“Αριάδνη”, γράφει η Μαριάννα Γληνού

Δεν υπάρχει τίποτα απ’ αυτά που σκέφτεσαι. Ποιος κοινός δρόμος και μαλακίες; Επειδή αγοράσαμε ένα δεύτερο αυτοκίνητο, φτιάξαμε σπίτι, πήραμε ίδιο μπουφάν για να μοιάζουμε, πήραμε και κοινό δρόμο; Δεν το κατάλαβες ακόμη, ο καθένας ότι θέλει κάνει. Κι αν ακόμη κάποτε ίσχυαν αυτά που σκέπτεσαι, πόσο κράτησε, όσο μια σαπουνόφουσκα, ή η μνήμη του χρυσόψαρου, δευτερόλεπτα. Να ζεις μετά με την ψευδαίσθηση της σαπουνόφουσκας στα σαράντα σου, μεγάλη απαίτηση από τη ζωή σου και όχι μόνο. Και από τους άλλους. Να τους φορτώνεις με το βάρος των ψευδαισθήσεων σου, τόσο πολύ ώστε να τις κάνεις απαιτήσεις, πολύ βαρύ, φιλενάδα, ούτε Άγιος δεν θα μπορούσε να το αντέξει. Άλλο αυτό. Τους είδες ποτέ; Τους άγγιξες; Σου πήρανε τον πόνο;  Ή μόνο όταν πιστεύεις γίνεται αυτό; Μακάρι να υπήρχε κάτι. Αναλογίστηκες ποτέ πόσοι άνθρωποι σφάχτηκαν, όχι απλά σκοτώθηκαν, γιατί να σε πυροβολήσει κάποιος να πεθάνεις, εντάξει λες, μια στιγμή και θα περάσει, να σου κάνει μία ένεση να ξέρεις πως θα τελειώσεις σε λίγο, πάει στο καλό, αλλά να σε βασανίσει με τα πιο φρικτά βασανιστήρια στο όνομα της πίστης, ε, αυτό και μόνο τι σου λέει; Οργανάκι σε τοπική μπάντα μικρών ή μεγάλων ψευδαισθήσεων. Μικρών ζωών, τέλος πάντων. Και εσύ, έδωσες τόσο νόημα, βάρυνες τόσο πολύ τη ζωή σου, λες και θα ζήσεις για χίλιους μαζί. Ποια νομίζεις πως είσαι; Δεν υπάρχει τίποτα από αυτά που σκέφτεσαι, στο ξαναλέγω μήπως και το εμπεδώσεις. Αν το καταλάβεις αυτό, τότε θα δεις πως τα πράγματα θα κυλάνε πιο ομαλά και για σένα και για τους άλλους. Ποιος γάμος από αγάπη, ποια αγάπη, ποια κοινή άποψη στα πράγματα, ποια κοινή ζωή; Το «σκάσε και κολύμπα», νομίζεις έτσι βγήκε;

Πήρανε κάποιοι την απόφαση, γιατί έτσι είθισται μετά την «εις γάμου κοινωνία»,να ακολουθούν και τα παιδιά. Έτσι βρέθηκες εδώ. Ένα φυσικό αποτέλεσμα μιας ολιγόλεπτης, ή πιθανά και πιο αργής, πάντως τετελειωμένης συνουσίας. Καμιά κοσμική συνάντηση. Κανένας αστρικός, περίεργος, αξιοπρόσεκτος ή αξιοσημείωτος συνδυασμός. Απλή συνουσία, γκέκε ή όχι ακόμη; Από αυτήν που στο τέλος όλοι μας σκουπιζόμαστε. Μετά τι ψάχνεις; Χιλιάδες χρόνια τώρα, οι άνθρωποι από κάτι ψάχνανε ο καθένας. Είδες εσύ κανέναν να βρίσκει τίποτα;

Κουράστηκα. Δεν ξέρεις πόσο πολύ έχω κουραστεί…  Όλα όσα μου λες, ήταν ακριβώς αυτά που φοβόμουν. Τα ίδια σκέφτομαι και ‘γω, καιρό τώρα. Μόνο που εγώ φοβόμουνα να τα πω έτσι, γιατί αν τα έλεγα, πίστευα πως ξαφνικά και με κάποιον ανεξήγητο τρόπο, θα γίνονταν αλήθεια. Και το φοβάμαι αυτό. Τα φοβάμαι τα σκληρά πράγματα που είναι αλήθεια. Και έχω τόσο πολύ ανάγκη να πιστεύω, για να συνεχίζω να ζω. Όχι μην σκεφτείς τίποτα ακραίο. Να συνεχίσω να σκέπτομαι και να υπάρχω σαν ξεχωριστό άτομο. Νιώθω που νιώθω τύψεις και έχω πάντα ταυτόχρονα και την ακριβώς αντίθετη άποψη από αυτό που σκέπτομαι, μέσα στο μυαλό μου. Ξέρεις τι βάσανο είναι αυτό; Να πολεμάς ο ίδιος την ίδια σου τη σκέψη.

