«Αφιέρωμα στο Βαρώσι», παρουσιάζει ο Κυριάκος Στυλιανού

Καλό μήνα και από την Κύπρο, φίλοι αναγνώστες (και συνεργάτες) της Λόγω Γραφής!

 

Η στήλη “Λόγω Γραφής… ες γην εναλίαν Κύπρον”, εξ΄ αφορμής των τελευταίων γεγονότων, κάνει ένα μικρό αφιέρωμα στην κατεχόμενη Αμμόχωστο, παρουσιάζοντας για το μήνα Νοέμβριο -σε προδημοσίευση- τμήματα της ανέκδοτης Νουβέλας «Βαρώσι μου, στοιχειώνεις τα όνειρά μου», της ποιήτριας Βούλας Αντωνίου, καθώς επίσης και το σχετικό ποίημα «Βαρώσι», των Κώστα Βασιλείου και Γιώργου Κωνσταντίνου, στα κυπριακά, με σχετικό γλωσσάρι.

 


«Βαρώσι μου, στοιχειώνεις τα όνειρά μου», εισαγωγικό σημείωμα:

 

Ξεκίνησε να με απασχολεί ιδιαίτερα το θέμα του Βαρωσιού, της  «πόλης φάντασμα», πριν από έξι χρόνια, σε μία επίσκεψη στα κατεχόμενα, εκεί στην παραλία της Γλώσσας με τα ξενοδοχεία φαντάσματα.

Tα πρώην πολυτελή ξενοδοχεία, θαύμα της τότε εποχής, μαρτυρούν το τι έγινε σε αυτόν τον τόπο.

Μόνο αυτά μείνανε μάρτυρες, όλα τα άλλα είναι σαν να ξεχάσανε…

Το ξεχασμένο «Δεν ξεχνώ». Εδώ όμως δεν μπορείς να ξεχάσεις. Η αντίθεση τόσο έντονη, η μαρτυρία τόσο δυνατή.

Απέκτησα πολλούς φίλους Βαρωσιώτες και πάντα με συγκινούσε η μαχητικότητά τους. Με ενέπνευσαν οι ιστορίες τους, ένιωσα σαν αυτούς  και   ξεκίνησα να γράφω αυτή την ιστορία.

Η ιστορία διαδραματίζεται στο Βαρώσι το 1973 και φτάνει μέχρι σήμερα.

Το σήμερα που  τόσο ραγδαία αλλάζει.

Οι  ζωές των ηρώων μας στην σκιά των πολιτικών γεγονότων της εποχής, με αποκορύφωμα τον πόλεμο που τους χωρίζει.

Οι ζωές των ηρώων μας σήμερα.

Η πόλη σαράντα  έξι χρόνια είναι έρημη.

Οι δρόμοι, τα σπίτια, έχουν χορταριάσει.

Η πόλη μοιάζει στοιχειωμένη, όπως στοιχειωμένες είναι και οι μνήμες των αλλοτινών κατοίκων τής άλλοτε ακμάζουσας αυτής πόλης.

Οι Βαρωσιώτες ζουν κατάσπαρτοι σε όλη την Κύπρο αλλά και σε όλο τον κόσμο.

Τους ενώνει ένας κοινός πόθος, ένα πάθος για επιστροφή.

Μεταφέρουν στα παιδιά και στα εγγόνια τους τον πόθο, τις μνήμες, το πάθος για την πόλη.

Έτσι η πόλη ζει ακόμα… στις μνήμες και στις θύμισες.

 

Βούλα Αντωνίου


«Βαρώσι μου, στοιχειώνεις τα όνειρά μου»

H   Αμμόχωστος είναι χρυσαφένια.

Χρυσαφένια η άμμος, χρυσαφένιος ο ήλιος, χρυσαφένια και η ζωή και τα όνειρα των κατοίκων της.

Η Χρύσω ή Χρυσαφένια, αυτό ήταν το επίσημο όνομα που της χάρισε η νουνά της και έπρεπε να το τιμά, όπως συχνά φρόντιζε να της θυμίζει η μητέρα της, καθόταν μαζί με τη γιαγιά της σε μια από τις βεράντες του ξενοδοχείου Φλώριδα.

Αυτή όμως το μίκρυνε το όνομά της, έτσι για να είναι πιο εύηχο. Αργότερα σκεπτόταν πως όλα τα κακά που τους βρήκαν μπορεί να προκλήθηκαν και από αυτό… Από το ότι δεν τίμησε, δεν σεβάστηκε το όνομά της, που ήταν και το επίθετο της χρυσαφένιας πόλης…

Αστεία σκέψη αλλά την έκανε.

Μαζί με τόσες άλλες.

Εκείνο το μεσημέρι, όμορφο και δροσερό σαν τα περισσότερα μεσημέρια του Ιουνίου, είχε μια αγωνία στην ψυχή που δεν μπορούσε να προσδιορίσει την αιτία της. […]

[…] Ο ήλιος έδυσε για ακόμα μια μέρα και παρέδωσε τη σκυτάλη όπως δισεκατομμύρια χρόνια  γίνεται  και στην Αμμόχωστο και αλλού, στο μαύρο της νύχτας. Μιας νύχτας που κανείς δεν φανταζόταν πως πολύ σύντομα θα έπεφτε βαριά και ασήκωτη για χρόνια ολόκληρα στην αγαπημένη τους πόλη. Βράδια πολλά, πανέμορφα διαδέχονταν  το ένα το άλλο εκείνο το καλοκαίρι και χάριζαν απλόχερα συγκινήσεις και ευχάριστες στιγμές, αγάπες, πόθους, χωρισμούς και προδοσίες στα λαίμαργα νιάτα της πόλης.

Εντελβάις, Μποκάτσιο, σινεμά Χατζηχαμπή και μετά βόλτες μέχρι το Ακταίον, και μετά ποιος θα παραβγεί στο κολύμπι  από το Αλάσια μέχρι την Καμήλα.

Ήταν όμορφη η ζωή στην Αμμόχωστο.

Λίγο πριν το τέλος

Λίγες μέρες  μετά, ακόμα ένα  βράδυ  του Ιούλη του 1974, ένα  αυτοκίνητο  είναι παρκαρισμένο έξω από ένα όμορφο σπίτι στην Αμμόχωστο. Γίνεται  ένα πάρτι γενεθλίων. Νεαροί είναι ακουμπημένοι πάνω και συζητούν… Μεταξύ τους και ο Χρήστος.

«Ήρθε η ώρα παιδιά! Αυτή την φορά η Κύπρος θα γίνει Ελληνική.»

«Και πού το βασίζεις αυτό, φίλε;»

«Η μητέρα Ελλάδα δεν θα μας αφήσει. Άνθρωποι με όραμα συνεργάζονται και εδώ και στην Αθήνα για να γίνει επιτέλους το όνειρό μας αλήθεια! Κύπρος, Γη Ελληνική!»

«Και πώς θα γίνει αυτό;»

«Εφόσον εδώ η τάξη  πραγμάτων είναι ανίκανη να αρθεί στο ύψος των περιστάσεων αξίζει να καθαιρεθεί!»

Η στιχομυθία των νεαρών ακουγόταν τρομακτική και παράξενη.

Ο Ιάκωβος πλησιάζει αθόρυβα χωρίς να τον πάρουν είδηση.

«Αυτό είναι επικίνδυνο φίλε και το ξέρεις!»

Τόλμησε να διατυπώσει τη γνώμη του, έστω και αν ήξερε πως αυτό μπορούσε να σηκώσει φουρτούνες.

«Εμείς ξέρουμε πως δεν μπορούμε άλλο μακριά από τη μητέρα Ελλάδα!»

«Θα μας κάψετε! Θα κάψετε όλη την Κύπρο!»

«Φίλε, αυτό θα φανεί.»

«Άμυαλοι!»

«Δειλοί!»

«Ε… παιδιά, αν δεν κάνω λάθος ήρθαμε εδώ να διασκεδάσουμε! Πάμε μέσα!»

Ο Ιάκωβος  άκουγε τις τελευταίες ατάκες  επιλέγοντας να μην πει κάτι άλλο. Δεν είχε νόημα, σκέφτηκε.

Στο εσωτερικό του σπιτιού ακούγεται  μουσική. Νεανικά κορμιά χορεύουν παθιασμένα.

Ένα κορίτσι από λάθος σκοντάφτει και πέφτει πάνω σε έναν καθρέφτη, ο όποιος σπάζει. Αυτό θεωρείται γρουσουζιά. Κάποια βλέμματα ανταλλάσσονται ανήσυχα για μια στιγμή αλλά μετά ξεχνούν το θέμα και συνεχίζουν την διασκέδαση.

Έξω το φεγγάρι κρύβεται πίσω από ένα σύννεφο.

Η παράλια σκοτεινιάζει.

Μετά το τέλος του πάρτι, ο  Ιάκωβος,  που γιόρταζε  τα γενέθλια  του, συζητά με τον πατέρα  του.

«Αυτό που με θυμώνει πιο πολύ είναι πως το βλέπω να έρχεται και δεν μπορώ να κάνω κάτι. Και αυτοί τους οποίους θεωρούσα πως έχουν μυαλό, τελικά δεν έχουν, όλοι μοιάζουν να έχουν παρανοήσει… Και φτάνει η στιγμή που φτάνω να λέω «O Θεός βοηθός, o  Θεός να μας λυπηθεί», όπως θα έλεγε και η μητέρα σου.

«Ελπίζω πατέρα πως αυτή την φορά κάνεις λάθος και είσαι υπερβολικός.»

«Μακάρι γιε μου να είμαι… Μακάρι…»

Ο πατέρας του Ιάκωβου δεν είχε λάθος.

Το δράμα ακολούθησε.

Έφυγαν προσωρινά όπως όλοι.

Προσωρινά για 45 χρόνια.

Το καλοκαίρι συνέχιζε -όπως ήταν συνηθισμένο- την πορεία του. Η Χρύσω πολλές φορές αργότερα είχε σκεφτεί πως εκείνο το άδικο καλοκαίρι, ο χρόνος θα έπρεπε να είχε σταματήσει, να είχε σταματήσει για να μην γίνει το κακό.

Το μεγάλο κακό που στοίχισε και στοίχειωσε τις ζωές τους.

Λίγο πριν το τέλος  2

«Μην φύγεις Αντρέα, δεν καταλαβαίνεις; Είναι πουλημένα όλα, δεν το καταλαβαίνεις;» φώναζε η μητέρα της Χρύσως τραβώντας από το μανίκι τον σύζυγό της.

«Θα πάμε μέχρι το Μπογάζι, να δούμε τι γίνεται και θα επιστρέψουμε… Ηρέμησε, αγάπη μου…» Ο Αντρέας προσπάθησε να καθησυχάσει την γυναίκα του.

«Όχι!» Αντήχησε η φωνή της μητέρας της Χρύσως. Η φωνή όμως δεν στάθηκε ικανή να τον κρατήσει, ούτε και οι απελπισμένες κινήσεις της. Της έδωσε ένα πεταχτό φιλί και έφυγε.

Η Χρύσω όλη αυτή την ώρα ήταν στο άλλο δωμάτιο. Όταν άκουσε την πόρτα να κλείνει εμφανίστηκε.

«Έλα μητέρα, εσύ πάντοτε λες πως ο πατέρας ξέρει τι κάνει.»

«Αυτή την φορά δεν ξέρει παιδί μου, αυτή την φορά δεν ξέρει!» απάντησε η μητέρα της όλο τρόμο.

Η Χρύσω με βαριά βήματα περπάτησε μέχρι το παράθυρο. Τράβηξε την κουρτίνα  και είδε τον πατέρα της. Αυτός διαισθάνθηκε το βλέμμα της και γύρισε  πίσω  να την κοιτάξει… Αυτή ήταν η  τελευταία φορά που είδαν  ο ένας τον άλλο… Η Χρύσω έσφιξε τα μάτια από τον πόνο.

ΜΕΤΑ ΤΟ 1974

Η ζωή μετά

ή

Η  προσπάθεια ζωής

ΑΘΗΝΑ Σεπτέμβρης 1974

Μια κοπέλα κατεβαίνει και πάει και αγοράσει εφημερίδα και ψωμί από εκεί κοντά. Περπατά σκυφτή και με ώμους  γυρτούς. Επιστρέφει, μπαίνει στην είσοδο της πολυκατοικίας. Ο θυρωρός την καλημερίζει.

-Γεια σου κορίτσι μου.

Η φωνή του κυρίου Θανάση είχε πολλή λύπη μέσα ή καλύτερα οίκτο, οίκτο για αυτούς τους ανθρώπους που από την μια μέρα στην άλλη άλλαξε τόσο βίαια η ζωή τους.

-Γεια σου, κυρ Θανάση. Απάντησε κουρασμένα η Χρύσω.

-Τι γίνεται κορίτσι μου, πώς  είναι η μητέρα σου; Ρώτησε ο καλοκάγαθος θυρωρός.

-Όσο γίνεται καλά κύριε Θανάση. Ανεβαίνω τώρα, γεια σας…

Η απάντηση της Χρύσως ήταν κοφτή, προσπάθησε να μη ακούγεται αγενής αλλά δεν μπορούσε να ανέχεται τα πολλά,  πολλά  λόγια από αγνώστους. Ο κυρ Θανάσης ήταν καλός άνθρωπος αλλά ως εκεί. Δεν ήθελε πολλά πολλά… Έτσι και αλλιώς κανείς δεν μπορούσε να καταλάβει τι περνούσαν. Η Χρύσω βάζει το κλειδί στην πόρτα, ανοίγει, μια φωνή ακούγεται.

-Εσύ είσαι, Χρύσω;

Η φωνή της μητέρας της είχε αλλάξει από τότε που έφυγαν από την Αμμόχωστο. Είχε γίνει ψυχρή, στεγνή, άχρωμη.

-Εγώ είμαι μητέρα.

Η απάντηση της Χρύσως βρήκε την μητέρα μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο.

-Μητέρα πάλι κλειστά έχεις τα φυλλαράκια;  Είπαμε να τα ανοίγεις, να μπαίνει φως…

Οι προτροπές της Χρύσως πήγαιναν άδικα κάθε φορά που λέγονταν. Ήταν σαν να υπήρχε ένα παραβάν, σε ό,τι προσλάμβανε η μητέρα της και απλά δεν περνούσε το μήνυμα. Και η άρνηση, η μεγάλη άρνηση.

-Δεν έχει πια φως Χρύσω, μας το πήραν, μας το πήραν μαζί με το Βαρώσι μας.

-Μητέρα, η ζωή δεν μπορεί να σταματήσει.

Η Χρύσω ένοιωθε την ψυχή της να σπαράζει κάθε φορά που έβλεπε την μητέρα της έτσι. Δεν την ένοιαζε για τον εαυτό της αλλά για την μητέρα της. Που η ζωή της επιφύλασσε τόση σκληρότητα, τόσο πόνο, τόση μοναξιά. Τώρα, στο τέλος της ζωής της. Το πρόωρο τέλος, διότι η Χρύσω το ήξερε πως η μητέρα της δεν είχε πολύ μέλλον χωρίς τον αγαπημένο της σύζυγο.

-Σταμάτησε Χρύσω. Βίαια. Μαζί με τον πατέρα σου.

