«Δίδυμο τάμα», ένα διήγημα του Σάββα Σωτηρίου για τη λογοτεχνική δράση «Λόγω Γραφής – Ιαπωνική Βεντάλια»

“Excuse me miss, do you speak English?”

Από την πρώτη στιγμή που πάτησε το πόδι του στο Τόκιο, ο Αχιλλέας ένιωσε σαν το σπίτι του, γιατί οι Ιάπωνες συνεργάτες της εταιρείας για την οποία δούλευε, είχαν φροντίσει γι’ αυτό, μα και γιατί αυτό το ταξίδι, από μικρό παιδί, το είχε κάνει χιλιάδες φορές στα όνειρά του.

Από την ώρα, όμως, που τελειώνοντας τις επαγγελματικές του υποχρεώσεις, ξεκίνησε μόνος να εκπληρώσει ένα παλιό, αδιόρατο, θολό οικογενειακό τάμα, βρέθηκε ξαφνικά έξω από τα νερά του. Βρέθηκε χαμένος σε μια άγνωστη μεγαλούπολη, αντιμέτωπος με μια εντελώς καινούργια, μια εντελώς διαφορετική κουλτούρα. Από την πρώτη στιγμή, είδε στην πράξη πως αυτός ο -κατά τα άλλα- ευγενέστατος λαός, είναι τόσο απόλυτα  «προγραμματισμένος» και κοιτά τόσο απόλυτα «τη δουλειά του», που μοιάζει απόμακρος και αδιάφορος για ό,τι συμβαίνει γύρω του.

Σίγουρα είχαν περάσει ώρες από τότε που αποχαιρέτησε τους συνεργάτες του και έφτασε με το μετρό στον σταθμό των shinkansen. Μα παρότι δίπλα του περνούσαν συνέχεια δεκάδες άνθρωποι, έδειχναν τόσο πολύ αποστασιοποιημένοι, τόσο πολύ αφοσιωμένοι στο στόχο που ο καθένας  είχε στο μυαλό του, που του δημιουργούσαν την εντύπωση πως θα τον κατσάδιαζαν κιόλας, αν τολμούσε να τους διακόψει. Μα έπρεπε οπωσδήποτε να ρωτήσει κάποιον πώς να βρει την πλατφόρμα για Κιότο.

Βέβαια για τη διστακτικότητά του να ρωτήσει, δεν έφταιγαν μόνο οι περαστικοί. Έφταιγε κι αυτή η αναθεματισμένη φυσική του ντροπαλότητα, που πάντα κάτι τέτοιες ώρες έβρισκε να εμφανίζεται θεριεμένη και επίμονη. (Σ’ αυτό, όπως ένας από τους συνεργάτες του -μεταξύ σοβαρού και αστείου- τον πληροφόρησε, έμοιαζε με τους Ιάπωνες, οι οποίοι είναι τόσο πολύ ντροπαλοί, ώστε πολλοί μένουν για πάντα ανύπαντροι κι ανέραστοι). Ο Αχιλλέας, βέβαια, δεν ήταν αυτής της κατηγορίας και συνήθως κατάφερνε να τη διαχειρίζεται και να την κρύβει πίσω από το επίσης έμφυτο χιούμορ του. Έλα όμως που, όπως το ‘χε συνήθειο, βρήκε εκείνη ακριβώς την ώρα να εμφανιστεί στη χειρότερη της μορφή, που σε συνδυασμό με το άγχος που τον είχε καταβάλει, τον έκανε όχι μόνο να μοιάζει, μα και πραγματικά να είναι εντελώς χαμένος.

“Yes sir, I do speak English, how can I help you?”

Η ντυμένη με την τελευταία λέξη της ευρωπαϊκής μόδας κοπέλα, που τελικά κάτι μυστηριακό και ανεξήγητο τον έσπρωξε να απευθυνθεί, γύρισε προς το μέρος του με ένα ζεστό, οικείο χαμόγελο να στολίζει το τυπικά γιαπωνέζικο, μα και παράξενα όμορφο πρόσωπό της.

“I…, eh… I…”

 Ήταν που ήταν μέχρι τ’ αυτιά αγχωμένος ο Αχιλλέας, ο τρόπος που η πανέμορφη κοπέλα τον κοίταζε με κείνα τα σε σχήμα αμύγδαλου μα… καταγάλανα μάτια, τον έκαναν να τα χάσει εντελώς και να δυσκολεύεται να αρθρώσει και την πιο απλή κουβέντα…

“I… I… I wand… I mean… can you please help me to find the platform to Kyoto?”

Eπιτέλους κατάφερε να ολοκληρώσει… ασυναίσθητα δείχνοντας παράλληλα στο δεξί του χέρι το εισιτήριο του shinkansen, με το οποίο είχαν φροντίσει οι συνεργάτες του από πριν να τον προμηθεύσουν…

Χωρίς ποτέ να σταματήσει να χαμογελά η κοπέλα, έμεινε να κοιτά με μεγάλο ενδιαφέρον το χέρι του, στο οποίο εκτός από το εισιτήριο, (Θεέ και Κύριε, τόσο εκτός τόπου και χρόνου πια…), κράταγε και το… διαβατήριό του…

«Yes, I can help you to find the platform to Kioto…» είπε η κοπέλα με ένα λίγο διαφορετικό, πονηρό σχεδόν χαμόγελο να στολίζει τώρα το πρόσωπο της «Μα, μιας που απ’ ότι βλέπω είμαστε κι οι δυο Έλληνες, καλύτερα νομίζω να μιλάμε στη γλώσσα μας…!» συνέχισε σε άπταιστα ελληνικά, αφήνοντας τον κακόμοιρο Αχιλλέα στήλη άλατος…

Πήγε κάτι να ψελλίσει, μα η κοπέλα, συνέχισε γρήγορα…

«Και μάλλον σήμερα είναι η τυχερή σας μέρα κύριε, γιατί κι εγώ ταξιδεύω με το δρομολόγιο των δύο για Κιότο, μα αν δεν τρέξουμε τόσο γρήγορα όσο και το shinkansen, μας βλέπω να μένουμε εδώ να κοιταζόμαστε για πάντα….»

Χωρίς άλλη λέξη την ακολούθησε τρέχοντας σχεδόν και -σαν σε όνειρο- βρέθηκαν σε λίγο να κάθονται στο ίδιο υπερπολυτελές βαγόνι, ο ένας απέναντι από τον άλλο, ταξιδεύοντας με ιλιγγιώδη ταχύτητα για τον κοινό τους προορισμό.

Έγιναν όλα τόσο γρήγορα, μα και παραδόξως τόσο φυσικά, που στιγμές-στιγμές ο Αχιλλέας νόμιζε πως δεν τα ζούσε πραγματικά, αλλά όλα ήταν ένα ακόμα όμορφο όνειρο που έβλεπε σε γρήγορη κίνηση.

Η πανέμορφη κοπέλα όμως ήταν πραγματική και ολοζώντανη, καθόταν απέναντί του και του χαμογελούσε με εκείνο το απίστευτα ευγενικό, ζεστό, γλυκό, οικείο χαμόγελο…

Κάνοντας τεράστια προσπάθεια, κατάφερε να ελέγξει τις σκέψεις και τα συναισθήματά του και βρίσκοντας επιτέλους λίγη από τη χαμένη του αυτοκυριαρχία κατάφερε να μιλήσει…

«Με λένε Αχιλλέα, Αχιλλέα Κερασίδη και είμαι από την Αθήνα. Πριν απ’ όλα θα ‘θελα να σας ευχαριστήσω πάρα πολύ για τη βοήθεια. Ειλικρινά, δεν ξέρω τι θα έκανα αν δεν σας συναντούσα. Πραγματικά νιώθω πως σήμερα είναι η τυχερή μου μέρα και… όχι μόνο γιατί δεν έχασα το τρένο…» του ξέφυγε και για κάποιο ανεξήγητο λόγο ένιωθε πως αυτό το τελευταίο θα του άλλαζε τη ζωή για πάντα…

«Και για να το πούμε καθαρά ελληνικά…» τον έκοψε η κοπέλα, με τέχνη αλλάζοντας κουβέντα «είναι σαν να πέσατε από την Ακρόπολη και όχι μόνο δεν σκοτωθήκατε, μα βρήκατε κι ένα γεμάτο πορτοφόλι! Εμένα με λένε Κερασία και είμαι Θεσσαλονικιά, από Βολιώτη πατέρα και Γιαπωνέζα μάνα! Εδώ και ένα περίπου χρόνο βρίσκομαι στο Τόκιο για μεταπτυχιακές σπουδές στην Ιαπωνική Λογοτεχνία, συμπληρώνοντας το αρχικό μου πτυχίο του Αριστοτέλειου στην Ελληνική Φιλολογία και ταξιδεύω στο Κιότο για να περάσω το Σαββατοκύριακο με την οικογένεια της μητέρας μου και… παρακαλώ μη με  κοιτάτε έτσι. Έχουμε μπροστά μας τρεις σχεδόν ώρες ταξίδι, χρόνος νομίζω αρκετός για να λύσω κάποιες από τις απορίες σας…»

«Ναι, ναι και το γεμάτο πορτοφόλι που βρήκα, έχει και… απίστευτα όμορφο χαμόγελο…» συμφώνησε ο Αχιλλέας, έχοντας -βοηθούμενος και από την άνεση με την οποία η κοπέλα τον αντιμετώπιζε- ανακτήσει πλέον πλήρως την αυτοπεποίθησή του.

Η κοπέλα συνέχισε να χαμογελά. Τώρα όμως το λεπτό, διάφανο δέρμα της χρωματίστηκε με της ανθισμένης κερασιάς το άλικο ροζ, τονίζοντας ακόμα περισσότερο τα μάτια της, που είχαν τώρα πάρει και τις πράσινες ανταύγειες της πηλιορείτικης θάλασσας.

«Λοιπόν, για να σας βοηθήσω, αρχίζω οικειοθελώς να απαντώ σε κάποιες από τις σίγουρες ερωτήσεις σας…» με τέχνη ξέφυγε πάλι η κοπέλα. «Όπως σας έχω ήδη πει, με λένε Κερασία και με φωνάζουν Κερασία, όπως βαφτίστηκα. Ευτυχώς το Σίτσα, που ήταν το υποκοριστικό της γιαγιάς μου, δεν άρεσε ούτε στον πατέρα, ούτε στη μητέρα μου. Οι γονείς μου γνωρίστηκαν στη Θεσσαλονίκη. Ο πατέρας μου μόλις είχε τελειώσει εκεί τις σπουδές του στη διοίκηση επιχειρήσεων και άρχισε να δουλεύει σε ένα μεγάλο ξενοδοχείο της Χαλκιδικής. Η μητέρα μου ταξίδευε για πρώτη φορά εκτός Ιαπωνίας, πριν αρχίσει τις σπουδές της, θέλοντας να γνωρίσει από κοντά την Ελλάδα. Την Ελλάδα και τον πολιτισμό της, που όλη της η οικογένεια θαύμαζε και να προσπαθήσει να ακολουθήσει τα βήματα ενός οράματος, μιας οπτασίας, που ο αγαπημένος της παππούς, φεύγοντας από τούτο τον κόσμο, της είχε αφήσει ευχή και κατάρα…»

Ο Αχιλλέας την άκουγε σαν σε όνειρο, έχοντας εξ ολοκλήρου βυθιστεί στις θάλασσες που είχε για μάτια, παντελώς αδιαφορώντας για τη πανέμορφη γιαπωνέζικη φύση, που από παιδί ονειρευόταν να δει και να θαυμάσει, ταξιδεύοντας με τούτο το απίστευτα γρήγορο τρένο. Τούτο το τρένο – σφαίρα, που σαν τεράστιος αχόρταγος δράκοντας με ευκολία κατάπινε στο διάβα του καταπράσινες πεδιάδες, δρασκελούσε κατάφυτα βουνά, απύθμενες ρεματιές και πολύβουα ποτάμια και χωνόταν σφυρίζοντας σε σκοτεινές σήραγγες που τρύπαγαν τα σπλάχνα πανύψηλων βουνοκορφών.

«Μου φαίνεται όμως πως σας κούρασα ήδη και δεν με παρακολουθείτε… Συγγνώμη, μα νόμισα…»

«Όχι, όχι, όχι…» πετάχτηκε σαν να τον τσίμπησε μέλισσα, ο Αχιλλέας «Ίσα ίσα που κρέμομαι από τα… μάτια σου Κερασία!» είπε, λέγοντας άθελά του την αλήθεια. «Αλλά να, το πρόβλημα μου είναι που μιλάς σε… πολλούς συγχρόνως και μπερδεύομαι… για τούτο, πολύ σε παρακαλώ μίλα μόνο σε μένα!» Επιστράτευσε πάλι το χιούμορ του.

«Καλά, καμιά αντίρρηση… Αχιλλέα…» προσαρμόστηκε αμέσως η κοπέλα. «Μα αρκετά μονολόγησα. Η δική σου σειρά τώρα. Έλα, μολόγα! Ποιος είσαι και τι γερεύεις στη γη των προγόνων μου;» Συμπλήρωσε τάχα μου αυστηρά.

«Υποκύπτοντας  στα φρικτά σας βασανιστήρια δεσποινίς…» άρχισε με ένα αστείο, μισοκακόμοιρο ύφος ο Αχιλλέας «…είμαι αναγκασμένος να ομολογήσω, εκτός από όσα ήδη είπα, πως ο φανερός λόγος που βρίσκομαι σε τούτη την όμορφη χώρα, με τους ακόμα πιο όμορφους ανθρώπους, είναι επαγγελματικός. Για να μιλήσω όμως για τη μυστική αποστολή, στην οποία επίσης βρίσκομαι, θα χρειαστούν ακόμα πιο σκληρά βασανιστήρια…» Σταμάτησε με ένα, τάχα μου, φοβισμένο ύφος.

Η Κερασία τώρα γέλασε δυνατά και ήταν σαν ξαφνικά το βαγόνι να πλημμύρισε με τον ήχο γάργαρου νερού, που λεύτερο κατρακυλά σε βουνίσιο ρυάκι.

«Πριν όμως υποκύψω στα βασανιστήρια και πω περισσότερα για μένα και την αποστολή μου, πρέπει να σου πω πως καίγομαι να μάθω ποια ήταν η ευχή και ποια η κατάρα που άφησε στη μητέρα σου ο παππούς της και την ώθησαν να ταξιδέψει τόσο μακριά από την πατρίδα της, σε τόσο νεαρή ηλικία!»

Για πρώτη φορά, στιγμιαία το χαμόγελο έσβησε από τα χείλη της Κερασίας και τα μάτια της σκοτείνιασαν, παίρνοντας τώρα και αποχρώσεις χειμωνιάτικης φουρτουνιασμένης θάλασσας. Αμέσως όμως το πρόσωπό της πήρε ένα χαριτωμένα σοβαρό ύφος και, χωρίς και η ίδια να καλοκαταλαβαίνει γιατί, σπρωγμένη λες από κάτι ανώτερο και μυστηριακό, άρχισε να διηγείται σε ένα μέχρι πριν από λίγο άγνωστό της νέο άντρα, την ιστορία που σημάδεψε για πάντα τον προπάππου της, την οικογένειά της ολάκερη και που -σε κάποιο βαθμό- και η ίδια όφειλε την ίδια της την ύπαρξη.

«Η κληρονομιά που άφησε στη μητέρα μου ο παππούς της, ήταν ένα… τάνκα. Ένα πεντάστιχο ποίημα γιαπωνέζικης τεχνοτροπίας, που είχε γράψει για τα κατάμαυρα μάτια ενός κοριτσιού που… μα… νομίζω… καλύτερα να πιάσουμε την ιστορία από την αρχή…»

Σταμάτησε για λίγο, σαν να έψαχνε να βρει την άκρη του νήματος στο κουβάρι των αναμνήσεών της…

«Φύσει πνεύμα επαναστατικό και ανήσυχο ο Γκόρο Ίτο, ο προπάππους μου, μα και οι οικονομικές δυσκολίες της οικογένειάς του, τον ανάγκασαν στα δεκαέξι, δεκαεφτά του χρόνια να μπαρκάρει μούτσος σε εμπορικό καράβι. Ταξίδεψε σε όλο τον κόσμο. Το «Tokei Maru», το καράβι στο οποίο είχε μπαρκάρει, ταξίδευε όπου έβρισκε ναύλο, μα πιο συχνά ταξίδευε στη Μεσόγειο. Αν και πολύ νέος και άπειρος ο Γκόρο, έδειξε τόσο καλή διαγωγή και ναυτική αξιοσύνη, που γρήγορα ο καπετάνιος του πλοίου τον πήρε στο πλευρό του και τον είχε σαν παιδί του».

Η Κερασία σταμάτησε προς στιγμή και έμεινε να κοιτάζει τον Αχιλλέα…

«Στο ύφος και στα μάτια σου…» σταμάτησε πάλι και με τρόμο σχεδόν συνειδητοποίησε πως τα μάτια αυτού του νεαρού Έλληνα, που με τόσο περίεργο τρόπο βρέθηκε στο δρόμο της, ήταν κατάμαυρα, κατάμαυρα σαν μαύρα σβηστά κάρβουνα… Κούνησε το κεφάλι της προσπαθώντας να διώξει τη σκέψη και συνέχισε με όσο πιο ήρεμη φωνή της επέτρεπαν εκείνα τα μάτια…

«Παρατηρώ στο ύφος και στα μάτια σου, πως δεν πολυπιστεύεις όσα λέω…»

«Όχι, όχι, όχι…» Επαναστάτησε ο Αχιλλέας. «Δεν είναι που δεν σε πιστεύω, συνέχισε σε θερμοπαρακαλώ και αμέσως μετά θα σου πω για ποιον άλλο λόγο βρίσκομαι στην Ιαπωνία και θα καταλάβεις… Πολύ σε παρακαλώ, συνέχισε…»

Το καθαρά ζωγραφισμένο στα μάτια του ειλικρινές ενδιαφέρον, έπεισε την Κερασία να συνεχίσει, έχοντας όμως κολλημένο το βλέμμα της στο δικό του, έτοιμη να σταματήσει στην παραμικρή ένδειξη αμφιβολίας ή αμφισβήτησης.

«Σ’ ένα από αυτά τα ταξίδια, λοιπόν, ήταν φορτωμένοι με πανάκριβα Γιαπωνέζικα μεταξωτά υφάσματα και μεταξωτές δαντέλες, για λογαριασμό κάποιου μεγάλου Εβραίου εμπόρου της  Σμύρνης…» κόμπιασε σαν είδε το πρόσωπο του Αχιλλέα να σκοτεινιάζει, μα το γεμάτο ενδιαφέρον ύφος του την έσπρωξε να συνεχίσει…

«Όταν όμως έφτασαν στο λιμάνι, βρήκαν όλες τις προβλήτες γεμάτες με χιλιάδες απελπισμένους Έλληνες, Εβραίους και Αρμένιους, που κυνηγημένοι από τον Τουρκικό στρατό  και τις ορδές των ατάκτων, έψαχναν απελπισμένα τρόπο και μέσο να εγκαταλείψουν τη Σμύρνη. Με τεράστια έκπληξη και πόνο είδαν τα πληρώματα των άλλων αγκυροβολημένων στο λιμάνι ξένων καραβιών, σκαιότατα και απάνθρωπα να διώχνουν ανθρώπους στα βαθιά γεράματα, γυναίκες και μικρά παιδιά που έφταναν ακόμα και κολυμπώντας μέχρι τις σκάλες των πλοίων τους, υποκύπτοντας στις απάνθρωπες διαταγές των Τουρκικών αρχών να δέχονται μόνο υπηκόους των χωρών τους.»

Πήρε βαθιά ανάσα και συνέχισε…

«Και μόνο ο πλοίαρχος και το πλήρωμα του «Tokei Maru», όπως πάντα με περηφάνια μεγάλη διηγιόταν ο προπάππους μου, διακινδυνεύοντας και το καράβι και τις ζωές τους, μα βάζοντας πάνω από τις απάνθρωπες διαταγές και κακίες, την ανθρωπιά και τη περηφάνια του πολιτισμού τους, πέταξαν το πολύτιμο, πανάκριβο φορτίο τους στη θάλασσα και καλοδέχτηκαν όσο περισσότερους πρόσφυγες μπορούσαν…»

«Μισό, μισό, μισό λεπτό σε παρακαλώ…» τη διέκοψε ο Αχιλλέας, που έμοιαζε χλωμός, ενώ μικρές, διάφανες σταγόνες ιδρώτα είχαν φυτρώσει στο μέτωπο και τους κροτάφους του. «Θέλεις να πεις δηλαδή πως…. ή μάλλον όχι! Άκουσε λίγο και τη δική μου οικογενειακή ιστορία, τον δικό μου λόγο που ταξιδεύω στο Κιότο… Γιατί, γιατί… αν αυτό που νομίζω ότι συμβαίνει δεν είναι όνειρο, τότε, τότε…» έμοιαζε τώρα και πάλι εντελώς χαμένος… «Άκουσε με, σε παρακαλώ, άκουσε με…»

Η Κερασία, επίσης χαμένη από την απρόσμενή του αντίδραση, έμεινε να τον κοιτάζει, προσπαθώντας να ξεδιαλύνει τι απ’ όσα είπε τον τάραξε τόσο πολύ.

«Άκουσε με, σε παρακαλώ, άκουσε με…» συνέχισε να μονολογεί ο Αχιλλέας. «Σου είπα πριν πως είμαι από την Αθήνα. Η αλήθεια είναι πως γεννήθηκα στην Αθήνα, μα οι ρίζες μου από της μάνας μου τη μεριά φτάνουν στη Κερύνεια της Κύπρου, κι από του πατέρα μου στη Μικρασία. Με το τσουβάλι η προσφυγιά στην οικογένεια δηλαδή. Και η Σμυρνιά πρόγιαγιά μου, έφυγε δεκαπέντε χρόνων κοριτσάκι, τον Σεπτέμβρη του 1922 από τη Σμύρνη, πάνω σ’ ένα καράβι, όπου άνθρωποι με περίεργες, πρωτόγνωρες φάτσες και φερσίματα, τους καλοδέχτηκαν και τους μετέφεραν στη Θεσσαλονίκη… Καταλαβαίνεις γιατί…»

