζεψε τα υπόλοιπα πράγματά της. Πρώτα έκρυψε τη ζακέτα της μέσα στον κουβά κι από πάνω έβαλε τα απορρυπαντικά με τις πετσέτες που χρησιμοποιούσε στο καθάρισμα. Έτοιμη. Πήρε μια βαθιά ανάσα, έριξε άλλη μια ματιά γύρω της και πήρε τον δρόμο για το σπίτι της Ευγενίας που είχε στείλει τη μικρή.

Σε κάθε της βήμα τακτοποιούσε τις σκέψεις της. Σίγουρα κάποιος θα τον βρει σήμερα. Πολλές γυναίκες περιποιούνται τους τάφους τους τέτοια χρονιάρα μέρα. Γιατί να υποπτευθούν όμως αυτήν; Κανένας δε πήρε χαμπάρι τι έγινε. Μακάρι να μην ανέφερε κι η μικρή τίποτα στη νονά της. Αλλά και να το είπε, δεν τη φοβάται την Ευγενία, ούτε τον Ανέστη της. Κανένας απ’ τους δυο δεν πρόκειται να την προδώσει. Καλύτερα, κιόλας, να το μοιραστεί μαζί τους για να ξαλαφρώσει… Ό,τι κι αν γίνει πάντως, εκείνη σε όλους τους άλλους,θα το αρνηθεί. Σιγά μην ψάξουν εξονυχιστικά ποιος σκότωσε αυτό το τομάρι. Όλοι θα καταλάβουν μόλις τον δουν ξεβράκωτο πως κάποια γυναίκα το έκανε. Αν ποτέ φτάσουν ως αυτήν, αρκεί να ομολογήσει την αλήθεια για να την αφήσουν στην ησυχία της. Ποιος θα την κατηγορήσει που υπερασπίστηκε το παιδί της; Ποιος θα πάρει το μέρος του ανώμαλου; Ίσα-ίσα, που απάλλαξε το χωριό απ’ τον βρωμιάρη, τον ξεδιάντροπο. Δε νιώθει τύψεις. Τίποτα δε νιώθει. Μόνο που τρέμουν ακόμα τα χέρια της.

Ευτυχώς έφτασε στη φιλενάδα της. Μόλις άνοιξε την εξώπορτα βρήκε την Ευγενία με το παιδί στον κήπο. Κούρευε την τριανταφυλλιά της και της έλεγε την ιστορία της Κασσιανής.

-«Ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω επ’ αυτήν». Κι όταν αργότερα ο Ιησούς βρέθηκε στο σπίτι του Σίμωνα του Φαρισαίου του λεπρού, η αμαρτωλή εκείνη γυναίκα αισθάνεται την ανάγκη να πάει να εκφράσει την ευγνωμοσύνη και την αφοσίωσή της στον Σωτήρα Χριστό. Αγοράζει αρώματα, ντύνεται ταπεινά και σεμνά και ταπεινωμένη και συντετριμμένη, με δάκρυα στα μάτια, έρχεται και πλένει τα πόδια του Ιησού και τα σκουπίζει με τα ξέπλεκα μαλλιά της. Τα δάκρυά της εκείνα, ήταν δάκρυα ελέους και συντριβής και κλαίει με πάθος να την ευσπλαχνιστεί ο Θεός της αγάπης και της συγχώρεσης. Το βράδυ που θα πάμε στην εκκλησιά θα ακούσεις το ομορφότερο τροπάριο Βιολέτα μου, αυτό της Κασσιανής…

«Δέξαι μου τὰς πηγὰς τῶν δακρύων,

ὁ νεφέλαις διεξάγων τῆς θαλάσσης τὸ ὕδωρ·

κάμφθητί μοι πρὸς τοὺς στεναγμοὺς τῆς καρδίας,

ὁ κλίνας τοὺς οὐρανοὺς τῇ ἀφάτῳ σου κενώσει.

 Καταφιλήσω τοὺς ἀχράντους σου πόδας,

ἀποσμήξω τούτους δὲ πάλιν τοῖς τῆς κεφαλῆς μου βοστρύχοις·

και θα τα σφουγγίσω πάλι με τα πλοκάμια της κεφαλής μου·

ὧν ἐν τῷ παραδείσῳ Εὔα τὸ δειλινόν,

κρότον τοῖς ὠσὶν ἠχηθεῖσα, τῷ φόβῳ ἐκρύβη.

Ἁμαρτιῶν μου τὰ πλήθη καὶ κριμάτων σου ἀβύσσους

τίς ἐξιχνιάσει, ψυχοσῶστα Σωτήρ μου;

Μή με τὴν σὴν δούλην παρίδῃς, ὁ ἀμέτρητον ἔχων τὸ ἔλεος.»

Τα μάτια της Κατίνας πλημμύρισαν δάκρυα ανακούφισης.

 


Η Νίκη Μπλούτη Καράτζαλη γεννήθηκε και μεγάλωσε στον Άγιο Γεώργιο Λιβαδειάς.  Έχει εκδώσει τρία μυθιστορήματα και δυο συλλογές διηγημάτων. Το 2020 κυκλοφόρησε το μυθιστόρημά της “Γράμματα σ’ έναν δραπέτη”, εκδόσεις Θράκα. Διηγήματά της δημοσιεύονται στο διαδίκτυο [Εντευκτήριον, book press, περιοδικό Χάρτης, περιοδικό Δίοδος, περιοδικό Θράκα, Πλανόδιον, Λόγω Γραφής, Ποιητικός Πυρήνας, περιοδικό Παρέμβαση κ.α.] και στην τοπική έντυπη εφημερίδα “Διάβημα”. Με τη λογοτεχνική ιστοσελίδα Λόγω Γραφής, συνεργάζεται από το 2016 και ολοκλήρωσε μια σειρά διηγημάτων για τη δράση ‘’Ένα τραγούδι για σένα’’. Έχει παρακολουθήσει σεμινάρια Δημιουργικής Γραφής και έχει συμμετάσχει σε εκδηλώσεις για παιδιά (ανάγνωση, εργαστήρια δημιουργικότητας) στη Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Λιβαδειάς. Διηγήματά της διακρίθηκαν σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς και περιλαμβάνονται σε Ανθολογίες και Συλλογικά έργα. Ζει και εργάζεται στη Λιβαδειά.

Email. nikimplouti@hotmail.gr


[Μάθετε περισσότερα για τη μίνι σειρά διηγημάτων της Νίκης Μπλούτη Καράτζαλη “Άνοιξη ήτανε…”]

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Μουζάκι Καρδίτσας. Γράφει από μικρό παιδί, όμως μόνο όταν ήρθε στη ζωή το δικό της παιδί ένιωσε ότι μπορεί να μοιραστεί τις λέξεις της, τις εικόνες της. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Μιλάει και γράφει άπταιστα την αγγλική και κάνει φιλότιμες προσπάθειες για την ιταλική. Σπουδάζει κλασικό πιάνο. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη