«Γυμνό Τρένο», γράφει ο Γιάννης Βατικιώτης

Άνω Πατήσια μέχρι Μοναστηράκι. Μοναστηράκι – Άνω Πατήσια. Αυτό είναι το καθημερινό μου δρομολόγιο. Μία μπρος και μια πίσω, έξι σταθμοί όλοι και όλοι. Ένα τέταρτο υπόθεση. Τι μπορεί να συμβεί σε ένα τέταρτο, τι μπορεί να με κάνει να πιστέψω ότι ο κόσμος μας δεν είναι αυτό που φαίνεται, πως υπάρχει και άλλο βάθος στο βαρέλι της κοινωνίας μας, πως όλοι δεν είναι ίσοι, πως εμείς δεν φοράμε ρούχα, πως το τρένο αυτό δεν κουβαλούσε ανθρώπους.

Τελείωσα τη βάρδια μου Σάββατο βράδυ, έκανα ένα τσιγάρο στον κόσμο της πλατείας, να χαθώ από την κούραση τής για εμένα ανυπόφορης δουλειάς μου και πήρα το βαγόνι του γυρισμού. Σάββατο βράδυ και ο κόσμος είχε φορέσει τα καλά του για τη βραδινή του βόλτα. Ζευγάρια και υποσχέσεις, φίλοι και παρέες, τραγούδια και ερωτόλογα, χτυπάνε κινητά για τα ραντεβού, γελάνε που δεν βρίσκονται στην ίδια στάση τα κορίτσια. Ζήλεψα λίγο μα θα πληρωθώ το άλλο Σάββατο, θα βγω και εγώ. Πόσο εκνευριστική μπορεί να είναι η ευτυχία των άλλων όταν δεν συμμετέχεις σε αυτήν. «Αλλά θα πληρωθώ το άλλο Σάββατο», συνέχισα.

Ομόνοια. Δεν μου αρέσει αυτή η στάση. Ποτέ δεν μου άρεσε, πάντα μου έβγαζε κάτι βρώμικο, πάντα μου μύριζε μια περίεργη μυρωδιά, πάντα ένιωθα ότι με κοιτάνε μάτια πίσω από την πλάτη μου, ότι κάποιος θα θελήσει να με κλέψει, ότι απειλούμαι, ότι κάτι δεν πάει καλά.

Ένα φάντασμα μπαίνει γρήγορα μέσα, ίσα που πέρασε στην άκρη του ματιού μου. Μια μαύρη φιγούρα, μια σκιά ανθρώπου μπαίνει, στέκεται όρθια -γονατιστή και κοιτάει το βαγόνι λες και το βλέμμα του περνάει μέσα και πίσω από αυτό στο επόμενο. «Μια βοήθεια παρακαλώ. Ό,τι έχετε». Κανένα ποίημα αυτή την φορά, καμία φωτογραφία, καμιά απόδειξη για την πιστοποίησή του ως μη τσαρλατάνου ή κλέφτη.  «Άλλος  ένας» σκέφτηκα «πήξαμε».

Γονατίζει, κοιτάει τη μηδαμινή συγκίνηση του καλοντυμένου κόσμου και αρχίζει να προχωρά μπουσουλώντας, με το πλαστικό ποτήρι του από τα Everestt να τρεμοπαίζει στο γεμάτο πληγές χέρι του κάτω από το μακρυμάνικό του. Γι’ αυτό δεν συμπάθησα ποτέ μου την Ομόνοια. Ναι, γι’ αυτό, ιδού ο λόγος, βρωμιά, ξεπεσμός, αηδία. Στέκεται ξανά στα γόνατα. Βγάζει την μπλούζα του. Είναι γεμάτος πληγές, απόκοσμες φουσκάλες σαν τεράστια σπυριά, που ακόμη και τώρα η θύμησή τους μου προκαλεί αποστροφή.

Και τώρα ησυχία. Τώρα κοιτάνε. Το γκραντ φινάλε του ηθοποιού έπιασε, είναι η μεγάλη του σκηνή. Η γύμνια, βλέπεις, πάντα πουλάει και πούλησε και τώρα. Το κοινό του θεάτρου είναι δικό του και είναι ο μεγάλος πρωταγωνιστής της μοναδικής παράστασης για απόψε, ο μόνος ρόλος που ξέρει τα λόγια απ’ έξω.

Απλά κοιτάμε. Τα κουστούμια μας δεν εντυπωσιάζουν πια, τα ρολόγια μας σταμάτησαν να δείχνουν την ώρα και τα κοντά φορέματα ζηλεύουν που πια δεν έχουν τα βλέμματα των παρευρισκόμενων. Και τώρα σέρνεται στο πάτωμα. Στο πάτωμα του τρένου, που πριν κάποιος σκύλος δεν άκουσε το αφεντικό του και δεν κρατήθηκε, εκεί που ο άλλος έφτυσε την τσίχλα του, εκεί που στέκεσαι κάθε μέρα μισώντας τους άλλους που κάθονται. Εκεί αυτός ο άνθρωπος δίνει κάθε μέρα την παράστασή του. Και σε έκλεψε. Σε έγδυσε, μας έγδυσε ένα γυμνό πληγωμένο σώμα, μας έκλεψε τα ακριβά μας ρούχα που αγοράσαμε εχθές και θα ξεχάσουμε αύριο.

Ένα ζευγάρι έκανε το πρώτο βήμα. Ένα παθιασμένο φιλί, καθώς περνούσε από κάτω τους σέρνοντας, ήταν αρκετό για να μας θυμίσει πως αυτή είναι η ζωή και -ούτως ή άλλως- αυτή ήταν η Ομόνοια. Τα τηλέφωνα ξαναχτύπησαν, κάποιος γελάει δυνατά, κάποιος βρίζει στο τηλέφωνο ενώ ο διπλανός του ορκίζεται αιώνια αγάπη. Ο διπλανός μου αναθεματίζει για τις θέσεις και μια γυναίκα τρώει. Αυτός σέρνεται και αυτοί φιλιούνται.

Τότε το είδα. Είμαστε γυμνοί. Δεν φοράμε πια ρούχα, φοράμε σκιές. Σκιές που τις ρίχνουμε απάνω μας, για να αγνοούμε αυτούς που δεν έχουν να φορέσουν ρούχα, να ξορκίζουμε με τον μικρόκοσμό μας όλα τα κακά αυτού του κόσμου, να είμαστε αυτό που ονομάζουμε σήμερα «άνθρωποι».

Έξι στάσεις. Τόσες ήταν αρκετές για να μου δείξουν πόσο καλά ντυμένος ήμουν. Τόσες για να μισήσω ξανά την Ομόνοια και τον εαυτό μου, τον διπλανό μου, εσένα, το τρένο μας, το θέατρό μας.

Βγήκαν στην ίδια στάση. Αυτοί πιασμένοι από το χέρι και αυτός γυμνός.

Φτάσαμε.

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Μουζάκι Καρδίτσας. Γράφει από μικρό παιδί, όμως μόνο όταν ήρθε στη ζωή το δικό της παιδί ένιωσε ότι μπορεί να μοιραστεί τις λέξεις της, τις εικόνες της. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Μιλάει και γράφει άπταιστα την αγγλική και κάνει φιλότιμες προσπάθειες για την ιταλική. Σπουδάζει κλασικό πιάνο. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music