Ήταν τώρα σειρά της Κερασίας να χλομιάσει…

«Η πρόγιαγιά μου, λοιπόν, η Ελένη η Σμυρνιά με τ’ όνομα -που λένε πως πολύ της μοιάζω- στο προσφυγόσπιτό της στη Νέα Φιλαδέλφεια, που βρέθηκε όταν παντρεύτηκε τον επίσης πρόσφυγα Μικρασιάτη άντρα της, μαζί με τα εικονίσματα που η οικογένειά της έσωσε από το Σμυρναίικο τους αρχοντόσπιτο, πάντα φύλαγε ένα ζωγραφισμένο περίεργο χαρτί, που όπως έλεγε με δάκρυα στα μάτια, της το είχε χαρίσει ένας νεαρός ευγενικός άγγελος με σχιστά μάτια, που την είχε σώσει από του Τούρκου τα χέρια…» Μίλαγε, με τα κατάμαυρα μάτια του θαμπά και με τη φωνή του να σπάζει σχεδόν σε κάθε λέξη…

«Μέχρι που μεγαλώνοντας ο πατέρας μου, κατάλαβε πως στο χαρτί-οικογενειακό κειμήλιο, δεν υπήρχε ζωγραφιά, μα κάτι γραμμένο στην Ιαπωνική γραφή. Πράγμα που επιβεβαιώθηκε όταν βρήκε το θάρρος να ζητήσει τη βοήθεια της Ιαπωνικής πρεσβείας. Και τότε ήταν που μάθαμε πως στο χαρτί ήταν γραμμένο ένα ποίημα, ένα όνομα, προφανώς του ποιητή και η πόλη καταγωγής του… Και με τούτο εδώ το φωτοτυπημένο αντίγραφο μοναδικό οδηγό και εφόδιό μου, ξεκίνησα να προσκυνήσω τα χώματα που γέννησαν τον άγγελο που έσωσε την πρόγιαγιά μου…»

Μιλώντας έβγαλε από τη μέσα τσέπη του σακακιού του ένα διπλωμένο στα τέσσερα χαρτί φωτοτυπικού, που ξεδιπλώνοντάς το φάνηκαν καθαρά τα εικονογράμματα της παραδοσιακής ιαπωνικής γραφής και στο κάτω μέρος, γραμμένες με απλό στυλό, πέντε σειρές στα Ελληνικά…

Την ίδια στιγμή η Κερασία, με ασταμάτητα δάκρυα να αυλακώνουν τα μάγουλα της, έβγαλε με τρεμάμενα χέρια από τη τσάντα της ένα επίσης διπλωμένο στα τέσσερα παμπάλαιο, χειροποίητο χαρτί, που όταν με προσοχή μεγάλη το ξεδίπλωσε, αποκαλύφθηκε η ίδια ακριβώς «ζωγραφιά»…

Και σαν οι δυο νέοι να το είχαν από πάντα σχεδιασμένο, σηκώθηκαν σαν απόλυτα συγχρονισμένοι χορευτές και  πιασμένοι χέρι – χέρι, με του κάθε ενός το βλέμμα  χωμένο βαθιά στα μάτια, στην ψυχή και στην καρδιά του άλλου, χαμηλόφωνα απήγγειλαν τις λέξεις που με ένα τόσο περίεργο, τραγικό, μα και ανθρώπινο τρόπο, τρεις γενιές τώρα, έδεναν άρρηκτα τις οικογένειές τους….

Άδικο αίμα

η θάλασσα κόκκινη

θλιμμένη οργή.

Τα μάτια σου κάρβουνα

ήλιος μου η ματιά σου.


Μάθετε περισσότερα για τη λογοτεχνική μας δράση εδώ: «Λόγω Γραφής – Ιαπωνική Βεντάλια»

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Μουζάκι Καρδίτσας. Γράφει από μικρό παιδί, όμως μόνο όταν ήρθε στη ζωή το δικό της παιδί ένιωσε ότι μπορεί να μοιραστεί τις λέξεις της, τις εικόνες της. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Μιλάει και γράφει άπταιστα την αγγλική και κάνει φιλότιμες προσπάθειες για την ιταλική. Σπουδάζει κλασικό πιάνο. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music