«Α-μπε-μπα-μπλομ», ένα κείμενο της Μαριάννας Γληνού

Βραδιάζει πιο γρήγορα ο κόσμος τους χειμώνες. Πέφτει η κουρτίνα σαν σε λήξη παράστασης. Με τους ηθοποιούς πίσω από την κουρτίνα, αραδιασμένους στη σειρά σε απόσταση δύο μέτρων. Στάδιο είναι ετούτη η σκηνή! Κι η ελπίδα για χειροκρότημα σβησμένη. Οι κόκκινες βελούδινες πολυθρόνες, μετά την πρόσφατη ανακαίνιση, κενές. Ένα φουλάρι μόνο σφηνωμένο στο κλείσιμο της πολυθρόνας.

Περπατώ με τη συμπληρωμένη φόρμα στην τσάντα. Δικαιολογία μετακίνησης 2. Μετάβαση σε εν λειτουργία κατάστημα προμηθειών, αγαθών πρώτης ανάγκης, όπου δεν είναι δυνατή η αποστολή τους.

Ναι, αυτό δεν μπορούσα. Να αρνηθώ την τελευταία μου διασκέδαση, τον έλεγχο τιμών από κατάστημα σε κατάστημα για να γλυτώσω ένα εικοσάλεπτο. Η προσφορά έχει μπει σε αγώνα πρωτιάς. Ένα μονόλεπτο διαφορά στο είδος, μαζεύεις σε τρεις μέρες το ποσόν για μια τσιχλόφουσκα. Να την τριγυρίζεις στο στόμα ώρα κι ύστερα, με όση αηδία έχεις μαζέψει, να σπας την φούσκα αναιδώς στα μούτρα της «προσφοράς».

Βγάζω τη μάσκα από το λαστιχάκι, όπως πρέπει, «ιατρικά» και την αφήνω ελεύθερη να ανεμίζει. Βγάζω την καπνοθήκη από την τσάντα και αρχίζω να «στρίβω» ένα τσιγάρο. (Ο καπνός, για τους επιμένοντες στο σπορ, οικονομικά είναι πιο συμφέρων). Θέλει την διαδικασία του και αυτό. Φυσάει ένας βοριάς και σηκώνει πέρα και τον καπνό και το φίλτρο. Βάζω κόντρα το σώμα και ξαναρχίζω. Με το άναμα του τσιγάρου, νιώθω σαν να έβαλα φωτιά σε γερμανικό καμιόνι. Δύο απανωτές παραβιάσεις των κανόνων, μισή μάσκα και τσιγάρο. Αν πάει η ώρα εννιά, το καβάτζωσα το πρόστιμο. Χίλια ευρώ αποτιμάται αυτή η κουτσή ελευθερία. Πάει και αυτό το αναφαίρετο δικαίωμα. Θυσιάστηκε στο άλλο, το μεγαλύτερο, εκείνο της ζωής. Της διατήρησής της, όχι της ίδιας. Το άλλο, της περιουσίας, το πλήρωσαν οι παππούδες, οι γονείς και τώρα η σειρά μας να το πληρώνουμε κι εμείς. Πώς γίναμε όλοι μ’ ένα σπίτι τσιφλικάδες!

Πιο πάνω από το απέναντι πεζοδρόμιο κατηφορίζει μια γυναίκα. Με μάσκα κατεβασμένη στον λαιμό. Ταυτόχρονες αντιδράσεις: εκείνη να την ανεβάσει κι εγώ να την φορέσω πίσω και από το άλλο αυτί. Τα μάτια μας χαμογελούν. Σαν δύο παιδιά πιασμένα από τον δάσκαλο να κάνουμε την ίδια αταξία. Με την ασφάλεια του δρόμου να μας δίνει ένα ελαφρυντικό. Και μια κρυμμένη υποψία πιασμένη στην διπλωμένη καρέκλα του θεάτρου σαν το φουλάρι, ναι ρε, μήπως ετούτο δεν πρέπει να πάψουμε να κάνουμε; Να χαμογελάμε;

Πιο κάτω βλέπω ένα μπλόκο από αστυνομικούς. Έχουν σταματήσει το λεωφορείο και προσμετρούν τους επιβάτες. Και; Πώς θα γίνει η επιλογή εκείνων που οφείλουν να κατέβουν; Και ποιοι θα συνεχίσουν; Α-μπε-μπα-μπλομ-του-κιθε-μπλομ-α-μπε-μπα-μπλομ-του-κιθε-μπλομ-μπλιμ -μπλομ. Φτου και βγαίνω! Αν ο COVID είχε σκέψη, φαντάζομαι, με τον ίδιο τόπο θα έκανε την επιλογή του.

 Στρίβω στον προηγούμενο δρόμο. Ανηφορικός, μοναχικός και σκοτεινός. Μου λείπει η μπογιά για να γράψω συνθήματα στους τοίχους. Δίπλα μου περνούν, αραιά και που, αυτοκίνητα. Να πάνε πού οι τζιπάρες τώρα που κλείσανε τα χιονοδρομικά; Κοιτάζω γύρω μου καχύποπτα. Τελευταία, λέει, κυκλοφορούν και αστυνομικοί με πολιτικά για να διαφυλάξουν την τήρηση των κανόνων. Μοιράζουν «προστίματα». Λες κι είναι βοήθεια από τον ΟΗΕ!

Τόσες απανωτές εξεγέρσεις από ποταπούς ήρωες -εμάς τους απλούς ανθρώπους- αιώνια αδαείς για τους ηρωισμούς τους!

Μα με το πρόστιμο σε προστατεύω και εσύ φτωχό μυαλό δεν το καταλαβαίνεις! Με τα τριακόσια ευρώ που ήδη δεν έχεις, που αν είχες, θα πλήρωνες χωρίς άγχος την δόση του ηλεκτρικού, τον τρεχούμενο λογαριασμό, τη δόση για την ΕΥΔΑΠ κι αν σου περίσσευε θα αγόραζες και την προσφορά του κοτόπουλου, τελικά όχι μόνο δεν θα  πληρώσεις αλλά θα χρωστάς κι άλλα πιο πολλά. Πώς στις μέρες μας η προστασία μεταφράζεται σε φράγκα;

Δεν είμαι ήρωας και ούτε θέλω να γίνω.

Δεν είμαι επαναστάτης, ούτε κι αυτό είναι κρυφός μου πόθος.

Τηρώ τα μέτρα και μένω ασφαλής. Μα πρέπει να μείνω και άνθρωπος. Να βλέπω ψηλά και να νιώθω αξιοπρεπής. Ο φόβος (φοβάμαι!) πώς γίνεται θεριό και τρέφεται από τους ανθρώπους που κερδίζει. Ανακοινώσεις θανάτων πάνω σε θανάτους, αυξανόμενοι θάνατοι, λίγες οι Μ.Ε.Θ., φόβος πάνω στον φόβο και προστίματα, προστίματα… Ποιο απ’ όλα τα καλούδια να διαλέξεις;

Γυρίζω το κλειδί στην πόρτα του σπιτιού. Πάνω από τις δύο κάσες τη πόρτας με περιμένουν τρία σπουργίτια. Αύριο, με τα μάτια μου στους τοίχους, θα ζωγραφίζω δέντρα για να έχουν να πετούν. Και το κλουβί μας, εγώ ζωγραφίζοντας κι εκείνα πετώντας, ελευθερία θα το λέμε. Κι ας πούνε μερικοί πως, εξόν από τα άλλα χρωστούμενα, χρωστάω και της Μιχαλούς…

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Μουζάκι Καρδίτσας. Γράφει από μικρό παιδί, όμως μόνο όταν ήρθε στη ζωή το δικό της παιδί ένιωσε ότι μπορεί να μοιραστεί τις λέξεις της, τις εικόνες της. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Μιλάει και γράφει άπταιστα την αγγλική και κάνει φιλότιμες προσπάθειες για την ιταλική. Σπουδάζει κλασικό πιάνο. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music