«Ήταν στάση ζωής», ένα διήγημα της Σοφίας Φαμελιάρη

Σίγουρα όταν κλείνουν τις ελευθερίες έκφρασης σου με βίαιο τρόπο, έρχονται στο νου σου θύμησες και αρώματα του παρελθόντος ανεξέλεγκτα.

Ίσως γιατί η συναισθηματική σου φόρτιση,  αν θέλετε, είναι τέτοια που αναδύονται στην επιφάνεια του τότε γαλήνιου ωκεανού σου όλα τα ξεβράσματα της μνήμης.

Εμένα μου ήρθε στο κατώφλι του μυαλού μου και της ψυχής μου ένας άνθρωπος γενναίος, που πέρασε πολέμους, δικτατορίες, ανατροπές, κοινωνικές, πολιτικές και μαζί ανθρωπιστικές, που ομολογώ ότι για έναν σχεδόν αιώνα που διανύει ένα άτομο είναι πολλές και ριζικές αλλαγές αφού καλούμαστε όλοι να περάσουμε αυτή την πύλη των ανακατατάξεων λίγο ή πολύ.

Σήμερα αναπόλησα τη μορφή και τη στάση του γιατί έβρεχε και τα παπούτσια μου γέμισαν νερά από την σχισμή  που ήταν ανοιχτή.

Θυμήθηκα πώς πέρναγαν τα παιδικά του χρόνια χωρίς παπούτσια και πανωφόρι για τον χειμώνα, πουλώντας πλαστικές τσατσάρες στους Γερμανούς για 2 δραχμές να βγάλει τα προς το ζην.

Καθισμένη στην πολυθρόνα του γραφείου μου, μου έλειψε εκείνη η θέση η γωνιακή δίπλα στο τζάκι, του κόκκινου καναπέ, με το μαξιλάρι να ακουμπά στην πλάτη του και να μας εξιστορεί τα δύσκολα χρόνια που πέρασε.

«Οι σημερινές αντιθέσεις με αυτά που μας εξιστορούσε είναι ολοφάνερες» σκέφτηκα. Βλέπεις πως όλα τα μικρά παιδάκια φοράν μάρκες ακριβές στα πόδια τους, ενώ για να έρθει αυτή η εποχή κάποιοι περπάτησαν στις λάσπες.

Κοιτάς τα σημερινά δεδομένα και τα τότε και απορείς.

Απορείς γιατί όλος ο πληθυσμός της Γης τούτης πολέμησε να διεκδικήσει μια ισότητα ανισοτιμίας, η οποία ανέρχεται καθημερινά όλο και περισσότερο.

Παλεύουμε καθημερινά το καλύτερο αύριο για παιδιά που είναι ακόμη υποσιτισμένα, που ζουν σε άθλιες συνθήκες, ενώ όλες αυτές οι Παγκόσμιες συγκρούσεις έγιναν και γίνονται γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο. Υποτίθεται.

Πού είναι άραγε το χρώμα του ουρανού και της θάλασσας να το αντικρύσω, όταν με υποχρεώνουν να φύγω από την αγαπημένη μου πατρίδα, να κλείνομαι σε ένα δωμάτιο περιμένοντας τι;

Τι όνειρα είχαν όλοι αυτοί οι σοφοί που οραματιζόντουσαν το παρόν και το μέλλον μας;

Θέλω και πάντα ήθελα να παραμείνω ένα μικρό ονειροπόλο παιδί στην καρδιά, που κοιτάει τα άστρα και την φωτιά του τζακιού, ακούγοντας εκείνον τον ασπρομάλλη γέροντα να μου λέει ιστορίες από το παρελθόν όλο ελπίδες και φωτεινά οράματα, που στην ουσία δεν υπάρχουν, αλλά τις φύτευε στη ρίζα της ψυχής μας από το δικό του στερέωμα.

Θυμάμαι πάντα  εκείνη τη γωνία, την οποία κρατώ ακόμη και σήμερα σαν κόρη  οφθαλμού, να μου θυμίζει τη στάση που καθόταν εκείνος. Ο μεσαίου αναστήματος άντρας με τα γκριζωπά μαλλιά, που κάλυπταν μόνο το  πίσω μέρος του κεφαλιού του, αφήνοντας τό μέτωπο του γυμνό να γυαλίζει στα φώτα της τηλεόρασης που πάντα ήταν ανοιχτή και το χρώμα των ματιών του, που ήταν γεμάτα από συσσωρευμένα δάκρυα  που έτρεχαν στο άκουσμα και στην αγωνία των ειδήσεων για την εξέλιξη της χώρας και του ανθρώπου γενικότερα.

Πάντα αμέτοχος και συνάμα συνεργάσιμος  στα κοινωνικά συμβάντα, μιας που όλοι είχαν ανάγκη την γνώμη του και την ανιδιοτέλειά του.

Τον αγαπούσαν και τον εκτιμούσαν όλοι για τα χρόνια των εμπειριών του και την καλοψυχία του.

Τεχνίτης και άνθρωπος.

Το ξύλο έπαιρνε μορφή και πνοή στα χέρια του.  Οι τοίχοι μοσχομύριζαν μπογιά και καθαριότητα στο άγγιγμα των χεριών του.

Φορούσε πάντα καθαρά πουκάμισα με την κορυφή των τσιγάρων να φαίνονται στην τσέπη.

Άφηνε πρώτα τη μυρωδιά της κολόνιας του στο πέρασμα του και έπειτα καταλάβαινες πως βρισκόταν στο χώρο από την οσμή του τσιγάρου του.

Αγχωνόταν χρόνια ολάκερα γι’ αυτή την χώρα και τα παιδιά της.

Έβριζε την πολιτική σκηνή και δάκρυζε για το μέλλον μας.

Στις συζητήσεις που γίνονταν, καθόμασταν σ’ αυτόν τον καναπέ φίλοι και συγγενείς και μας εξιστορούσε με απόλυτη ακρίβεια και χρονολογική σειρά τη ροή της ιστορίας μας.

Με κάθε λεπτομέρεια και χρονολογική ακρίβεια!!! Εξάλλου, τα μόνα βιβλία που διάβαζε ήταν ιστορικά.

Ήξερε τι πρόκειται να γίνει όταν εμείς βρισκόμαστε στις θύρες του ύπνου και του καθησυχασμού. Γνώριζε πολύ καλά τις κινήσεις του σκακιού που παίζουν στην πλάτη μας.

Ήταν βλέπετε κι αυτός πιόνι αυτού του σκακιού, με ότι αυτό συνεπάγεται.

Οι κυβερνητικές θέσεις δεν καλύπτονται από νοήμονες, ούτε από συναισθηματίες. Εδώ έκαναν όμως μια εξαίρεση.

Μέχρι που μια μέρα μου είπε πως ήρθε η ώρα να πεθάνει, αφού τα παιδιά του, έχουν τα προς το ζην και μπορούν να ζήσουν χωρίς να τα βοηθά.

Δεν το συνέλαβε ο νους μου, μα το ένιωσε η καρδιά μου.

Πέθανε μόνος, χωρίς κανέναν δίπλα του, χωρίς κανένα από τα παιδιά του. Δικά του και μη, μιας που τα έφερνε όλα κοντά του.

Μόνο παρέα του πήρε μια τελευταία λέξη που περνούσε το καλώδιο εκείνης της συσκευής που κρατούσε. Σ’ αγαπώ μπαμπά, όλα θα πάνε καλά.

Έφυγε με την αγωνία για όλους όσους νοιαζόταν.

Και έμεινα να έχω αυτόν τον καναπέ να μου τον θυμίζει για πάντα.

Να μου ξυπνάει την ελπίδα του για ένα καλύτερο αύριο, να έχω την αίσθηση πως καθήμενη στην θέση του, θα μεταδίδω την ίδια αισιοδοξία και ανακούφιση στα παιδιά μου, στα παιδιά όλου του κόσμου.

Να αναμένω τις στιγμές που με την τέχνη, την ιστορία, τον πολιτισμό που μου δίδαξε, θα τα παραδώσω και εγώ με την σειρά μου σ’ αυτούς που τα έχουν ανάγκη και τα αποδέχονται.

ΚΑΛΟ ΣΟΥ ΤΑΞΙΔΙ ΑΝΘΡΩΠΕ!!!

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Μουζάκι Καρδίτσας. Γράφει από μικρό παιδί, όμως μόνο όταν ήρθε στη ζωή το δικό της παιδί ένιωσε ότι μπορεί να μοιραστεί τις λέξεις της, τις εικόνες της. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Μιλάει και γράφει άπταιστα την αγγλική και κάνει φιλότιμες προσπάθειες για την ιταλική. Σπουδάζει κλασικό πιάνο. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music