«Βήματα αποσπασματικά», ένα διήγημα του Χρήστου Νιάρου

Βαδίζεις σε μια έρημο. Ακούς ένα πουλί να κελαηδάει,
Όσο κι αν είναι απίθανο να εκκρεμεί ένα πουλί μέσα
 στην έρημο,
Ωστόσο εσύ είσαι υποχρεωμένος να του φτιάξεις ένα δέντρο.
Αυτό είναι το ποίημα.
Κική Δημουλά[1]

Τα χρώματα στον ουρανό ταξιδεύουν. Είναι μεγάλο το προνόμιό τους αυτό. Δεν δίνουν, ούτε ‘δώσαν  άλλωστε και καμία αναφορά σε κανέναν. Ψωνίζουν από τα σύννεφα τα απολύτως απαραίτητα. Στην ελευθερία τους ακουμπάω τις σκέψεις μου. Δεσμεύω την έμπνευση και τις σκέψεις μου, αυτή τη στιγμή, πάνω τους. Σαν ρούχα  βρεγμένα στην απλώστρα του χρόνου, εκεί έξω, όλα τα χρώματα περιμένουν πώς και πώς για  να στεγνώσουν. Να ‘ρθούν μέσα. Να πάρουν τη θέση τους. Κρατιέμαι από το τοπίο, σαν αφορμή, χωρίς χαλινάρια και σχοινιά, χρησιμοποίησα λίγες γραμμές της Κικής Δημουλά.

Σε ό,τι με οδηγεί η ταχύτητα των στιγμών, το υποτιθέμενο δέντρο, η έρημος, η ερημιά. Χωρίς τελεία και παύλα. Όσο αυτό είναι εφικτό. Λεπτομέρειες που δεν συγκρατούνται, δεν περιχαρακώνονται αλλά και κάπου θα ανταποδίδονται, θα προσφέρονται, φαντάζομαι. Το άπειρο, στη μηδενική του ανοχή, κεντρίζει το ενδιαφέρον στο «θα». Σαν τα εκλογικά προγράμματα. Στο «θα» κατοικούν. Το «να» ταιριάζει και ερμηνεύει  τα προηγούμενα. Τα λάθη και τις παραλείψεις. Τα χθεσινά. Ας μείνουμε στο τώρα, του πρωινού, του απογεύματος και στη σχετικότητά τους, όταν και τα χρώματα μπαίνουν στο χορό. Και αρχίζουν τα καγγελίσματά τους. Είναι πανηγύρι ο χρόνος, για όλα τα παιδιά και στα διάφορα σκαλοπάτια των δευτερολέπτων υπάρχει μια ιστορία να σε περιμένει, σαν έκπληξη, σαν δεδομένο και ένα παιχνίδι να το ξαναρχίσεις από την αρχή.

Προπορεύονται οι σχεδιασμοί του χρόνου και στο «θα» και στο «να» του, μπροστά σου ξεδιπλώνονται. Όροι και περιορισμοί και αυτοί αντάμα. Όχι βουνά. Αυτά είναι όρη. Είναι άλλος ο πληθυντικός τους. Αυτά είναι ακίνητα και όσο και να τα θωρείς δε σκιάζονται. Οι όροι όμως σκιάζουν και είναι για όλους. Και για το καλό. Αυτά ανήκουν σε άλλα δεδομένα και αυτή τη στιγμή, στο επιτρεπτό των λόγων, φωτογραφίζω αυτή τη χαρμολύπη. Αλλάζουν όμως συνεχώς οι ιστορίες της  με τον καιρό. Μένουν τα βιωμένα. Ακόμη και οι φανοστάτες κυκλοφορίας στις πόλεις δεν τις σταματάνε, ούτε γίνονται εμπόδιο. Πώς θα περάσεις απέναντι το δρόμο; Με τι ταχύτητα. Και πότε;

Με υπομονή και με τη σειρά σου. Έτσι λένε. Έτσι πρέπει. Στα πόσα βήματα όμως περνάς απέναντι; Ρητορικό το ερώτημα. Η εκκρεμότητα της απάντησης  προσεγγίζεται με το αεράκι που έρχεται και σου χαϊδεύει το μέτωπο. Μια ακριβής αλλοίωση της στιγμής και εκεί που πάει να βρει ισορροπία, το πετυχαίνει άνετα ένα αεράκι. Φαντάσου. Ακόμη, κάτι άπιαστο κάνει τη δουλειά του. Λες και τα πλατάνια της μνήμης  πίνουν τσίπουρο και σου λένε τα νέα τους από κοντά.

Συμπληρωματικά και ταυτόχρονα, συμβαίνουν όλα αυτά, όταν το πορτοκαλί δίνει το χέρι του στο κόκκινο χρώμα. Γραφές αποστασιοποιημένες έρχονται στη στιγμή. Στη  δεύτερή τους ευκαιρία  βρίσκεις  καινούργιες λεπτομέρειες.  Όταν τις βιώνεις σαν μοναδικό φαινόμενο, δεν τις σημειώσεις στο χαρτί.

Δίνεις λίγο χρόνο στα ακαριαία. Είναι σαν να κόβεις ένα λουλούδι χωρίς να το μυρίσεις, χωρίς να του μιλήσεις. Όταν βλέπεις τα πράγματα και τις γραφές από διαφορετική γωνία -και δη από μακριά- τότε η απολυτότητα των μαθηματικών τους δε ρίχνει άγκυρες, ούτε έχει σταθμούς ξεκούρασης. Σε ένα χορό έκφρασης και λυρισμού όλοι οι ρυθμοί έχουν τον τόνο τους. Τα λόγια ξανά τραγουδιούνται και ξυπνάνε μνήμες.

Μερικές στιγμές, ο χειμώνας αλκυονεί στην ησυχία της δημιουργίας των συναισθήσεων, συμπορεύεται με ό,τι νυχτώνει, με ό,τι ξημερώνει μέσα σου. Στην  πολιτεία εδώ του νότου, χτίζονται γέφυρες αυτή την ώρα του χειμώνα, με του καλοκαιριού σου τις εικόνες. Λίγο αλλαγμένες, λίγο διαφορετικές από τη στιγμή που σου μιλάνε, σε περνάνε απέναντι. Η βουή των δρόμων, ιπποτικά και με ευγένεια στο λιγοστό του χρόνου, αντανακλά και ορίζει, την εποχή και την ημέρα. Χαρτογραφείται το φέγγος, με σταγόνες νοτισμένης επανάληψης από του ωκεανού τις τσέπες. Όλη τη νύχτα ψάχνανε διέξοδο. Οι γουλιές τους, στη δικιά τους ρευστότητα, εξαργυρώνονται. Στα παραθυρόφυλλα και στα φύλλα των λουλουδιών φαίνονται τα αποτελέσματα. Αναμενόμενο. Οι τέσσερις εποχές του χρόνου, τερτίπι και σημάδι της ωκεάνειας αυτής πόλης που ζούμε  (που μπορούν, παρεμπιπτόντως, να σε συναντήσουν την ίδια μέρα τα πρόσωπά της – και τα θερμά και τα κρύα) ίσως και αυτή τη στιγμή, αυτή την ώρα, να σχεδιάζουν με σαφήνεια αυθορμητισμού τον χάρτη της συνήθειας και της καθημερινότητάς σου.

Στατικά και γρήγορα, στιγμιαία διαλείμματα τα απογεύματα που έρχονται, τις  πόρτες και τις κλειδαριές τους κυρίως, θέλουν να  τις ανοίξουν. Δεν είναι η λειτουργία τους μόνο να διπλαμπαρώνονται και να σιωπούν. Είναι μια  καλή υπενθύμιση για φρεσκάρισμα επικοινωνίας.

Χειμώνας, κλεισούρα, αποστάσεις, στάση εμπορίου, δεν είναι και από τους καλύτερους συνδυασμούς. Τα πρωινά πινέλα του ουρανού, πάντως, θα μοιράσουν, φαντάζομαι, τα χρώματα στα όνειρα της νύχτας, σιγά σιγά. Θα ανακατεύσουν απλόχερα ό,τι χάνεται, ό,τι έρχεται, με την ανάλογη δοσολογία και  με τα δευτερόλεπτα, θα κάνουν παιγνίδι αναστοχασμών. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, στο παρόν, στο μέλλον και στο παρελθόν, είναι απλά για το τυπικό της γραφής. Οι υποσχέσεις τους, αγναντεύοντας και  από τα ξέφωτα και από τις σελίδες, τα δίνουν όλα  στην παρούσα στιγμή.  Μέχρι να πλυθούν ή να στεγνώσουν οι σκέψεις, τα δημιουργήματα έχουν πάρει τη θέση τους από  όσο μακριά κι αν έρχονται.

Οι διαφορετικοί καθρεφτισμοί τους αποκτούν μια άλλη νότα όταν ντύνουνται ακόμη και με τρύπια  δευτερόλεπτα. Ξέρουν όμως  και να τα μπαλώνουν. Τίποτε δεν παλιώνει. Τίποτε δεν φαίνεται να χάνεται. Τίποτε δεν έρχεται, αλλά ούτε και φεύγει.  Όλα φοριούνται στο ρόλο τους και έχουν την ώρα τους. Η στατικότητα μετακινείται, ωθείται, ψιθυρίζεται. Στη  διάρκεια του χρωματικού αυτού  ταξιδιού, το εισιτήριο τού τώρα και του αύριο, όπως και να το χρησιμοποιήσεις,  δε λήγει, δε χάνει την ουσία του. Ο σκοπός του τίποτε, στο κάδρο τού πάντα γίνεται προορισμός  και σε ανανεώνει.

Η πιθανότητα του ιδανικού έχει μια βαρύτητα και αξιοπρέπεια σε αυτή την παράσταση…

Στη σχετικότητα της στιγμής,  όλα σε πλαίσιο, αλλά και εκτός πλαισίου, ξαναδιαβάζονται, εκπέμπονται και μοιράζονται. Χειρονομεί, εξομολογείται, προνοεί και περιμένει η στιγμή το κατάλληλο σινιάλο της.

Στο στερέωμα εκεί ψηλά όλα τα ρήματα αγκαλιάζονται. Στο δίπλα και στο χώμα τους συνομιλούν και σου δίνουν και τα αντικλείδια τους. Κάτοπτρα που χορεύουν, με ρυθμό δευτερολέπτων και παραμυθίας, κάνουν τα  μακρινά να πλησιάζουν και  με ευγένεια σε χαιρετούν. Καλοδεχούμενα πάντα τα ωραία. Μια ανάσα σε αυτό το δρόμο, σε αυτή τη γειτονιά, είναι μια λύτρωση που θέλεις να τη γεύεσαι αλλά και να την αγγίζεις αχόρταγα.  Ίσως από ανάγκη, ίσως από αδυναμία, ίσως από υποχρέωση. Χαμηλά βαρομετρικά δεν εμποδίζουν ούτε τη γάτα απέναντί μου, ούτε τον καπνό ενός αεροπλάνου που περνάει μέσα από κάποια σύννεφα, κάπου άπιαστα και μακρινά και αυτά, να  πάρουν τη θέση που τους αξίζει δίπλα στις σκέψεις και στην παρέα ή στην ερημιά της στιγμής.

Όλοι βολεύονται και χωράνε στο κάδρο. Και ζητάνε απαντήσεις και δεύτερες ερμηνείες και κουβέντα. Ο χειμώνας, μερικές ημέρες και νύχτες, έχει τα θαυμαστικά του επιφωνήματα στην καλύτερή τους  φόρμα. Στο μεγαλείο του ουρανού απογειώνονται και τα χρώματα. Σε χρόνο διαρκείας, που αυτός μόνο τον  ορίζει, την αρχή και το μέγεθός του  και όταν  δύει και όταν ανατέλλει, τα κύματά του σε εκπλήτουν. Αρκεί να μην γίνεσαι απών.


[1] Κική Δημουλά (06/06/1931 – 22/02/2020) Μια από τις σημαντικότερες Ελληνίδες ποιήτριες, διακεκριμένη, πολυβραβευμένη, της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς, με σαφή λόγο στη γραφή της για τα υπαρξιακά δρώμενα, που βλέπει μέσα της και γύρω της  και την ταλανίζουν και την επηρεάζουν και τα αποτυπώνει στο χαρτί με σαφήνεια και απορίες προς πολλαπλές αναγνώσεις ακόμη και σήμερα. Θεματικές ενότητες και καταγραφές της για την απουσία, τη μοναξιά, τον χρόνο, τη φθορά, τις σχέσεις,  φαίνονται στα κείμενά της.  Με τις λέξεις, τις φράσεις και το συντακτικό της, μας κατέθεσε το ρυθμό και το στίγμα της.  Χαρακτηριστικοί είναι και οι  τίτλοι των ποιητικών συλλόγων και γραπτών της, όπως  «Έρεβος», «Η Εφηβεία Της Λήθης», «Ενός Λεπτού Μαζί», «Εκτός Σχεδίου», «Χαίρε Ποτέ» κ.λπ..  Δημιουργίες της, δε, έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά, Ιταλικά, Γαλλικά, Ισπανικά κ.α.. Θεωρείται, και οχι τυχαία, κέφαλαιο στο χώρο του ελληνικού πολιτισμού.

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα, με την οικογένειά της, στο Μουζάκι Καρδίτσας. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Επί σειρά ετών εργάσθηκε σε θέσεις ευθύνης σε πολυεθνικές εταιρείες. Από τον Μάρτιο του 2016 λειτουργεί ως διευθύντρια τη λογοτεχνική ιστοσελίδα «Λόγω Γραφής» www.logografis.gr ...περισσότερα

Αρχειοθήκη