[…] Στην Κύπρο

Δεκέμβρης  1974

Το Παραλίμνι  ήταν η πιο κοντινή επιλογή. Για να την βλέπει  από μακριά. Αλλά να μην μπορεί να την αγγίξει. Προσπαθούσε να τραβήξει την ματιά του όσο πιο μακριά μπορούσε. Να την ατενίζει από μακριά. Αυτό μόνο μπορούσαν να κάνουν πια. Και αυτός και όλοι.

-Δεν νομίζω πως θα το συνηθίσω ποτέ…

Ακούστηκε η φωνή του Ιάκωβου, τόσο σκληρή όσο και η  πέτρα στην οποία καθόταν ο φίλος του.

=Ποιο από τα δυο; Ποια από τις δύο απώλειες;

Το  ερώτημα του Λεωνίδα ήταν κοφτό. Κοφτό σαν μαχαίρι.

-Και τις δυο. Πάνε μαζί. Όμορφες και οι δυο, και τις έχασα και τις δυο.

-Και εγώ, Ιάκωβε, αισθάνομαι πολύ θυμό μέσα μου. Δεν ξέρω αν θα περάσει ποτέ. Τι προδοσία. Το ξέραμε, το βλέπαμε, όσοι δεν το ήξεραν ήταν χαζοί…

-…Ή απλά εγκληματίες…

Ο Ιάκωβος ένοιωθε τον θυμό να φουντώνει μέσα του. Πώς ήταν δυνατόν να συνέβησαν όλα αυτά, πώς ήταν δυνατόν να τα αφήσουν να συμβούν.

-Και τώρα, τώρα τι γίνεται;

Η ερώτηση του Λεωνίδα του φάνηκε περιττή.

-Τώρα η ζωή μας έχει αλλάξει. Για πάντα.

Η απάντηση ορθή,  κοφτή, δεδομένη. […] 

 

 


Βαρώσι

 

Ποιος έσιει το δικαίωμα

ν΄ αννοίει να βαώνει

τη θάλασσα του Βαρωσιού

να την τσακροκλειώννει;

Ποιος έσιει το δικαίωμα

ποιος έσιει το φιρμάνι

την πέρκαλλην Αγιά Σοφκιά

με τα εφτά καμπαναρκά

Τζαμί να κάμει χάνι

ποιος έσιει το δικαίωμα

τη Μόρφου την Τζερύνεια

την Ακανθού τη Χάραφτη

χάβρα να κάμει Ίμια;

Εν τζι εν σακκούλα εξάκιλη

να σσιίζει τζαι να ράβκει

έννεν βορτακοντύμματα

έννεν άμμος να ζάφκει

εν ρότσος ακατάλυτος

σκουρούπαττος βαθύρριζος

ένας κάττος εφτάψυχος

π΄ αθάνατος θα μείνει

φωθκιά μες στο καμίνι

το νάμι Ρωμιοσύνη.

 

Κώστας Βασιλείου, Γιώργος Κωνσταντίνου


Γλωσσάρι:

βαώνω: κλείνω, τσακροκλειδώνω: κλειδώνω με σιδερένιο κλειδί, φιρμάνι: διαταγή, Χάραφτη: βραχώδης ακρογιαλιά στο Καρπάσι που θυμίζει Χάρυβδη, σακκούλα: σάκος μεγάλης χωρητικότητας (λεγόταν και σατζιί), βορτακοντύμματα: πράσινο πλεχτό του βατράχου (βόρτακος), ζάφκω: σκάβω, ρότσος: πέτρα, νάμι (name): όνομα.


 

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Μουζάκι Καρδίτσας. Γράφει από μικρό παιδί, όμως μόνο όταν ήρθε στη ζωή το δικό της παιδί ένιωσε ότι μπορεί να μοιραστεί τις λέξεις της, τις εικόνες της. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Μιλάει και γράφει άπταιστα την αγγλική και κάνει φιλότιμες προσπάθειες για την ιταλική. Σπουδάζει κλασικό πιάνο. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη