«Αγνή γη», ένα διήγημα της Βασιλείας Αργυροπούλου για τη λογοτεχνική δράση «Λόγω Γραφής – Ιαπωνική Βεντάλια»

Η έντονη ευωδία που σκορπιζόταν στον αέρα από τα νυχτολούλουδα, που απλωνόντουσαν αυτάρεσκα στον τοίχο του μικρού μπαλκονιού, έδειχνε πως η άνοιξη είχε μπει για τα καλά. Σούρουπο. Οι τελευταίες αχτίδες του ήλιου γλιστρούσαν από την μισάνοικτη μπαλκονόπορτα μέσα στο σιωπηλό δωμάτιο. Οι σκιές παιχνίδιζαν με τις μωβ κουρτίνες και τα άδεια μπουκάλια από φτηνό ουίσκι που ήταν σκορπισμένα στο ξύλινο πάτωμα. Ακούστηκε ο ήχος των κλειδιών στην πόρτα. Ο γάτος πλησίασε νωχελικά νιαουρίζοντας και κουνώντας με ανυπομονησία την ουρά του πέρα δώθε. Μπήκε μέσα στο σπίτι τρικλίζοντας. Η νευρική κίνηση της ουράς του Σούκι του έφερε ζαλάδα. Σκόνταψε πάνω σε μια άδεια βαλίτσα που βρισκόταν μπροστά απ’ τον καναπέ. Μόλις που πρόλαβε να πιαστεί από το μπράτσο της κοντινής πολυθρόνας πριν σωριαστεί κάτω. Αφού άνοιξε την αγαπημένη γατοτροφή στον μοναδικό του φίλο, βούλιαξε μέσα στον καναπέ, έχοντας όλη την ώρα στο στόμα του ένα συγκεκριμένο όνομα. Μαρίνα. Το όνομα της κόρης του…

Τρία χρόνια πέρασαν και ακόμη να συγχωρέσει τον εαυτό του. Έπρεπε να είχε προσέξει το μηχανάκι που παραβίαζε το κόκκινο τρέχοντας και να είχε σταματήσει έγκαιρα. Δεν το έκανε όμως. Εκείνος την γλύτωσε με λίγες γρατζουνιές. Ο οδηγός της μηχανής και η κόρη του σκοτώθηκαν ακαριαία…

Συνέχισε να γεμίζει το ποτήρι με ποτό μέχρι που το άδειο μπουκάλι κύλισε στο πάτωμα παίρνοντας την θέση του δίπλα στα υπόλοιπα. Ο ήχος από το κινητό έσπασε τη σιωπή.

«Μάνο γιατί δεν σηκώνεις το τηλέφωνο; Ετοιμάζεσαι; Σε δυο μέρες πετάμε για Τόκυο. Αν χρειαστεί θα έρθω να σε πάρω σηκωτό» ήταν η ανήσυχη φωνή της παιδικής του φίλης, της Μάνιας.

Εκείνος ακούμπησε το κινητό πάνω στο τραπεζάκι χωρίς να δώσει καμία απάντηση, πήρε αγκαλιά την αγαπημένη φωτογραφία της κόρης του και έπεσε σε λήθαργο.

Αισθάνθηκε το σώμα του να είναι ξαπλωμένο σε κάτι μαλακό και αφράτο. Το κεφάλι του να ακουμπάει σε ένα μεγάλο λευκό πουπουλένιο μαξιλάρι. Ανοιγόκλεισε τα μάτια παραξενεμένος. Βρισκόταν σ’ ένα άγνωστο, σχεδόν άδειο στενό δωμάτιο. Άκουσε ένα διακριτικό χτύπημα στην πόρτα. Κάνοντας να σηκωθεί, συνειδητοποίησε πως ήταν ξαπλωμένος στο πάτωμα. Το στρώμα ήταν απλωμένο πάνω σ’ ένα ψάθινο χαλάκι. Άνοιξε την πόρτα που έμοιαζε με χάρτινη. Ένας άντρας με διαπεραστικό μα γαλήνιο συνάμα βλέμμα τον κοίταζε επίμονα. Είχε ασιατικά χαρακτηριστικά, ξυρισμένο το κεφάλι και φορούσε ένα μαύρο κιμονό. Τον χαιρέτησε ευγενικά σκύβοντας ελαφρά και ενώνοντας τις παλάμες του σε θέση προσευχής.

«Ποιος είσαι;» Ο Μάνος τον ρώτησε απότομα.

Ο ξένος του έγνεψε να τον ακολουθήσει κι εκείνος το έκανε απρόθυμα αλλά γεμάτος περιέργεια. Ένα λευκό φως τον τύφλωσε. Σήκωσε το χέρι του προσπαθώντας να δημιουργήσει σκιά και άνοιξε με δυσκολία τα μάτια του. Βρέθηκε κάτω από ένα πελώριο δέντρο. Ήταν γεμάτο με λευκά άνθη. Μερικά μάλιστα έπεσαν πάνω στα μαλλιά του.

«Είναι μια ανθισμένη κερασιά. Είναι γεμάτη η Ιαπωνία από ανθισμένες κερασιές αυτή την εποχή» του ψιθύρισε στ’ αυτί ο ξένος.

«Και τι μ’ αυτό;» Ξαναρώτησε εκείνος με αγένεια.

«Η γέννηση και ο θάνατος είναι μέρος του κύκλου της ζωής, ψάξε για το εφήμερο» απάντησε αινιγματικά ο ξένος και χάθηκε στο χωμάτινο μονοπάτι.

Ξύπνησε μέσα στ’ αναφιλητά, ενοχλημένος απ’ το φως που τρύπωνε σαν κλέφτης απ’ τα παντζούρια. Τα δάκρυα είχαν μουσκέψει το πρόσωπό του. Ένιωθε το σώμα του πιασμένο παντού. Κοίταξε τριγύρω το ακατάστατο δωμάτιο. Συνειδητοποίησε ότι βρισκόταν ακόμη στο σπίτι του.

«Όνειρο ήταν» μονολόγησε ανακουφισμένος.

Δεν πρόλαβε να σηκωθεί απ’ τον καναπέ όταν το κουδούνι της πόρτας ακούστηκε ανυπόμονο. Με το που άνοιξε την πόρτα η Μάνια εισέβαλε στο δωμάτιο και κοίταξε έκπληκτη τα άδεια μπουκάλια.

«Δε μου λες, πας φιρί-φιρί να αυτοκτονήσεις; Αυτό θες; Εσύ δεν έπινες ούτε ένα ποτήρι κρασί. Δεν μπορώ να σε καταλάβω καθόλου. Βρωμάς κιόλας. Μπες αμέσως κάτω απ’ το ντους και μετά θα τα πούμε ένα χεράκι» του είπε χωρίς να πάρει ανάσα και τον τράβηξε προς το μπάνιο.

Στο μεταξύ μάζεψε όπως-όπως το σαλόνι και έφτιαξε καφέ. Ο Μάνος βγήκε καθαρός και νηφάλιος απ’ το μπάνιο και βούλιαξε στην αγαπημένη του πολυθρόνα. Η Μάνια τού σέρβιρε καφέ και συνέχισε ακάθεκτη.

«Έχεις μιάμιση μέρα να ετοιμασθείς και μην τολμήσεις να μου ξεφουρνίσεις καμία δικαιολογία γιατί δεν πρόκειται να μου αλλάξεις γνώμη. Θα σε σύρω με το ζόρι μέχρι το αεροδρόμιο! Κατάλαβες;»

«Σύμφωνοι, με έπεισες, θα ‘ρθω» της απάντησε με μια ευκολία που την ξάφνιασε. Δεν περίμενε τόσο εύκολη τη νίκη της. Εξάλλου εκείνη δεν είχε άλλο χρονικό περιθώριο. Έπρεπε να γυρίσει στους μαθητές της στο Πανεπιστήμιο του Κιότο το συντομότερο δυνατό.

Μετά από τρεις σχεδόν ολόκληρες μέρες έφθασαν στο αεροδρόμιο Haneda του Τόκυο, αργά το απόγευμα. Μπήκαν σε ένα ταξί για να συνεχίσουν προς τον προορισμό τους. Η Μάνια είχε κλείσει δωμάτιο σε έναν παραδοσιακό ξενώνα. Μια ανθισμένη κερασιά τους περίμενε απ’ έξω. Έμοιαζε μ’ εκείνη μέσα στ’ όνειρο. Του φάνηκε πολύ περίεργο.

Στην υποδοχή του ξενώνα τους περίμεναν με ένα ευγενικό χαμόγελο και την χαρακτηριστική υπόκλιση με τις παλάμες ενωμένες. Ήταν πολύ εξυπηρετικοί. Τους έδειξαν τα δωμάτιά τους και τους ενημέρωσαν για το πότε θα έπαιρναν βραδινό. Μπήκε κουρασμένος και κακοδιάθετος μέσα στο δωμάτιο. Ήθελε επειγόντως να πιει κάτι. Ένιωθε το σώμα του να τρέμει απ’ την έλλειψη αλκοόλ. Το μυαλό του ήταν σκοτισμένο. Κοίταξε αφηρημένα τριγύρω για να βρει ν’ ακουμπήσει κάπου την βαλίτσα. Μπροστά του βρισκόταν το δωμάτιο ακριβώς όπως το είχε δει στ’ όνειρό του. Παράτησε τα πράγματα στη μέση και βγήκε έξω στο μικρό δρομάκι ακριβώς κάτω απ’ την ανθισμένη κερασιά. Ο φρέσκος αέρας θα του έκανε καλό. Δεν πρόλαβε να σταθεί για λίγο όταν εμφανίστηκε μπροστά του ο μοναχός που είχε δει στ’ όνειρό του.

«Τα κατάφερες και ήρθες τελικά, δεν θα το μετανιώσεις. Θα ήθελες να με ακολουθήσεις; Θα ήταν χαρά μου να σε οδηγήσω στο δέντρο τ’ ουρανού» του είπε με ήρεμη φωνή.

Τον ακολούθησε χωρίς να φέρει και ιδιαίτερη αντίσταση. Για κάποιο περίεργο λόγο του ενέπνευσε εμπιστοσύνη.

Η σιωπή ανάμεσά τους ήταν εκκωφαντική. Ύστερα από κάμποση ώρα περπάτημα, μέσα από φωτισμένους δρόμους και υπαίθριες αγορές, έφθασαν μπροστά από έναν πολύ ψηλό πύργο φωτισμένο με πολύχρωμα φώτα και φτιαγμένο από μέταλλο. Του φάνηκε πως λίγο ακόμη και θα άγγιζε τον ουρανό.

«Αντέχεις να φθάσεις στην κορυφή;» Τον ρώτησε με ένα χαμόγελο μισοκρυμμένο πίσω από τα χείλη του. Μια σπίθα πρόκλησης έλαμψε στα μάτια του.

Έφτασαν  στην κορυφή κάνοντας μικρές στάσεις για να πάρουν μιαν ανάσα και να χαρούν την θέα. Επικρατούσε μια συνωμοτική ησυχία. Σχεδόν την άγγιζες. Σκαρφαλώνοντας τον συνεπήρε ένα αίσθημα ελευθερίας και φόβου ταυτόχρονα. Πρώτη φορά ύστερα από τρία χρόνια. Ο άγνωστος καινούργιος φίλος σα να διάβασε τη σκέψη του και ένιωσε τα συναισθήματά του. Τον συμβούλεψε:

«Άφησε πίσω σου το παρελθόν, απελευθερώσου απ’ τον πόνο, τις άσχημες σκέψεις, τις προσκολλήσεις. Βίωσε μόνο αυτό που βλέπεις αυτή τη στιγμή, μόνο αυτό έχει σημασία, μόνο αυτό θα σε οδηγήσει στη γαλήνη».

Για έναν περίεργο λόγο δεν ξαφνιάστηκε καθόλου απ’ τα λόγια του αυτή τη φορά. Σα να τα περίμενε κιόλας. Με τα πολλά… είχε αρχίσει να μπαίνει στο νόημα.

«Μου λες που ήσουν τόση ώρα; Ανησύχησα. Νόμιζα πως χάθηκες!» Χείμαρρος έβγαιναν οι λέξεις απ’ το στόμα της Μάνιας μόλις τον αντίκρισε.

Τον περίμενε στην είσοδο, περπατώντας νευρικά πάνω, κάτω. Αποφάσισε πως ήταν η κατάλληλη στιγμή να της διηγηθεί όλη εκείνη την παράξενη ιστορία.

«Σαν πολύ περίεργα μου τα λες, μήπως ήπιες τίποτα:» ήταν η αντίδραση της Μάνιας. «Άντε να πάμε για ύπνο τώρα, αύριο ταξιδεύουμε για Κιότο» συνέχισε απτόητη.

Την άλλη μέρα το πρωί αξημέρωτα, βρέθηκε στον κεντρικό σταθμό των τρένων του Τόκυο. Το κτίριο γεμάτο μεγαλοπρέπεια δέσποζε στο χώρο. Ο Θόλος εντυπωσιακός. Μέσα του φώλιαζαν τα πιο γρήγορα τρένα του κόσμου.  Ένιωθε λίγο κουρασμένος ύστερα απ’ το χθεσινό ξενύχτι. Παρόλα αυτά ήταν ενθουσιασμένος σαν μικρό παιδί. Για πρώτη φορά αντίκριζε ένα τραίνο shinkansen. Το πιο γρήγορο τραίνο του κόσμου. Του φαινόταν σαν μια μεταλλική αστραφτερή χρυσαλλίδα, έτοιμη να τον ταξιδέψει πέρα από τον χρόνο. Μπήκε μέσα και βολεύτηκε στη θέση του. Το τρένο ανάπτυξε ταχύτητα αμέσως. Η Μάνια έκλεισε τα μάτια της και έσφιξε ασυναίσθητα τα δόντια της. Πάντα την έπιανε ίλιγγος όταν ταξίδευε με τo bullet train. Ο Μάνος το έριξε στον ύπνο για να περάσει η ώρα.

Έφθασαν στο διαμέρισμα της Μάνιας αργά το απόγευμα. Ο Μάνος έριξε μια γρήγορη ματιά τριγύρω. Το βρήκε μικρό αλλά συμπαθητικό. Βιαζόταν να βολευτεί και να ξαμοληθεί στους δρόμους του Κιότο. Επιθυμούσε να κάνει μια βόλτα στην παλιά συνοικία με τα ξύλινα σπίτια. Είχε ακούσει τόσες ιστορίες γι’ αυτήν… Το σκοτάδι είχε πέσει για τα καλά όταν αποφάσισε να βγει έξω.

«Μεγάλη η χάρη σου να βγω έξω τέτοια ώρα, έχε χάρη που πεινάω σαν λύκος» του γκρίνιαξε η Μάνια.

Εκείνος ούτε που της έδωσε σημασία. Βγήκε έξω. Πιάστηκε η ανάσα του από την ομορφιά του δειλινού. Τα πολύχρωμα φώτα έδιναν μια γιορταστική νότα στην ατμόσφαιρα. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή του φάνηκε πως άρχισε ν’ απολαμβάνει το ταξίδι. Η παλιά συνοικία με τα ξύλινα σπίτια -το ένα κολλημένο στο άλλο- έμοιαζαν να θέλουν να σε παρασύρουν πίσω στο χρόνο. Τότε που οι γκέισες περπατούσαν στα πέτρινα σοκάκια με μικρά κοφτά βήματα και τα πολύχρωμα κιμονό, τα πουδραρισμένα πρόσωπα με τα έντονα κόκκινα χείλη και τους χαρακτηριστικούς εβένινους κότσους. Σα να πήρε το μάτι του μια τέτοια παρουσία να γλιστρά από δίπλα του και να χάνεται μέσα σ’ ένα σκοτεινό δρομάκι. Ίσως όμως και να ήταν η φαντασία του…

Έφθασαν στο εστιατόριο την κατάλληλη στιγμή.

«Ακούω την κοιλιά μου να διαμαρτύρεται» εκμυστηρεύτηκε γελώντας στη Μάνια. Η Ayaka (πολύχρωμο λουλούδι) και ο Kazuo (αρμονικό άτομο) τους υποδέχτηκαν με χαμόγελα και περίσσια ευγένεια. Η Μάνια βλέπεις ήταν θαμώνας του εστιατορίου αυτού. Ο Μάνος δεν άργησε ν’ αποφασίσει τι θα παραγγείλει. Δυο μερίδες σούπα με μανιτάρια, φύκια και ρύζι. Τα μανιτάρια ήταν βλέπεις τ’ αγαπημένα του. Η Μάνια λάτρευε το σούσι.

«Θέλεις να πιούμε σάκε; Να μην το παρακάνουμε όμως» τον ρώτησε. Εκείνος έγνεψε καταφατικά και αφέθηκε ν’ απολαύσει τη στιγμή.

Την άλλη μέρα το πρωί η Μάνια έφυγε βιαστικά για το Πανεπιστήμιο. Ο Μάνος μη έχοντας κάτι άλλο να κάνει πήρε τη μεγάλη απόφαση να επισκεφθεί έναν βουδιστικό ναό. Τον πιο κοντινό ίσως. Δεν τον ένοιαζε και πολύ. Ήθελε απλώς να πάρει τους δρόμους κι όπου τον έβγαζαν. Οι ενοχές για το ατύχημα είχαν αρχίσει να κρύβονται στο πίσω μέρος του μυαλού του και οι άσχημες σκέψεις να ξεφτίζουν. Ένα αίσθημα αισιοδοξίας τον πλημμύρισε.

Βγαίνοντας από την πολυκατοικία έπεσε πρόσωπο με πρόσωπο με τον άγνωστο μοναχό. Όχι πως δεν το περίμενε βέβαια.

«Καλώς τον, ευχάριστη έκπληξη!» Του είπε και ένα διστακτικό χαμόγελο χαράχτηκε στα χείλη του. «Το όνομά μου είναι Sora (έννοια τ’ ουρανού), είμαι βουδιστής μοναχός που ασκείται στο zazen (στον καθιστικό διαλογισμό)» συστήθηκε  ο νέος του φίλος.

Ο Μάνος αντιλήφθηκε πως μέχρι εκείνη τη στιγμή μιλούσε και κατανοούσε  το νόημα των λόγων του  μόνο με τη βοήθεια των σπασμένων αγγλικών που γνώριζε από το δημοτικό.

«Μου επιτρέπεις να σε ξεναγήσω στην πόλη;» Ρώτησε ο μοναχός.

«Γιατί όχι, τι έχω να χάσω;» Απάντησε ψυλλιασμένος ο Μάνος.

«Θα επισκεφθούμε πρώτα το Rioanzi, έναν βουδιστικό ναό του zen. Εκεί που βρίσκεται ο κήπος των βράχων η αλλιώς ο ξερός τόπος» του εξήγησε ο μοναχός.

Μπήκαν στο ταξί που τους περίμενε και κατευθύνθηκαν προς το ναό.

Για πότε βρέθηκε χωμένος σ’ ένα δάσος από σημύδες δεν το κατάλαβε. Το θρόισμα των φύλλων ακουγόταν σαν μουσική στ’ αυτιά του. Πήρε το μονοπάτι περνώντας την κόκκινη πύλη.

«Πάντα να περπατάς στη μέση του μονοπατιού, στις δύο άκρες περπατούν μόνο οι θεοί» τον συμβούλεψε ο Sora.

Χώθηκε για λίγο μέσα στο δάσος. Ήθελε ν’ αφουγκραστεί τους ήχους. Μια λίμνη με νούφαρα ανθισμένα έκανε την εμφάνισή της απ’ το πουθενά. Το φως του ήλιου καθρεφτιζόταν στα ήσυχα νερά της. Η λίμνη λαμπύριζε. Εκεί που περπατούσε αμέριμνα, έπεσε πάνω σε μια πέτρινη γούρνα με τρεχούμενο νερό.

«Το όνομά της σημαίνει: γνωρίζω την αυτάρκεια», του ψιθύρισε ο Sora.

Και εκεί που δεν το περίμενε βρέθηκε σ’ ένα ξέφωτο. Ο ναός φτιαγμένος από ξύλο, απλός και άδειος, φαινόταν να βρίσκεται εκεί από πάντα, πλήρως εναρμονισμένος με το τοπίο. Από εκείνη την στιγμή άφησε το ένστικτό του να τον οδηγήσει. Βρέθηκε  μπροστά σ’ ένα παρτέρι γεμάτο χαλίκια και δεκαπέντε βράχους σοφά καρφωμένους στο χώμα.

«Ώστε αυτό λοιπόν είναι το αντανακλώμενο σύμπαν», μονολόγησε ο Μάνος που είχε ακούσει τη συζήτηση μιας παρέας πριν από λίγο.

Ένας νεαρός έπαιζε το ξύλινο φλάουτο από μπαμπού. Προσπαθούσε να πιάσει την μελωδία της αρμονίας.

«Αποδοχή, είμαστε όλοι ένα» συμπλήρωσε ο συνοδοιπόρος.

Ένιωσε ξαφνικά πως αιωρούταν στο κενό. Ένα-ένα τα βαρίδια του παρελθόντος ξεκολλούσαν από πάνω του. Και ακόμα βρισκόταν στην αρχή. Γύρισε προς το μέρος του μοναχού και τον ρώτησε με κατασταλαγμένη φωνή:

«Θα με βοηθήσεις να βρω το μονοπάτι; Να βρω την Αγνή Γη;»…

Ο μοναχός κάρφωσε το βλέμμα του πάνω στον Μάνο και του απάντησε μ’ ένα ποίημα τάνκα:

Μέσα στη σιωπή

άνθη κερασιάς γνέφουν

παιχνίδια του νου

κήποι λουσμένοι στο φως

προσμένουν την γαλήνη

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα, με την οικογένειά της, στο Μουζάκι Καρδίτσας. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Επί σειρά ετών εργάσθηκε σε θέσεις ευθύνης σε πολυεθνικές εταιρείες. Από τον Μάρτιο του 2016 λειτουργεί ως διευθύντρια τη λογοτεχνική ιστοσελίδα «Λόγω Γραφής» www.logografis.gr ...περισσότερα

Αρχειοθήκη