«Δεν περνά η ζωή χωρίς εσένα», ένα διήγημα του Γιάννη Θεοχάρη

Κεφάλαιο πρώτο

Πέμπτη σήμερα, ημέρα ρεπό. Ώρα πρωινή.

Αφιερωμένο το 24ωρο σε όσα κάνει ένας απλός άνθρωπος, τίποτα το ιδιαίτερο, το ξεχωριστό. Αχ και αυτή η λιακάδα! Σα να μου φωνάζει να βγω έξω και να την απολαύσω. Θα το πράξω αργότερα. Προς το παρόν δουλειές εντός της οικίας. Εργένικη ζωή βλέπετε…

Εκεί κοντά στα σαράντα μου, αφού ανέλυσα αρκετά τον εαυτό μου στα προηγούμενα χρόνια, κατέληξα στο τι με κάνει ευτυχισμένο. Μουσική (παλιά, κυρίως από αυτή που ξυπνάει αναμνήσεις), ένα καλό βιβλίο, βόλτα στην εξοχή για χαλάρωση αλλά και εκγύμναση… και αν βρεθεί κάποιος άνθρωπος που να μπορώ να συνεννοηθώ μαζί του, ακόμα καλύτερα.

Πώς είπατε; Δεν είδατε κάπου τη λέξη “έρωτας”;

Υπήρξε κι αυτός που πέρασε από τη ζωή μου. Όχι δεν τον είδα σαν αναγκαίο κακό. Ήθελα και θέλω να αγαπηθώ. Ευτυχώς αγάπησα. Αλλά αυτό που έδωσα ήταν δυνατό, ορμητικό και κατηγορήθηκα γι’ αυτό. Δεν εισέπραξα όμως το ίδιο. Έτσι είναι η ζωή, άδικη κάποιες φορές. Δεν ξέρω αν είναι αδικία να δίνεις και να μην παίρνεις… πιθανόν ναι.

Μεγάλη κουβέντα όμως πάω να ανοίξω και δεν μ’ αρέσουν τα πολλά λόγια. Καθώς οι εργασίες εντός της οικίας συνεχίζονται, ευχάριστες μουσικές με ξεσηκώνουν και μου δίνουν ενέργεια.

“Lost in the night” τραγουδά ο Χαριτοδιπλωμένος… Αν έλεγε “Lost in my space” θα μου ταίριαζε καλύτερα. Πολλές φορές μπήκα σε έναν δικό μου κόσμο, για να ξεφύγω απ’ αυτόν. Έτσι ένιωθα καλύτερα.

“Για να επιβιώσεις σ’ αυτόν τον κόσμο, πρέπει να ζεις στον δικό σου” λέει το ρητό. Μ’ αρέσει που το κάνω, όχι μόνον τώρα που μεγάλωσα αλλά πάντα. Δε θέλω όμως να αναμοχλεύω τα παλιά. Η ζωή προχωράει, ο ήλιος λάμπει. Μια βόλτα θα μου κάνει καλό. Αθλητική ένδυση και υπόδηση, ανεβασμένη διάθεση και στα αυτιά μου να παίζουν έντονα beats, από αυτά που με ξεσηκώνουν και μου δίνουν παλμό.

Το τρέξιμο ξεκινά και ο Ρακιντζής με το “Σπασμένα φτερά” να μου βάζει φτερά στα πόδια και να ανεβάζω ρυθμούς. Όσο κι αν τρέχω, ψυχή δε φαίνεται στους δρόμους, κανείς! Δεν μου κάνει εντύπωση αυτό. Στην επαρχία τη γυμναστική τη θεωρούν χάσιμο χρόνου. Δεν πειράζει, ας είμαι ο μοναδικός που “χάνω τον χρόνο μου” έτσι…

Η άσφαλτος τελειώνει και αρχίζει ο χωματόδρομος. Φαίνονται τα πρώτα κτήματα των συγχωριανών μου. Στο τελευταίο κτήμα, στο τέλος του δρόμου, φαίνεται κάποιος άντρας. Πλησιάζω και τον βλέπω. Ήταν εκείνος που κάποτε μου προσέφερε το πρώτο μου καρδιοχτύπι. Εκείνο το “έντονο”, που σας έλεγα στις αρχές.

Τα χρόνια πέρασαν και οι δυο μας στο κατώφλι των σαράντα πλέον, αλλά ο χρόνος φαίνεται να μην τον άγγιξε. Οι πρώτες μας κουβέντες μετά από καιρό, τυπικές, οι κινήσεις μας νευρικές. Το βλέμμα του ήταν σκοτεινό, ποτέ δεν το θυμάμαι έτσι. Κλείνω τη μουσική και ξεκινάμε τη συζήτηση. Μετά από καιρό, έχουμε πολλά να πούμε…

Λίγο ο ωραίος καιρός, λίγο το γεγονός ότι έχουμε να συναντηθούμε αρκετό διάστημα, ανοιχτήκαμε αρκετά. Είπαμε όσα κρατούσαμε κρυφά τόσο καιρό, θυμηθήκαμε, γελάσαμε… και η ώρα πέρασε.

Οι δουλειές του στο κτήμα έμειναν στη μέση. Τον προσκάλεσα σπίτι να συνεχίσουμε τη συζήτηση εκεί.

Κεφάλαιο δεύτερο

Με χαλαρωτική μουσική αυτή τη φορά και με την προσπάθεια δημιουργίας όμορφης και φιλόξενης ατμόσφαιρας από μεριάς μου, συνεχίσαμε. Η συζήτηση όμως δεν αποδείχθηκε τόσο χαλαρή όσο νόμιζα…

Μπλεγμένος συναισθηματικά με έναν συνομήλικό του, μου ζήτησε συμβουλές πώς να ανοιχτεί στους δικούς του και να τους μιλήσει. Όπως καταλαβαίνετε, η νευρικότητά μου έγινε έκδηλη και λίγο έλειψε να σηκώσω τον τόνο της φωνής μου πέραν του συνηθισμένου.

“Δεν είναι δυνατόν να ζητάς από μένα συμβουλές” του είπα. “Αν θυμάσαι καλά, πριν από αρκετά χρόνια έτρεφα τα ίδια συναισθήματα για σένα, τώρα μη μου βάζεις σε παρακαλώ άλλο πρόσωπο στην εξίσωση!”

Προσπάθησε να με ηρεμήσει, φαίνεται πως με γνώριζε καλά. Άφησα τον εγωισμό και έβαλα τη λογική και το “άρρωστο” πάθος μου για εκείνον.

Μεγαλωμένοι και οι δύο σε αυστηρές πατριαρχικές οικογένειες, όπου ο πατέρας είχε τον πρώτο λόγο για όλα και ήθελε ο γιος του να μην αφήνει θηλυκό, ήταν δύσκολο για το παιδί να αναπτύξει όρους όπως “ερωτική παρέκκλιση”, ή “διαφορετικός σεξουαλικός προσανατολισμός”. Ήταν ανεπίτρεπτο για τον πατέρα να έχει έναν… “τέτοιο” γιο. Τι κι αν ο κόσμος προχωράει, κάποια πράγματα στην Ελλάδα μας δεν θα αλλάξουν ποτέ!

Η κρυστάλλινη φωνή της Μαντούς “ανέλαβε” να μας πάει μέχρι τον “Έβδομο ουρανό”. Μπορεί να μη βρεθήκαμε εκεί, ήμουν όμως δίπλα του και ήμουν κάπως ευτυχής. Αν δεν υπήρχε αυτός ο “άλλος” στην κουβέντα μας, θα ήταν καλύτερα… Όμως, έτσι καθώς τον άκουγα να μου ανοίγεται, τον αγάπησα διπλά, για τότε και για τώρα.

Δεν ήθελε να χαλάσει τη σχέση του με τους δικούς του, αλλά ήθελε να τους μιλήσει για το ποιος πραγματικά είναι και τι θέλει απ’ τη ζωή του. Και εκεί τον ζήλεψα λίγο, καθώς ποτέ δεν είχα την άνεση με τους δικούς μου να μιλήσω έτσι.

Μη νομίζετε πως του έδωσα τις σοφότερες συμβουλές του κόσμου (εξάλλου η νοημοσύνη μου δεν μου επιτρέπει κάτι τέτοιο). Τον προέτρεψα να δείξει θάρρος και υπομονή. Οι γονείς του σίγουρα δεν θα δείχνανε ενθουσιασμό αν άκουγαν πως ο γιος τους είναι ομοφυλόφιλος. Αυτός όφειλε να μην υποκύψει σε φθηνούς συναισθηματισμούς και απειλές, όφειλε να επιβάλει τον εαυτό του και να στηρίξει τη σχέση του. Μία απλή καθοδηγητική γραμμή που του την έδωσα μέσα απ’ την καρδιά μου.

Α… κι ένα φιλί στο μάγουλο… και μια αγκαλιά για το κατευόδιο!

Κεφάλαιο τρίτο

Η επόμενη μέρα με βρήκε να έχω επισκέψεις… Ναι, από τον ίδιο. Ήθελε να μου μιλήσει για τη συνάντηση που έκανε το προηγούμενο βράδυ με τους γονείς του. Μία συνάντηση που κατέληξε σε ναυάγιο από τα πρώτα λεπτά, σύμφωνα με τα λεγόμενά του.

Η μητέρα του έβαλε σε εφαρμογή τη γνωστή τακτική των λιποθυμιών, ο πατέρας του τον απείλησε με αποκλήρωση και αυτός, πιο δυνατός και ώριμος από ποτέ, να χτυπάει την πόρτα και να φεύγει.

Πέρασε το βράδυ στο αυτοκίνητο και τώρα είναι εδώ να μου εξιστορεί τα γεγονότα και τις σκέψεις του για τα  επόμενά του βήματα…

Βλέποντας την αποφασιστικότητά του, τον παρότρυνα να πάρει τον σύντροφό του και να φύγουν από τον κλοιό του χωριού, να ζήσουν κάπου οι δυο τους, κάπου που δεν θα ασχολείται κανείς μαζί τους. Γνωρίζω πως τον έπνιγε το κλίμα εδώ.

Αφού μίλησαν οι δυο τους τηλεφωνικώς, μου είπε πως αποφάσισαν να φύγουν στο εξωτερικό. Θα πήγαιναν στη Δανία και θα παντρευόταν εκεί. Ήταν αποφασισμένοι και ήμουν χαρούμενος που τον έβλεπα τόσο σίγουρο!

Μου ζήτησε να γίνω ο μάρτυρας στον γάμο και, κατά ένα περίεργο τρόπο, δέχτηκα. Με μπερδεμένα συναισθήματα έκανα κάτι που δεν το πίστευα ποτέ μου. Δεν έχει σημασία όμως, μου έφτανε που τον έβλεπα ευτυχισμένο, έστω και με άλλον στο πλευρό του!

Η κοινή ζωή τους άρχισε, σε μια ξένη χώρα, αρκετά χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από όλους όσους θα τους κατέκριναν. Όλα για εκείνους ήταν ξένα και πρωτόγνωρα, αλλά ο ισχυρός τους χαρακτήρας δεν τους επέτρεπε να σκεφτούν το παραμικρό πισωγύρισμα!

Μαθαίνω συχνά νέα τους και χαίρομαι που έχουν μπει στους ρυθμούς της Δανίας. Εξάλλου η φιλοσοφία των ανθρώπων εκεί είναι πολύ διαφορετική από τη δική μας.

Κι εγώ στο χωριό, να “βαφτίζω” άγνοια τη στενομυαλιά των κατοίκων και να σιγοτραγουδώ… “Περασμένα ξεχασμένα, λόγια ήταν στον αέρα / Δεν περνάει η ζωή χωρίς εσένα…”

Η ζωή τους συνεχίζεται, όπως και η δική μου… με αναμνήσεις από το κοινό μας παρελθόν και με ελπίδες για το μέλλον. Ένα μέλλον που ό,τι κι αν μου φέρει, θα είμαι σε θέση πια να το αντιμετωπίσω…

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Μουζάκι Καρδίτσας. Γράφει από μικρό παιδί, όμως μόνο όταν ήρθε στη ζωή το δικό της παιδί ένιωσε ότι μπορεί να μοιραστεί τις λέξεις της, τις εικόνες της. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Μιλάει και γράφει άπταιστα την αγγλική και κάνει φιλότιμες προσπάθειες για την ιταλική. Σπουδάζει κλασικό πιάνο. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη