«Γιώργος Ιωάννου», γράφει ο Τόλης Αναγνωστόπουλος  

Γιώργος Ιωάννου / Μικρό βιογραφικό

 

Ο Γιώργος Ιωάννου (1927-1985) γεννήθηκε το Νοέμβριο του 1927 στη Θεσσαλονίκη από γονείς πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη. Το 1961 άρχισε να γράφει τα πρώτα του πεζά έργα και αποσπάστηκε ως εκπαιδευτικός στη Βεγγάζη της Λιβύης, όπου ίδρυσε το Ελληνικό Γυμνάσιο. Το 1964 κυκλοφόρησε το «Για ένα φιλότιμο», το πρώτο του βιβλίο με πεζογραφήματα. Μετά το 1974 έγινε βασικό μέλος της επιτροπής που ετοίμασε το Ανθολόγιο για τα παιδιά του Δημοτικού και ο εισηγητής των περισσότερων κειμένων που ανθολογήθηκαν από το 1975 στα Νεοελληνικά αναγνώσματα της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Το 1980 κέρδισε το πρώτο κρατικό βραβείο πεζογραφίας για το βιβλίο του «Το δικό μας αίμα». Το 1985, από μια απλή επέμβαση προστάτη, μετά από  σηψαιμικό σοκ πέθανε στο Σισμανόγλειο νοσοκομείο. Το ποιητικό του έργο περιλαμβάνει: «Τα ηλιοτρόπια», «Τα χίλια δέντρα», «Τα Χίλια Δέντρα & άλλα ποιήματα». Το πεζογραφικό του έργο περιλαμβάνει τα εξής έργα: «Η σαρκοφάγος», «Η μόνη κληρονομιά»,  «Το δικό μας αίμα», «Ομόνοια», «Επιτάφιος θρήνος», «Κοιτάσματα», «Πολλαπλά κατάγματα» κ.ά..

 

Αναλύοντας τον Ιωάννου – Συγγραφικό ισοζύγιο

 

Ο Γιώργος Ιωάννου ανήκει στους διηγηματογράφους της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς μαζί με άλλα «ιερά τέρατα» όπως τον Κουμανταρέα, το Χάκκα, το Θ. Βαλτινό και τον Ταχτσή. Οι συγκεκριμένοι πεζογράφοι έχουν και το προσωνύμιο «Θύματα ειρήνης» για να ξεχωρίζουν από την προηγούμενη εποχή πεζογράφων, της εποχής (του ‘30) των «Θυμάτων πολέμου».

Οι πεζογράφοι της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς έχουν ασθενείς έως μηδενικές μνήμες από την Κατοχή και τον Εμφύλιο. Πρόκειται για γενιά που παρουσιάζει μεγάλο άνοιγμα φάσματος: θεματικό, ιδεολογικό και λιγότερο αισθητικό. Το έργο τους δεν έχει ένα θεματικό κέντρο, δηλαδή κάποιο μείζον ιστορικό γεγονός, αλλά εστιάζεται σε διάφορα φαινόμενα της αστικοποιούμενης μεταπολεμικής ελληνικής κοινωνίας. Συγκεκριμένα, οι διηγηματογράφοι καταγράφουν τη μεταπολεμική εξέλιξη της ελληνικής κοινωνίας, προβληματίζονται πάνω σε θέματα πολιτικής ηθικής, όπως η θέση του συγγραφέα έναντι της εξουσίας, τα ανθρωπιστικά συναισθήματα και ο αγώνας για την ειρήνη (Χάιδω Κούλη, Διπλωματική εργασία «Περιθωριακές ταυτότητες στο ελληνικό μεταπολεμικό διήγημα»).

