«Ίαν ΜακΓιούαν», γράφει ο Τόλης Αναγνωστόπουλος

Ίαν ΜακΓιούαν/Μικρό βιογραφικό

Ο Ίαν ΜακΓιούαν γεννήθηκε το 1948, σπούδασε στα Πανεπιστήμια Sussex και East Anglia και δημοσίευσε την πρώτη του συλλογή διηγημάτων, με τίτλο “Fist Love, Last Rites”, το 1975, αποσπώντας μάλιστα το βραβείο Somerset Maughman, και τη δεύτερη με τίτλο “Between the Sheets”, το 1977. Το 1987 κέρδισε το Whitbread Award (και το Prix Femina Etranger, έξι χρόνια μετά), για το μυθιστόρημά του “Child in Time”. Έχει γράψει αρκετά μυθιστορήματα και σενάρια για τον κινηματογράφο. Τρία μυθιστορήματά του συμπεριλήφθηκαν στις τελικές υποψηφιότητες για το βραβείο Booker (“Έμμονη αγάπη”, “Άμστερνταμ”, “Εξιλέωση”). Το βραβείο τού απονεμήθηκε, τελικά, το 1998, για το “Άμστερνταμ”. Η “Εξιλέωση” (2002), επίσης, έχει τιμηθεί με τα εξής βραβεία: W.H. Smith Literary Award (2002), National Book Critics” Circle Fiction Award (2003), Los Angeles Times Prize for Fiction (2003), και Santiago Prize for the European Novel (2004). Για το μυθιστόρημα “Σάββατο” τιμήθηκε το 2006 με το βραβείο James Tait Black Memorial Prize.

Αναλύοντας τον ΜακΓιούαν – Συγγραφικό ισοζύγιο

 Ο Μακγιούαν  είναι από τους πιο κομψούς αφηγηματικά συγγραφείς με υποδειγματικό ρυθμό και χωρίς πολλές περιττές λέξεις ή φράσεις. Απευθύνεται στον αναγνώστη με  ένα λόγο απλό, κατανοητό, χωρίς συναισθηματικές και υπερβολικές εξάρσεις, στολίζοντας τα έργα του με μίνιμαλ διακόσμηση και ιδανικό χρώμα και ένταση.

Έχει αδιαμφισβήτητες δεξιότητες, με πιο αντιπροσωπευτική την ψυχολογική λεπτομέρεια στους χαρακτήρες, στους οποίους και κεντράρει αφήνοντας σε δεύτερο πλάνο την πλοκή.

Έχει βέβαια αχαλίνωτη φαντασία, όλα του τα βιβλία έχουν πρωτότυπες και ιντριγκαδόρικες ιστορίες. Ειδικά τα πρώτα του πονήματα βουτηγμένα  στη βία, τις άβολες σεξουαλικές στιγμές με αρνητικούς και αντιπαθητικούς ήρωες, έκαναν αίσθηση γιατί εκεί ήταν αυτός που ήθελε και έπρεπε.

Ψυχρός στην αφήγηση με ένα ύφος μη συναισθηματικό και με θεματολογία προκλητική «έκοβε και έραβε» λογοτεχνικά αψηφώντας κοινωνικές συμβάσεις και  «καλομαθημένους» αναγνώστες. Έχοντας  πάντα ένα θέμα «σούπερ-ντούπερ» να διηγηθεί, κάποιες φορές επιβράδυνε την πλοκή και χαζολογούσε δεξιά και αριστερά και άλλες λαχάνιαζε αφηγηματικά για να το αναπτύξει. Δεν άφηνε ποτέ όμως από τα μάτια του τους ήρωες των ιστοριών του. Βυθιζόταν μαζί τους στην άβυσσο,  στο συναισθηματικό τους μαρτύριο, ανέβαινε και αυτός ψυχολογικά με τις επιτυχίες τους. Αυτό εύκολα μπορείς να το καταλάβεις εάν διαβάσεις έργα του στην πρωτότυπη γλώσσα, την αγγλική, όπου χρησιμοποιεί δυνατές και συνάμα μελωδικές λέξεις.

Στα  «Μαύρα σκυλιά», που για μένα είναι το πιο συμπαγές έργο του, ο συγγραφέας αναπτύσσει πολιτικούς, θρησκευτικούς και ιδεολογικούς στοχασμούς για την μεταπολεμική Ευρώπη μετά το τέλος του ναζισμού και μέχρι την πτώση του τείχους του Βερολίνου. Τα Μαύρα σκυλιά μεταφορικά είναι το Κακό που δεν έχουμε ακόμα ξορκίσει και συνεχίζει να εκκολάπτεται, όπως παλαιότερα «το αυγό του φιδιού», απειλώντας ευθέως πλέον τις σύγχρονες ευρωπαϊκές κοινωνίες.

Στην «Εξιλέωση» ακροβατεί μεταξύ πραγματικού και μεταφυσικού, υποκειμενικότητας και αντικειμενικότητας, σαρκικού ρομαντισμού και κοινωνικού ρεαλισμού. Και δικαιώνεται, όσο και αν ξενίζει  η γρήγορη εναλλαγή του και η μεταπήδηση από τη ραδιουργία της δεκατριάχρονης  Βριώνης κατά της αδελφής της και του φίλου της, στις μάχες και την σκληρότητα του  Β’ Παγκοσμίου πολέμου.

Και κάπου εκεί «έρχονται οι μέλισσες» για τον ΜακΓιούαν. Ξεκινά η καθοδική του πορεία  και πλέον αγκομαχά εδώ και καιρό να επανέλθει στην πραγματικότητα, δίχως όμως επιτυχία κατά τη γνώμη μου.  Έχασε την παλιά του σπίθα, βγήκε εκτός δικών του πλάνων, προσπάθησε να γίνει πιο μαλακός, πιο συναισθηματικός  και απέτυχε. Πήρε πάλι ωραιότατες αρχικές ιστορίες με πρωταγωνιστές δέσμιους ηθικών και κοινωνικών διλημμάτων, ξεκίνησε να τις δουλεύει με όρεξη αλλά πάντα μετά τη μέση κατέρρεε, χάνοντας τη «συγγραφική του στύση» όπως ο νεαρός ήρωάς του  «Στην Ακτή». Το ερώτημα είναι γιατί αυτός ο νεαρός με την κοπέλα του (νιόπαντροι γαρ) δεν έκαναν προσπάθειες να βρουν λύση στο θέμα μετά από καιρό και παραιτήθηκαν.  Και το ερώτημα για τον συγγραφέα, γιατί ποτέ δεν επανήλθε. Τα ανοικτά του φινάλε αλά Κάρβερ (ο Κάρβερ όμως τα είχε όλα ανοικτά όχι μόνο τα φινάλε), η αγχωτική του διήγηση μετά τη μέση και τα ανεξιχνίαστα τελικά μηνύματα που ήθελε να περάσει έγιναν συνήθεια. Μέσα σε όλα, για να γεμίσει σελίδες από τις ομολογουμένως έκτακτες ιδέες του, γίνεται και κουραστικός όπως στο «Σάββατο», όπου ο νευροχειρουργός Χένρι Περόουν χειρουργεί τον άνθρωπο που προ ολίγου εισέβαλε στο σπίτι του και  εξευτέλισε την κόρη του. Ταυτόχρονα όμως διαβάζουμε σελίδες επί σελίδων για τη δομή των χειρουργείων του γιατρού, που μόνο χρήσιμα δεν μοιάζουν στην ιστορία.

Αυτοί που επένδυσαν σε αυτόν είδαν ως αχτίδα φωτός, ως επανάκαμψη, το «Νόμο περί τέκνων». Τρομακτική σύλληψη. Προφίλ ηρώων που θα ζήλευε κάθε συγγραφέας να έχει να δουλέψει. Νόμος, θρησκεία, ηθική, οικογενειακές σχέσεις στοιχεία που εκλιπαρούν για τέλεια ανάπτυξη. Η Φιόνα, η ανώτατη δικαστικός, θα αποφασίσει για τη ζωή ή το θάνατο ενός δεκαεπτάχρονου αγοριού, μάρτυρα του Ιεχωβά, που αρνείται μεταγγίσεως.

Σωστά ο Μακγιούαν επιλέγει την ψυχρή δικαστικό για να  αντιμετωπίσει εξεζητημένες ηθικές και θρησκευτικές καταστάσεις. Η Φιόνα είναι λεπτολόγος και ακριβής στις κρίσεις της και με τη σωστή απόσταση από τον έφηβο όσο και αν αυτός την βλέπει ως πρότυπο, μέντορα ή και κάτι παραπάνω. Όταν όμως ξυπνάει μέσα της η χαμένη μητρότητα και  μια νότα ερωτισμού, είναι αδιανόητο που δεν αφήνει υποψία συναισθήματος να βγει από μέσα της. Όπως ενοχλητικό είναι και  το κλισέ που ακολουθεί ο συγγραφέας «γυναίκα καριέρας – ψυχρή σύζυγος», καταντώντας την γυναίκα «χάπατο», που αφήνει χωρίς την παραμικρή πάλη τον άνδρα της να πάει με μια μικρότερη κοπέλα, αφού έτσι και αλλιώς αυτή απέχει σεξουαλικά («επτά εβδομάδες και μία ημέρα» όπως λέει χαρακτηριστικά).

Η μαγιά αυτού του βιβλίου φώναζε για μια βαθύτερη σχέση της Φιόνας με τον Άνταμ,  πιο καλά δουλεμένους διαλόγους και το συγγραφέα -από τη μέση και μετά- πιο κοντά στους πρωταγωνιστές του. Εκεί δηλαδή που αρχίζει και δομεί ικανοποιητικές συμβάσεις και δεσίματα μεταξύ τους, να μας αποκαλύψει το πραγματικό σκοπό και μήνυμα αυτού του βιβλίου. Μοναδική φωτεινή εξαίρεση οι διάλογοί τους στο νοσοκομείο. Εάν όλο το βιβλίο ήταν αυτές οι είκοσι σελίδες, για εμένα θα ήταν αριστούργημα.

Αποδυναμωμένος πλέον γράφει «το Καρυδότσουφλο», όπου άλλη μια εξαιρετική σύλληψη, η αφήγηση από την πλευρά ενός εμβρύου στην κοιλιά της μάνας του, οδηγείται σε μια μη επιτυχία. Ένα μυστήριο δολοφονίας που ξέρεις τι θα γίνει από την αρχή, ένα μωρό παντογνώστης που κάνει τα πάντα (πίνει, βρίζει, μόνο στριφτό δεν καπνίζει) και μια εξέλιξη ιστορίας που θυμίζει περισσότερο “Look who’s talking” παρά Άμλετ – όπως ήταν η αρχική επιδίωξη του συγγραφέα.

Αρνητικό ισοζύγιο για τον συγγραφέα. Ελπίζω ότι ο Μακγιούαν όταν ξαναπιάσει την πένα, να αποφασίσει γιατί θέλει να γράψει. Είναι παραπάνω από σαφές ότι στα τελευταία του μυθιστορήματα έχει την μοναδική του έμπνευση και το ξεχωριστό του οπλοστάσιο ιδεών αλλά δεν μπορεί να τα αποτυπώσει στο χαρτί μεθοδικά, πειθαρχημένα και να περάσει ξεκάθαρα το μήνυμα που θέλει. Αλλιώς υπάρχει και ο εύκολος δρόμος των επανεκδόσεων των εξαιρετικών έργων του, όπως των Μαύρων σκυλιών και της Εξιλέωσης.

 

Τα έργα μιλάνε, όχι τα λόγια

 

ΜΑΥΡΑ ΣΚΥΛΙΑ 

Τα “Μαύρα Σκυλιά” είναι ένα μυθιστόρημα-δοκίμιο πάνω στη βία, αυτή την «αρρώστια της ανθρώπινης φαντασίας», πάνω στη φύση του κακού και στα ηθικά όρια της πολιτικής δράσης και της πνευματικής πίστης. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου).

 

ΕΞΙΛΕΩΣΗ

Την πιο ζεστή μέρα του καλοκαιριού του 1935, η δεκατριάχρονη Βριώνη Τάλλις βλέπει την αδελφή της Σεσίλια να πετάει τα ρούχα της και να βουτάει στην στέρνα του κήπου κάτω από το βλέμμα του παιδικού της φίλου Ρόμπι Τέρνερ, ο οποίος όπως και η Σεσίλια, έχει πρόσφατα επιστρέψει από το Καίμπριτζ. Το περιστατικό θα αλλάξει για πάντα τη ζωή και των τριών. Ο Ρόμπι και η Σεσίλια θα έχουν υπερβεί ένα όριο με τρόπο που δεν θα μπορούσαν ούτε να φανταστούν και θα έχουν γίνει θύματα της παιδικής φαντασίας της Βριώνη. Και εκείνη θα έχει γίνει μάρτυρας ανομολόγητων μυστηρίων και θα διαπράξει ένα έγκλημα από το οποίο δεν θα πάψει να προσπαθεί να εξιλεωθεί όλη την υπόλοιπη ζωή της.
Κατά κοινή ομολογία κριτικών και κοινού, η «Εξιλέωση» είναι το καλύτερο μυθιστόρημα του Ian McEwan. Πανέξυπνο και συναρπαστικό στον τρόπο με τον οποίο αποτυπώνει την παιδική ηλικία, τον έρωτα, τον πόλεμο, την Αγγλία, και τις κοινωνικές τάξεις, είναι μια βαθύτατη -και βαθύτατα συγκινητική- εξερεύνηση της ντροπής και της συγνώμης, της εξιλέωσης και της δυσκολίας της άφεσης. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου).

 

ΝΟΜΟΣ ΠΕΡΙ ΤΕΚΝΩΝ

Η Φιόνα Μέι είναι διακεκριμένη νομικός που εκδικάζει στο Ανώτατο Δικαστήριο υποθέσεις οι οποίες εμπίπτουν στο οικογενειακό δίκαιο. Είναι φημισμένη για την οξυδέρκειά της, την ακρίβεια και την ευαισθησία της. Όμως την επαγγελματική της επιτυχία σκιάζουν η μελαγχολία της και οι οικιακές διαμάχες. Μετανιώνει για την ηθελημένη ατεκνία της, θλίβεται για την κρίση που έχει ξεσπάσει στον πολύχρονο γάμο της. Σε αυτή τη δύσκολη προσωπική στιγμή καλείται να αντιμετωπίσει μια επείγουσα υπόθεση: Για θρησκευτικούς λόγους, ένα όμορφο δεκαεπτάχρονο αγόρι, ο Άνταμ, αρνείται τη θεραπεία που θα σώσει τη ζωή του και οι πιστοί γονείς του συμμερίζονται την επιθυμία του. Ο χρόνος εκπνέει. Μπορεί ένα κοσμικό δικαστήριο να υπερισχύσει της πίστης; Προκειμένου να καταλήξει σε μια απόφαση, η Φιόνα επισκέπτεται τον Άνταμ στο νοσοκομείο. Είναι μια συνάντηση που θα γεννήσει στην ίδια αισθήματα καταπιεσμένα επί δεκαετίες και στο αγόρι πρωτόφαντες συγκινήσεις. Η απόφαση της θα έχει συντριπτικές συνέπειες και για τους δυο τους… (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου).

 

ΚΑΡΥΔΟΤΣΟΥΦΛΟ

H Τρούντυ έχει προδώσει τον σύζυγό της, τον Τζον, έναν ευαίσθητο διανοούμενο, ποιητή και εκδότη, που εξακολουθεί να την αγαπά. Όμορφη, κακομαθημένη και έγκυος στο παιδί τους, η Τρούντυ εξακολουθεί να ζει στο οικογενειακό τους σπίτι, μια ανεκτίμητης αξίας λονδρέζικη έπαυλη που έχει αρχίσει να καταρρέει, έχοντας συνδεθεί ερωτικά με τον αδελφό του Τζον, τον πληκτικό και ανόητο Κλοντ. Οι δυο τους εξυφαίνουν ένα σατανικό σχέδιο για να απαλλαγούν από τον ενοχλητικό σύζυγο και να κληρονομήσουν την περιουσία. Όμως υπάρχει ένας μάρτυρας των δολοπλοκιών τους: το φιλοπερίεργο έμβρυο, που παρακολουθεί και ακούει τα πάντα μέσα από τη μήτρα της Τρούντυ. Μια κλασική ιστορία φόνου και εξαπάτησης, αφηγημένη από τον πιο ασυνήθιστο αφηγητή, ένα αγέννητο παιδί. Ένα θαυμάσια δομημένο θρίλερ, γεμάτο αναφορές στον Σαίξπηρ αλλά και στη σύγχρονη αγγλική ποίηση, γραμμένο από έναν μάστορα του είδους. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου).

 

ΑΤΑΚΑ ΚΑΙ ΕΠΙΤΟΠΟΥ

 

Όταν ξεκινάς το ταξίδι της γραφής -γιατί για ταξίδι πρόκειται όπως θα έλεγε ο δικός σας ποιητής Καβάφης- είσαι υποψιασμένος ότι είναι μια εξερεύνηση που δεν ξέρεις ακριβώς που θα σε βγάλει. Πρέπει να έχεις έναν πρόχειρο έστω χάρτη στο πίσω μέρος του μυαλού σου- αλλά δεν αρκεί αυτό. Αυτό που έχεις διαρκώς στο μυαλό σου είναι να μην απογοητεύσεις ή μάλλον να σταθείς αντάξιος της περιέργειας και των προσδοκιών σου-και όχι μόνο των άλλων.

 

Οι ήρωες του βιβλίου μοιράζονται την ψευδαίσθηση που έχουν πολλοί γονείς ότι μπορούν να διαμορφώσουν την προσωπικότητα του παιδιού τους. Δεν υπάρχει κανένα στοιχείο για αυτό. Μπορούν φυσικά να διαμορφώσουν τις ευκαιρίες και τη συμπεριφορά. Η προσωπικότητα, όπως έχει οριστεί από την ψυχολογία, σχετίζεται με τη δεκτικότητα σε εμπειρίες, την ανάληψη πρωτοβουλιών και ρίσκων, τη συναίσθηση κ.ά.

 

Όταν μιλάμε για κοινωνική δικαιοσύνη ξεχνάμε ότι αν έχεις ένα καταφύγιο, δουλειά, ασφάλεια είναι πολύ πιο εύκολο να είσαι καλός άνθρωπος και όταν δεν τα έχεις, αντιδράς βάρβαρα. Δυστυχώς είναι πολύ απλά πράγματα και αυτό είναι ένα θεμελιώδες μάθημα ειδικά στις μέρες μας που η ψαλίδα ανάμεσα στις τάξεις στους πλούσιους και τους φτωχούς μεγαλώνει ακόμα περισσότερο.

 

Πρέπει οι πλούσιοι να αντιληφθούν ότι είναι για το δικό τους καλό να μην εξαθλιώνεται η κατώτερη τάξη.

 

Θεωρώ πως η λογοτεχνία είναι στα καλύτερά της όταν κατανοεί τους ανθρώπους.

 

Οι συγγραφείς πρέπει να γράφουν στη γλώσσα του κόσμου. Δεν είναι όπως ένας καλλιτέχνης που μπορεί να κάνει concept art. Δεν είναι το ίδιο με τους συγγραφείς. Γιατί μοιραζόμαστε μια πραγματικότητα που αποζητά την καταγραφή της.

 

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα, με την οικογένειά της, στο Μουζάκι Καρδίτσας. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Επί σειρά ετών εργάσθηκε σε θέσεις ευθύνης σε πολυεθνικές εταιρείες. Από τον Μάρτιο του 2016 λειτουργεί ως διευθύντρια τη λογοτεχνική ιστοσελίδα «Λόγω Γραφής» www.logografis.gr ...περισσότερα

Αρχειοθήκη