“Ατελέσφορη πέδηση”, ένα διήγημα του Απόστολου Παλιεράκη

[“Ο Θεός δεν μου έδωσε τον έλεγχο της επόμενης στιγμής, αλλά αυτής.”
Μοχάντας Γκάντι]

 

«Σκίζεται η γη;»

«Τι ανατριχιαστικός ήχος… Σα να σκίζεται η γη!»

« Θεέ μου! Έρχεται κατά πάνω μου, θα με σκοτώσει!»

«Θεέ μου! Πάει κατά πάνω του θα τον σκοτώσει!»

 Ατελέσφορη πέδηση…

«Δεν αισθάνομαι το σώμα μου… ποιος είναι τούτος από πάνω μου;… ήρθε ο χάρος να με πάρει… δεν μπορώ να μιλήσω … χάνω κάθε επαφή… σβήνω…»

***

Απευθύνομαι, γεμάτος αγωνία, στους περίεργους που συγκεντρώνονται γύρω μας, ενώ έχει αρχίσει να σχηματίζεται μια μικρή λίμνη αίματος κάτω από το χτυπημένο του κεφάλι.

– Τον χτύπησε… δεν πρόλαβε να σταματήσει…  χτύπησε και στο κεφάλι… αιμορραγεί … δεν ξέρω  αν αναπνέει… καλέστε την τροχαία ρε παιδιά … ένα ασθενοφόρο…

Όπως πάντα σ’ αυτές τις περιπτώσεις, τα γεγονότα εξελίχθηκαν σε ελάχιστα δευτερόλεπτα. Άνοιξε το φανάρι για τους πεζούς κι αυτός εδώ ξεκίνησε βιαστικά να περάσει απέναντι, χωρίς να κοιτάξει αν τ’ αυτοκίνητα είχαν σταματήσει. Ακολούθησε ο ανατριχιαστικός ήχος του απότομου φρεναρίσματος. Εμένα, όπως συνήθως, με καθυστέρησε το πόδι μου. Αυτός βρέθηκε αιμόφυρτος στο δρόμο κι εγώ τώρα από πάνω του, να προσπαθώ να καταλάβω αν είναι ζωντανός, απευθύνοντας στους περίεργους που συγκεντρώνονται γύρω μας εκκλήσεις για βοήθεια. Ποιος να είσαι φίλε μου; Κάποιος, σαν και μένα, μαγκούφης που ίσως έφτασε η ώρα του να πάψει να περιφέρεται σε τούτο τον πλανήτη σαν την άδικη κατάρα; Κάποιος σαστισμένος απ’ τα προβλήματά του που ‘πεσε στο χάρο του να λυτρωθεί; Κοίτα να δεις που δεν το’ χα προσέξει· ο χάρος και η χάρις διαφέρουν μόνο ένα γράμμα. Το πιθανότερο όμως, κάποιος που έχει άλλους να φροντίζει· οικογένεια… κάποιον άρρωστο γονιό…

-Απομακρυνθείτε· να φύγουν οι περίεργοι· αν είναι κανείς γιατρός να μείνει να βοηθήσει μέχρι να φτάσει το ασθενοφόρο. Εσείς ποιος και τι του είστε κύριε;

Η ερώτηση του τροχονόμου απευθύνεται σε μένα. Σηκώνομαι, δεν έχει νόημα να στέκω πάνω από τον χτυπημένο· αφού γιατρός δεν είμαι,  η καλλίτερη βοήθεια που μπορώ να του προσφέρω είναι να τον αφήσω να αναπνεύσει – αν αναπνέει ακόμα-  και να απαντήσω στην ερώτηση του τροχονόμου.

Ο οδηγός του ξέφρενου αυτοκινήτου έχει βγει σαστισμένος και προσπαθεί να συνειδητοποιήσει τι του συμβαίνει·  αν και δεν είμαι στο μυαλό του, είμαι σίγουρος πως εύχεται να βλέπει εφιάλτη.

Μια παχουλή, με τσιριχτή φωνή  φωνάζει ότι της κλέψανε το κινητό.  Ακούγονται   νότες από την   εισαγωγή ενός περιπαθούς σουξέ.

«Αυτός είναι!» τσιρίζει η παχουλή, δείχνοντας έναν κακοντυμένο, με μια φθαρμένη αθλητική φόρμα, που απομακρύνεται βιαστικά. «Είναι ο ήχος του κινητού μου· καλέ μην τον αφήνετε· πιάστε τον καλέ!»

-Περίμενα  στο πεζοδρόμιο μαζί με το θύμα και αν είχα κι εγώ ξεκινήσει μαζί του, όταν άναψε το πράσινο για τους πεζούς, θα ήμουν ξαπλωμένος δίπλα του… Μου είναι παντελώς άγνωστος, απαντώ στην ερώτηση του τροχονόμου…

Η παχουλή εξακολουθεί τις εκκλήσεις της για τη σύλληψη του κλέφτη… πού βρίσκω αυτιά να την ακούω;

-Είστε λοιπόν αυτόπτης μάρτυς· θα χρειαστούμε τη μαρτυρία σας· περιμένετε σας παρακαλώ, μη φύγετε.

Βεβαίως και δεν θα φύγω· εδώ ένας άνθρωπος – που κάλλιστα θα μπορούσα να είμαι  εγώ στη θέση του- ίσως να κινδυνεύει  να μείνει ανάπηρος όπως εγώ, να ταλαιπωρείται στη υπόλοιπη ζωή του, ή και το χείριστο, να έχει χάσει τη ζωή του. Δεν θα το αφήσω αυτό στους ψευδομάρτυρες. Να γίνω κι εγώ χρήσιμος μετά από πολύ καιρό.

-Δεν φεύγω κύριε τροχονόμε.

Γυρίζω να δω καλλίτερα τον δράστη, οδηγό του μοιραίου αυτοκινήτου. Είναι ένας νεαρός καλοντυμένος, για την ακρίβεια ντυμένος και στολισμένος  ακριβά. Ακόμη και το κινητό του, που ετοιμάζεται να χρησιμοποιήσει, είναι τελευταίο μοντέλο.  Γιαπάκι  ή γόνος πλούσιας οικογένειας ή… από εκείνους που καβαλάνε ένα εντυπωσιακό αυτοκίνητο και συμπεριφέρονται ως κυρίαρχοι του κόσμου. Με τέτοιους τύπους έχω πολύ κοντραριστεί,  φορές που το ‘φερε η τύχη  να διασταυρωθούν οι δρόμοι μας, σε  στιγμές αποφράδες. Τα αποτελέσματα μιας τέτοιας διασταύρωσης έχουν εγκατασταθεί μόνιμα στην αριστερή μου ωμοπλάτη. Ήταν μια Δευτέρα πρωί, Γενάρης του ‘81·  πήγαινα στη δουλειά μου ακούγοντας στο ραδιόφωνο μια συζήτηση για «τη θερμοκρασιακή αναστροφή» και το «νέφος», που είχε τότε κάνει την εμφάνισή του στον ουρανό της Αθήνας. Ο τύπος βγήκε με τη BMW του από STOP, χωρίς να ελέγξει αν μπορούσε και έπεσε πάνω μου με ταχύτητα. Τις ζημιές του  αυτοκινήτου μου, υποτιμημένες βέβαια, τις πλήρωσε, με χίλια βάσανα, η απαράδεχτη ασφαλιστική του εταιρία, που αργότερα πτώχευσε·  τον τραυματισμό μου κανείς, αφού ο ιατροδικαστής έκρινε ότι το καταγματάκι στην ωμοπλάτη μου ήταν αμελητέο και σχεδόν με είχε κατσαδιάσει που τόλμησα να τον απασχολήσω.  Μήπως  δικοί του θα ήταν οι πόνοι τις υγρές μέρες από κει και πέρα και το καρούμπαλο στην πλάτη, που δε σταματά να μεγαλώνει και μάλλον χρειάζεται εγχείρηση; Συνηθισμένα, βέβαια, τα βουνά από χιόνια. Στο κάτω-κάτω, να είμαι κι ευχαριστημένος που την έβγαλα τότε έτσι φτηνά και πήρε παράταση το κομμάτι της ζωής μου που το έζησα αρτιμελής. Ο τύπος, τότε, είχε βγει από το αυτοκίνητό του και το γυρόφερνε για να εντοπίσει τις ζημιές του, απαξιώντας ν’ ασχοληθεί με τη δική μου τύχη. Στη δίκαιη διαμαρτυρία μου, απάντησε με περιφρονητική σιωπή και μπήκε στ’ αυτοκίνητό του, να το σκάσει. Στάθηκα μπροστά του και κατάλαβα, από το φαρμακερό του βλέμμα, πως δεν απόκλειε το ενδεχόμενο να περάσει από πάνω μου. Στους τροχονόμους  που καταφτάσαν, μετά από τηλεφώνημα κάποιου μαγαζάτορα, διαμαρτυρήθηκε πως καθυστερούσα ένα  σπουδαίο επαγγελματικό ραντεβού του, κρατικού ενδιαφέροντος. Όσα ακολούθησαν έδειξαν ότι είχα μπλέξει. Τον τύπο δεν τον ξανάδα, αλλά βρέθηκα αντιμέτωπος με το σκοτεινό  πλέγμα που τον προστάτευε και εδραίωνε το θράσος του.

Ο καλοντυμένος νεαρός είχε κιόλας  συνέλθει και άρχιζε τα τηλεφωνήματα, να έρθουν να τον σώσουν. Με το θύμα του, ούτε που ασχολήθηκε. Εν τω μεταξύ, έχει φθάσει το ασθενοφόρο, μέσα σε πανδαιμόνιο από  μανιασμένα κορναρίσματα, εξ’ αιτίας της ανάσχεσης που προκάλεσε στην κυκλοφορία το δυστύχημα.

Ο τροχονόμος πάνω από τον τραυματία, ψάχνει στις τσέπες του να βρει κάποιο στοιχείο για την ταυτότητα του και βρίσκει την ίδια του την ταυτότητα.

-Ίκαρος Αγραφιώτης, διαβάζει μεγαλόφωνα, για τον συνάδελφό του που ενημέρωνε την Υπηρεσία τους.

Τινάζομαι. «Είναι αυτός! Τόσα χρόνια αναμονής!…»

Ο  τραυματίας, ο Ίκαρος Αγραφιώτης -για σκέψου!- έχει πλέον μεταφερθεί στο ασθενοφόρο.  Ο τροχονόμος καλεί το νεαρό κι εμένα να πάμε στο σημείο που έχει σταθμεύσει το ανακριτικό της Τροχαίας, να δώσουμε τα στοιχεία μας και μια σύντομη κατάθεση.

Για σκέψου, αυτός… ο Ίκαρος! Πώς δεν τον αναγνώρισα; Είκοσι τόσα χρόνια πέρασαν και κάθε μέρα  τον έφερνα και τον ξανάφερνα στο νου μου. Αν και απίστευτα γερασμένος, δεν έχει και πολύ αλλάξει η φυσιογνωμία του. Κι όμως δεν τον αναγνώρισα! Επικράτησε, φαίνεται, η αγωνία για τον άνθρωπο που κινδύνευε ή που, ίσως, είχε χάσει τη ζωή του.

****

Ήτανε σε μια πρωτομαγιάτικη εκδρομή στην Επίδαυρο που συνέβη αυτό και τους έχασα. Μετά το φαγητό, τους άφησα για λίγο, να πάω να βρω τσιγάρα.

Επέστρεψα από την αντίθετη κατεύθυνση, κάνοντας μια μικρή βόλτα στα λιγοστά δρομάκια του χωριού. Αυτό που ξαφνικά αντίκρισα με διέλυσε· ένα αίσθημα απέραντης μοναξιάς με κυρίευσε. Είδα τον κόσμο να σωριάζεται μπροστά μου. Η εικόνα στα μάτια μου αλλόκοτη· απίστευτη προδοσία.

Μπήκα στο αυτοκίνητό μου με δολοφονική παρορμητική διάθεση. Όμως,  σαν γύρισα το κλειδί, οι κινήσεις μου έστρεψαν το τιμόνι σ’ άλλη κατεύθυνση και  τo εκδικητικό μου μένος  μακριά και όπως το ‘φερε η τύχη, κατά του ίδιου μου του εαυτού. Πατούσα το γκάζι με μανία, χωρίς να γνωρίζω πού βρισκόμουν και πού πήγαινα. Ένα άσπρο άλογο ξεπετάχτηκε, από τα χωράφια  στο δρόμο, καλπάζοντας. Ατελέσφορη  πέδηση…

Όταν ξύπνησα, το κεφάλι μου ήταν γεμάτο από πόνο και  άδειο από μνήμες· σαν  να μην ήθελα να ξέρω ποιος ήμουν. Δεν έμεινα για πολύ σ’ αυτή τη μετέωρη κατάσταση. Το νευρικό μου σύστημα έστελνε πληροφορίες στον εγκέφαλο  από κάθε σημείο του σώματός μου. Τα μηνύματα, όμως, που έρχονταν από το αριστερό μου πόδι,  ήταν συγκεχυμένα. Σύντομα και η μνήμη  αποκατάστησε βασανιστικά  την ανεπιθύμητη τάξη της. Άρχισα να έχω αίσθηση του περιβάλλοντος. Η επιστροφή μου  στη    ζοφερή  πραγματικότητα ξεκίνησε με την αναγνώριση των κατακόκκινων ματιών και του ταλαιπωρημένου  προσώπου της αδελφής μου, που μου κρατούσε το χέρι με αγωνία. Το πρώτο, που μου είπαν οι γιατροί, ήταν πως είχα πλέον διαφύγει τον κίνδυνο του θανάτου, το δεύτερο πως  το αριστερό μου πόδι δεν θα είναι όπως πριν, παρά τις προσπάθειές τους. Υπήρχε και ένα «ευτυχώς» που μου το πρόσφερε η τεχνολογική πρόοδος· θα έπαιρνε βέβαια κάποιο χρόνο, αλλά οι επιπτώσεις στις καθημερινές μου δραστηριότητες θα περιορίζονταν πάρα πολύ και με τον καιρό θα γινόντουσαν «σχεδόν ανεπαίσθητες». Παρηγοριά στον άρρωστο· και, το χειρότερο, αισθανόμουν  την ψυχή μου να μην είναι πια παρούσα. Η αδελφή μου, πολύ απορημένη, με πληροφόρησε πως Μαρία και Ίκαρος δεν έπαψαν να με φροντίζουν, ως δυο μέρες πριν, που άνοιξε η γη και τους κατάπιε. Ανησυχούσε για το τι μπορούσε να τους συμβαίνει.

Του Ίκαρου το πρόσωπο φαίνεται πως το είχα διαγράψει, χωρίς να το έχω καταλάβει· ένα ασαφές περίγραμμα νεανικού προσώπου, που βολόδερνε στη μνήμη μου, με ξεγελούσε. Το συνειδητοποιώ τώρα που δεν τον αναγνώρισα. Τον  γεράκο που χαροπαλεύει στο ασθενοφόρο δεν τον είχα φανταστεί ποτέ.

****

Αυτό που συνέβη τώρα τι είναι; Θεία δίκη; Ποτέ δεν την επικαλέστηκα. Την ήθελα αποκλειστικά ανθρώπινη και δική μου. Ήρθε η στιγμή της συνάντησής μας, τελείως διαφορετική από αυτήν που τόσες φορές έπαιξε η φαντασία μου, ανταποκρινόμενη στην  κυρίαρχη βούληση τού είναι μου, όλα αυτά τα χρόνια·  να πάρω μια απάντηση για την απίστευτη προδοσία και να εκδικηθώ για τα κλεμμένα, δίχως ποτέ να ξέρω πώς…

Και τώρα -ξαφνικά- αντιλαμβάνομαι πως δεν υπάρχει τίποτε που να διεκδικώ. Το πρόσωπο μου, το έβλεπαν τα μάτια μου στον καθρέφτη να γερνά,  αλλά δεν έστελνε κανένα μήνυμα στις εμμονές μου. Τώρα, σε μια μόνο στιγμή, έφυγε από το νου μου και το στοιχειωμένο πρόσωπο της Μαρίας. Δεν είμαι πια αυτός που θα ρωτήσει, αλλά αυτός που οφείλει ν’ απαντήσει.

****

-Θα έλθετε κύριε; Με ρωτάει πάλι ο τροχονόμος.

-Βέβαια… μάλιστα… έρχομαι…

Δεν θα το αφήσω αυτό στους ψευδομάρτυρες. Εγώ είμαι… εδώ… ο μόνος που γνωρίζει τι ύβρη είναι η αρπαγή του χρόνου μιας ζωής  και  ποιος  ο υβριστής. Εγώ είμαι… εδώ… ο μόνος που γνωρίζει το αμετάθετο βάρος μιας στιγμής. Εγώ είμαι… εδώ… γεμάτος απορίες.  Εγώ είμαι εδώ. Και μόνο εγώ γνωρίζω τη διαδοχή των γεγονότων.

 


Το διήγημα με τον τίτλο “Ατελέσφορη πέδηση” παρουσιάζεται στη Λόγω Γραφής σε πρώτη δημοσίευση και συμπεριλαμβάνεται σε Συλλογή Διηγημάτων του Απόστολου Παλιεράκη, η οποία βρίσκεται προς έκδοση.

Ευχαριστούμε θερμά τον συγγραφέα για την προτίμησή του και την εμπιστοσύνη του.

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Μουζάκι Καρδίτσας. Γράφει από μικρό παιδί, όμως μόνο όταν ήρθε στη ζωή το δικό της παιδί ένιωσε ότι μπορεί να μοιραστεί τις λέξεις της, τις εικόνες της. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Μιλάει και γράφει άπταιστα την αγγλική και κάνει φιλότιμες προσπάθειες για την ιταλική. Σπουδάζει κλασικό πιάνο. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music