Προσωπικά θεωρώ τη συγκεκριμένη ως τη χρυσή γενιά του ελληνικού διηγήματος, καθώς ξεπέρασε κατά πολύ την πιο συντηρητική, λαϊκή και γεμάτη ηθογραφικές αναφορές προηγούμενη γενιά του ’30 ενώ οι επόμενες, ακόμη και οι σύγχρονες, χαρακτηρίστηκαν από την υπερβολή, τη μίμηση και την αντιγραφή -ιδιαίτερα από το κοφτό Αμερικανικό διήγημα- και φυσικά την έπαρση και την αφ’ υψηλού ματιά των δημιουργών της.

Ο Ιωάννου με λιτή, βιωματική και πολιτικοποιημένη γραφή θα βγει με ρεαλισμό στην κοινωνία και θα γράψει αυτό που βλέπει. Από το πολύ «εμείς» θα πάει στο πολύ «εγώ», στην απλή καθημερινότητα, στην ατομική εμπειρία και στην κοινωνική παθογένεια. Η πλοκή υποχωρεί μπροστά στα βιώματα του ατόμου, ο συγγραφέας επιχειρεί μια ψυχογραφική ματιά σημαδεύοντας στον εσωτερικό κόσμο του ατόμου.

Επηρεασμένος από τον Καβάφη, τον Πεντζίκη, τον Ίωνα Δραγούμη, τον Παπαδιαμάντη, τον Έλιοτ και τον Τζόυς, ο Ιωάννου ναι μεν θα πάρει στοιχεία από αυτούς, από την άλλη δε, θα δομήσει μια συμπαγή συγγραφική ταυτότητα με αναφορές και υλικό από την Κατοχή, τον Εμφύλιο, την προσφυγιά και την Μεταπολεμική Ελλάδα που προσπαθεί να σταθεί στα πόδια της.

Ο Ιωάννου με την πένα του εκφράζει την αγωνία των ανθρώπων της εποχής να βρουν ταυτότητα, κίνητρο και λόγο για να ελπίζουν σε μια Ελλάδα «κομματιασμένη».

Τα κείμενά του δεν έχουν πάντα αφηγηματική και χρονική συνοχή. Εκτός από τον τόπο, που σχεδόν πάντα παραμένει ίδιος, η Θεσσαλονίκη δηλαδή, ο συγγραφέας επιχειρεί χρονικές ακροβασίες με πολλά μπρος – πίσω στο χρόνο, γιατί θέλει να συνδέσει τα σημερινά αδιέξοδα με τις αστοχίες του παρελθόντος.

Παίζοντας εντός έδρας, αφού είναι ο τόπος που γεννήθηκε και μεγάλωσε, ξεδιπλώνει απλόχερα το τρομακτικό του ταλέντο, βάζοντας πραγματικά τον αναγνώστη μέσα στα σοκάκια και τις γειτονιές της συμπρωτεύουσας και δίπλα στους πρωταγωνιστές του, που νομίζεις πως είναι όλοι πρόσωπα υπαρκτά και οι ιστορίες τους πέρα για πέρα αληθινές. Όπως άλλωστε έχει πει και ο ίδιος:

«Εγώ είμαι ένας σκηνογράφος προσεχτικός μέχρι σχολαστικότητος. Εάν η πραγματικότητα μου προσφέρεται βασίζομαι σε αυτή την ίδια και καμιά φορά δεν θέλω να αλλάζω ούτε τα ονόματα, γιατί μου φαίνονται τόσο αποτελεσματικά με τον γνήσιο ήχο τους, ώστε σταματάει η διάθεσή μου για γράψιμο, εάν τα αλλάξω. Η σκηνογραφική αυτή μανία μου παρασύρει αρκετούς στο να πιστεύουν ότι οι ιστορίες αυτές έγιναν έτσι και όχι αλλιώς. Όχι, ποτέ όμως δεν συνέβη αυτό ακριβώς έτσι. Πρόκειται για ανασύσταση της ιστορίας, μαζί με το δικό μου «εγώ», για επανατοποθέτηση των λέξεων στις κατάλληλες και βολικές για την αφήγησή μου θέσεις.»

Η πρώτη φράση λέει πολλά. Προσέξτε:  «Είμαι ένας σκηνογράφος προσεχτικός». Ναι, γιατί ο Ιωάννου δημιουργεί και γράφει σε μια μεταπολεμική Ελλάδα με πρόσφατα πάθη και πληγές από τον Εμφύλιο, βαθιά συντηρητική και οπισθοδρομική. Έτσι λοιπόν «κρύβεται» καλά για τα πολιτικά του πιστεύω ακόμα και για τις σεξουαλικές του προτιμήσεις. Με τη μέθοδο του συμβολισμού και της αλληγορίας, με ειρωνεία και σαρκασμό θα περάσει υπόγεια μηνύματα και καταστάσεις. Οι βασανισμένοι αριστεροί και οι σωματώδεις αρρενωποί εργάτες πρωταγωνιστούν στα έργα του. Με γραφή αυτοβιογραφική, με έναν υφέρπων ερωτισμό, με ένα αίσθημα ενοχής (απότοκο της εμπειρίας πολλών χρόνων στα κατηχητικά) και με μια υποχονδριακή προσοχή στη λεπτομέρεια, ο Ιωάννου θα φτιάξει τη δική του σχολή στο διήγημα και θα επηρεάσει πολλούς νεότερους. Αυθεντικός ρεαλισμός, λέξεις και φράσεις βγαλμένες κατευθείαν από την καρδιά, οι περιγραφές των αστικών χώρων και πολύ περισσότερο των ανθρώπων με τη δική του συναισθηματική και ευαίσθητη ματιά είναι μερικά μόνο από τα στοιχεία που τον καθιστούν μοναδικό και πολλοί νεότεροι «πατάνε» επάνω του για να βρουν το βηματισμό τους και να δημιουργήσουν και αυτοί λογοτεχνικό έργο. Πέρα από τα παραπάνω εμφανή χαρακτηριστικά, αν διαβαστεί προσεκτικά το έργο του Ιωάννου, αυτό τελικά που το εξυψώνει είναι η ματιά του. Μια ματιά που σαν scanner, σαρώνει τα πάντα στο πέρασμά της και αποτυπώνει την πραγματικότητα τόσο αληθινά που αμέσως νιώθεις μια οικειότητα μαζί του. Σε συνδυασμό με τα σωστά ελληνικά, το «γεμάτο» λεξιλόγιο, την οικονομία λόγου, το βιωματικό του υπόβαθρο και την ουσία των έργων του, μιλάμε για τον κορυφαίο -κατά την άποψή μου- διηγηματογράφο της χώρας μας. Σαφέστατα θετικό πρόσημο για το Γιώργο Ιωάννου, έναν πεζογράφο που με το έργο του ενέπνευσε πολλούς μετέπειτα πεζογράφους. Το σημαντικό για τους σύγχρονους διηγηματογράφους είναι να κάνουν αυτό που διακήρυττε ο ίδιος:

«Ο λόγος του καλού λογοτέχνη θα πρέπει να έχει βιωματικό βάρος, που ο ίδιος θα τον έχει ψηλαφίσει με την ψυχή και το πνεύμα του».

Ψυχή τε και σώματι, λοιπόν, και όχι επιφανειακή υιοθέτηση τεχνικών προδιαγραφών, ύφους, αφηγηματικών τάσεων και συγκεκριμένων πλαισίων. Χωρίς την προσωπική σφραγίδα, την ψυχή του συγγραφέα, όλα θα μοιάζουν ψεύτικα, επιτηδευμένα. Αυτές οι κοφτές προτάσεις, η τόσο λιτή αφήγηση, τα ελάχιστα επίθετα, οι βαρύγδουπες λέξεις, οι αχρείαστοι διάλογοι, η στροφή προς το λαϊκό διήγημα και τη ντοπιολαλιά (Παπαμάρκος, Παπαλοϊζου κ.α.), η απουσία συναισθήματος και η γενικότερη μανιέρα «μέσα σε λίγες σελίδες να βρω κάτι που θα κάνει αίσθηση», ίσως είναι η συνταγή για να βρει ο δημιουργός το δρόμο για τα ράφια των βιβλιοπωλείων, σίγουρα όμως όχι η συνταγή της συγγραφής του σωστού διηγήματος. Χρειάζεται και δουλειά, ψυχή, αλήθεια, ορθολογική διαχείριση λέξεων, συναισθήματος, επιμονή στη σωστή σκιαγράφηση χαρακτήρων. Και ας μην έχει αυτή η συνταγή την κλασσική οδό: Αρχή, μέση, τέλος. Αλλά να έχει σίγουρα   απόλυτη συμμετρία και συνάφεια το γραπτό από την αρχή έως το τέλος. Πώς το είχε πει ο μεγάλος Τσέχωφ;

«Αν στην αρχή γράψεις ότι µια καραμπίνα κρέµεται από έναν τοίχο, µέχρι το τέλος πρέπει να έχει εκπυρσοκροτήσει»…

 

Τα έργα μιλάνε, όχι τα λόγια

 

Η ΣΑΡΚΟΦΑΓΟΣ

 

Τα είκοσι εννιά κείμενα της «Σαρκοφάγου» γράφτηκαν από τον Γιώργο Ιωάννου στη Θεσσαλονίκη μέσα στις πιο μαύρες μέρες της δικτατορίας, από το 1968 ως το 1970, και κυκλοφόρησαν σε βιβλίο στις αρχές του 1971, μετά τη λήξη της προληπτικής λογοκρισίας. Το σημειώνουμε, γιατί τα κείμενα αυτά εκτός από τη γενικότερη τοποθέτησή τους βρίθουν από υπαινιγμούς για την τότε κατάσταση, πράγμα που ίσως σε ορισμένες περιπτώσεις δεν γίνεται τώρα αμέσως αντιληπτό. Κατά τα άλλα, ο αναγνώστης θα βρει και σ’ αυτά τα κείμενα του Ιωάννου πολλή από τη νεοελληνική πραγματικότητα και ατμόσφαιρα, δοσμένη άλλοτε αφηγηματικά και αναλυτικά και άλλοτε μέσα από μια ποιητική συναίρεση πραγμάτων και προσώπων. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου).

 

ΓΙΑ ΕΝΑ ΦΙΛΟΤΙΜΟ

 

Τα είκοσι δύο σύντομα κείμενα που περιέχει το βιβλίο του Γιώργου Ιωάννου «Για ένα φιλότιμο» γράφτηκαν από το 1961 ως το 1964 στο Καστρί της Κυνουρίας, όπου είχε πρωτοδιοριστεί ο συγγραφέας και στη Βεγγάζη της Λιβύης, όπου στάλθηκε για δύο χρόνια, λίγο αργότερα. Τα πρώτα πέντε από αυτά τα κείμενα δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό της Θεσσαλονίκης «Διαγώνιος» στις αρχές του 1962. Με το βιβλίο του αυτό ο Ιωάννου εγκαινιάζει όχι απλώς την πεζογραφία του αλλά την βιωματικής γλώσσας πεζογραφία του, την οποία έκτοτε καλλιεργεί και πρεσβεύει. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

 

Η ΜΟΝΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ

 

Τα κείμενα της «Μόνης Κληρονομιάς» αποκλίνουν πιο πολύ προς το διήγημα παρά προς το «πεζογράφημα», όπως το εννοεί και το γράφει ο Γιώργος Ιωάννου, που θεωρείται και ο εισηγητής του στη λογοτεχνία μας. Τα διηγήματα της  «Κληρονομιάς», γραμμένα στην Αθήνα το 1972 και το 1973, αντανακλούν μία περίοδο προσαρμογής του Θεσσαλονικιού συγγραφέα στη ζωή της πρωτεύουσας, στην οποία εγκαταστάθηκε μόνιμα από τα τέλη του 1971. Οι ιστορίες του Ιωάννου μπορεί κι εδώ να μιλούν για τα άφθονα βάσανα και τις λιγοστές χαρές της ζωής -της νεοελληνικής ζωής μάλιστα- κατά βάθος όμως προσπαθούν να δείξουν την πρωταρχικότητά της και ότι της αξίζει κάθε υπομονή, αγώνας κι ελπίδα. Τα δεκαεφτά κείμενα της «Μόνης Κληρονομιάς» πρωτοκυκλοφόρησαν σε βιβλίο στις αρχές του 1974 -δηλαδή τους τελευταίους μήνες της δικτατορίας- γι’ αυτό και παρουσιάζουν κάποιους ειδικότερους υπαινιγμούς, καθώς και εναντιώσεις, σε μερικά τους σημεία. Είναι από την τότε κατάσταση. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο)

 

ΑΤΑΚΑ ΚΑΙ ΕΠΙ ΤΟΠΟΥ

 

-Έχουμε κι εμείς, λοιπόν, τις ιστορικές περγαμηνές μας.

Και έχουμε όσο ίσως καμιά άλλη σημερινή γενιά τα ίχνη από τις πράξεις των άλλων πάνω μας, ουλές και καψίματα, που κάμναμε πως δεν τα προσέχουμε τότε, δεν μας καίνε τάχατες, μα τώρα, όσο περνάει κι ο καιρός, τα νιώθουμε ν’ ανοίγουν ν’ ανοίγουν και παντού ν’ απλώνονται.

 

-Ανήκω πλέον σ’ όλα τα Ταμεία·

πληρώνω Φόρο Καθαράς Προσόδου,

Ταμείο Αρωγής, Ταμείο της Προνοίας,

Υγειονομική Περίθαλψη, Έκτακτη Εισφορά,

Μετοχικό Ταμείο, για δυο λόγους,

Ταμείο της Συντάξεως, Ταμείο Ασφαλείας.

 

Τώρα το μόνο που μπορώ είναι να αρρωστήσω…

 

-Οι πνευματικοί μας ηγέτες  πρέσβευαν ξεκάθαρα και αταλάντευτα  ένα χριστιανισμό βασισμένο στη λογική και την επιστήμη. Μόνον τα βασικά δόγματα εδέχοντο ότι προσεγγίζονται διά της πίστεως. Όλα τα άλλα, με την επιστήμη και τη λογική. Ο χριστιανός πρέπει να είναι ζωηρός, δραστήριος, πρακτικός και εάν θέλει να μονάζει, να μονάζει μέσα στην κοινωνία, χωρίς να πολυφαίνεται.

 

-Είσαι, λοιπόν, πεπεισμένος ότι κλείνοντας τα μάτια τελειώνεις. Εντούτοις, πολύ το επιθυμείς να μη σβηνόταν ολότελα κάθε ίχνος σου… Κι αν είσαι άνθρωπος του πνεύματος και έχεις δημιουργήσει κάποιο έργο, εξετάζεις τις δυνατότητες που έχει αυτό να σε διασώσει.

 


[Πηγή φωτογραφίας: sansimera.gr]


 

[Τόλης Αναγνωστόπουλος – Ας γνωριστούμε]

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Όσοι αγαπάτε τη γραφή και μ’ αυτήν εκφράζεστε, είστε ευπρόσδεκτοι στη σελίδα μας. Μέσω της γραφής δημιουργούμε, επικοινωνούμε και μεταδίδουμε πολιτισμό. Φροντίστε τα κείμενά σας να έχουν τη μορφή που θα θέλατε να δείτε σε αυτά σαν αναγνώστες. Τον Μάρτιο του 2016 ίδρυσα τη λογοτεχνική ιστοσελίδα «Λόγω Γραφής», με εφαλτήριο την αγάπη μου για τις τέχνες και τον πολιτισμό αλλά και την ανάγκη ... περισσότερα

Αρχειοθήκη