Ή να μπαίνεις στο μυαλό του άλλου και, την ίδια στιγμή που σου μιλάει να έρχονται στο μυαλό σου, σαν πιθανές διορθώσεις ορθογραφικού λεξικού, όλες οι πιθανές του απαντήσεις. Σα να ζεις την ίδια στιγμή χίλιες φορές. Πώς μπορώ να σου εξηγήσω να με καταλάβεις; Αν δεν υπάρχει κοινός δρόμος, όλες οι αγάπες μας γίνονται ψευδαισθήσεις. Έτσι καταλαβαίνω εγώ .Παραμυθιάσματα. Και στην Μυρτώ μου, αρέσουνε πολύ τα παραμύθια. Θα πρέπει να μου αρέσανε και μένα, αν κρίνω από τώρα. Με λίγα λόγια μου λες πως δεν υπάρχω εγώ. Δεν μπορώ να υπάρχω εγώ αφού τα πράγματα δεν είναι όπως τα σκέπτομαι. Ή όπως τα θέλω ή όπως τα ελπίζω να είναι. Να τώρα δυο σπουργίτια τσακώνονταν στο μπαλκόνι μου, ήταν ψευδαίσθησή μου αυτό που έβλεπα και άκουγα, κι αν δεν ήταν, γιατί να είναι αυτό που περιμένω και πιστεύω; Και τα δύο καθιστούν ένα αδιαίρετο σύνολο, εμένα. Συνολάκι, αλλά έτσι όπως στο λέω. Αδιαίρετο. Διαφορετικά καταργούμαι. Η ολοκληρωμένη συνουσία, τότε στην περίπτωσή μου, έστω κι αν οδήγησε στο επιθυμητό αποτέλεσμα, απέτυχε. Ούτε συν, ούτε ουσία. Και συ όταν λες, ζω μαζί σου, όταν λες «σε αγαπάω», τι εννοείς; Δεν «χάνεσαι» μέσα στον άλλο, να υποθέσω. Δεν είναι το ζητούμενο να χαθείς μαζί του, σα μια βουτιά σε καθαρά ή θολά νερά και να έρθετε μαζί, πιασμένοι χέρι- χέρι, ξανά στην επιφάνεια;

Ο κόσμος που σκέπτομαι και ζω εγώ, μου λες πως δεν υπάρχει. Ψευδαίσθηση μου που νόμισα πως αγαπήθηκα γιατί έβλεπα και ένιωθα έτσι τα πράγματα. Ναι, θέλω, το έχω ανάγκη να με αγαπάνε για αυτό που είμαι, κι ας είναι ανεδαφικό ή ψέμα το μικρό-σύμπαν μου. Σε όποιον δεν αρέσει αυτό, απλά λέει ψέματα. Ή είναι πολύ σκληρός ή έμαθε να ζει μόνος, πολύ μόνος. Ή δεν πρόλαβε να μεγαλώσει, να νομίσει πως τον αγαπούν και αγαπά, να κάνει παιδιά. Αν δεν υπάρχουνε τα πράγματα έτσι όπως τα πορεύουμε στο μυαλό μας και στην ψυχή μας, λογάριασε, τι κόσμο θα κληρονομήσω στα παιδιά μου; Το τίποτα από μένα, το τίποτα από τα πάντα.

Ίσως σας αρέσει και

2 Σχόλια

  • Ρόζα Σαντοριναίου
    17 Οκτωβρίου 2016 at 22:59

    Ο δρόμος ο κοινός…Πού να ξέραμε τα ορατά και τα αόρατα εμπόδια? Μακάρι και να μπορούσαμε, μακάρι και να μπορούσα κάτι να άλλαζα…. Σας ευχαριστώ!

  • Μαριάννα Γληνού
    18 Οκτωβρίου 2016 at 23:10

    Φαίνεται, πως απαντήσεις δεν υπάρχουν . Ίσως , αν , γιατί, αν δεν… Μόνο ερωτήσεις! Η απάντηση είναι μόνο μία. Μοναδική για τον καθένα, όπως τα αποτυπώματά μας. Άλλο δεν ξέρω να πω.

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Μουζάκι Καρδίτσας. Γράφει από μικρό παιδί, όμως μόνο όταν ήρθε στη ζωή το δικό της παιδί ένιωσε ότι μπορεί να μοιραστεί τις λέξεις της, τις εικόνες της. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Μιλάει και γράφει άπταιστα την αγγλική και κάνει φιλότιμες προσπάθειες για την ιταλική. Σπουδάζει κλασικό πιάνο. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη