«Έχει χρώμα ο…  έρωτας;», μία νουβέλα της Γεωργίας Κοκκινάκη

Μέρος 6ο

-Νίκο;

-Ξέρω τι θα ρωτήσεις. Ναι! Το ατύχημα δεν ήταν ατύχημα. Έβαλα το χεράκι μου. Πάλι φτηνά τη γλύτωσε το κάθαρμα. Θα σου έσχιζε τα ρούχα αν… Πιες λίγο καφέ και φάε κάτι.

Κάθισε δίπλα της στο κρεβάτι και της έδωσε τον καφέ. Κράτησε τον δικό του στο χέρι του όταν…

-Νίκο, μπορώ να σε ρωτήσω;

-Πεισματάρα! Εντάξει! Ρώτα ό,τι θέλεις.

-Εσύ χτύπησες τον… Τζόναθαν; Μήπως… τον Μιχάλη στο ροκ φεστιβάλ… Ω θεέ μου! Εσύ;

-Ναι εγώ. Δεν θα μπορούσα ποτέ να αφήσω κάποιον να σε εκμεταλλευτεί. Το έκανα και δε νιώθω τύψεις. Έπεφτες πάνω σε αρπακτικά, ήσουν ευάλωτη μετά το χαμό των δικών σου και κάποιοι το μυρίστηκαν και έτρεξαν σαν όρνια.

Επενέβαινε στη ζωή της χωρίς εκείνη να το ξέρει. Δεν του είχε δώσει καμία άδεια να το κάνει. Δεν ήξερε καν ότι κυκλοφορούσε δίπλα της. Την παρακολουθούσε. Με πιο δικαίωμα; Πώς εισέβαλε στην προσωπική της ζωή χωρίς να τη ρωτήσει;  Είχε θυμώσει μαζί του. Είχε θυμώσει στα αλήθεια μαζί του; Γιατί τότε τα μάγουλά της κοκκίνισαν από ευχαρίστηση; Γιατί κολακεύτηκε από την εξομολόγησή του; Ο Απόλλωνάς της ήταν ο φύλακας άγγελός της. Τον έφερε στο μυαλό της να φορά φτερά πίσω στην πλάτη και γέλασε.

-Δεν ξέρω γιατί γελάς. Σίγουρα γελάς με τη συμπεριφορά μου… Σου ζητώ συγνώμη για την εμπλοκή μου στα προσωπικά σου αλλά κάθε φορά που σε έβλεπα να χάνεσαι στον εαυτό σου, την προσπάθειά σου να σταθείς στα πόδια σου, έβλεπα να πέφτεις πάνω σε άτομα που ήθελαν μόνο να εκμεταλλευτούν την αδυναμία σου, τον πόνο σου…

Για ακόμη μια φορά το χτύπημα στο κινητό τους διέκοψε. Σηκώθηκε και το άνοιξε αφού βγήκε στο μπαλκόνι. Μιλούσε στα αγγλικά και μετά από πέντε περίπου λεπτά μπήκε στο δωμάτιο.

-Πρέπει να φύγω, της είπε φανερά στενοχωρημένος. Με συγχωρείς. Μπορείς να καθίσεις και να φύγεις όποτε αισθανθείς καλύτερα!

Πήρε το σακάκι του από την πολυθρόνα και την πλησίασε στο κρεβάτι. Την κοίταξε και έσκυψε απότομα πάνω της δίνοντάς της ένα φιλί στο… μέτωπο. Έφυγε γρήγορα από το δωμάτιο και εκείνη έμεινε πίσω ξαπλωμένη στο κρεβάτι πιο πολύ ζαλισμένη από κάθε άλλη φορά. Ζαλισμένη και αναστατωμένη συνάμα.  «Το φιλί είναι ένα όμορφο κόλπο, που σχεδίασε η φύση, για να σταματούν οι λέξεις όταν τα λόγια είναι περιττά», θυμήθηκε τα λόγια της Ingrid Bergmen. Το φιλί στο μέτωπο την έκαψε. Την άναψε. Δεν μπορούσε να θυμώσει με αυτόν τον άντρα. Δεν μπορούσε και ας την άφηνε συνέχεια στα… «κρύα του λουτρού»!

Σηκώθηκε, έφτιαξε τα ρούχα της και χτένισε με τα δάχτυλά της τα μαλλιά της. Πήρε τον καφέ και βγήκε στο μπαλκόνι του ξενοδοχείου. Ήταν μια όμορφη μέρα και η θέα της Ακρόπολης τη μάγεψε. Γύρισε μέσα, πήρε την τσάντα της και έφυγε. Ο λογαριασμός φυσικά και είχε πληρωθεί. Ήθελε να περπατήσει. Να περπατήσει στα στενά με τα μαγαζάκια, τους πλανόδιους πωλητές. Χάζεψε τους πάγκους με τα παλιά νομίσματα, τα παλιά ή μεταχειρισμένα βιβλία, τα κοσμήματα…

«Δεν θέλω να ξαναβρεθούμε Μυρτώ. Αρκετό ξύλο έφαγα από τον τύπο… Το μόνο που θυμάμαι είναι… κάτι ακαταλαβίστικα που έλεγε και κάτι μπλε μάτια…»

-Τον καημένο τον Τζόναθαν… μουρμούρισε και γέλασε.

Όλες τις εκκρεμότητες της έκθεσης τις ανέθεσε στο δικηγόρο της. Μόνο εκείνος ήρθε σε επαφή με το γκαλερίστα και μόνο εκείνος παρέλαβε το ποσό από τα κέρδη της. Την ίδια μέρα είχε γυρίσει κιόλας στο νησί με την απογευματινή πτήση. Η Άννα την περίμενε στην έξοδο με το αυτοκίνητό της. Κόντεψε αρκετές φορές να βγει από το δρόμο καθώς άκουγε όλα όσα της έλεγε η Μυρτώ. Από θαύμα κατάφερε να φτάσει έξω από τη Χώρα. Άφησε το αμάξι στο πάρκινγκ, όπου ως εκεί επιτρεπόταν η χρήση αυτοκινήτου και άλλων τροχοφόρων εκτός αυτών που τροφοδοτούσαν τα μαγαζιά.

-Τι πέρασες κοριτσάκι μου! Να μην είμαι κοντά σου… Ο Νίκος; Ο Νίκος ο ψαροκασέλας; Ναι, είναι γιατρός στο νησί. Ξέχασα να σου το πω. Μπράβο του! Καλά τον έκανε! Για κάτσε… Μια στιγμή φιλενάδα! Τρέχει κάτι με σένα και το Νίκο και δεν το ξέρω; Α! Θα θυμώσω!

-Βρε Άννα μου! Έλεος! Ας φτάσουμε στο σπίτι και θα στα πω όλα με τη σειρά. Πώς αντέχεις να μιλάς και να κουβαλάς βαλίτσες στην ανηφόρα μου λες;

Η Μυρτώ της τα είπε όλα από την αρχή. Οι γκριμάτσες στο πρόσωπο της Άννας διαδέχονταν η μία την άλλη. Το ίδιο και οι κραυγές που κατά διαστήματα έβγαζε. Κραυγές χαράς, κραυγές θυμού, επευφημίας…  Στο τέλος αποκαμωμένες έπεσαν στο κρεβάτι και κοιμήθηκαν. Αύριο μια καινούρια μέρα ξημέρωνε στο νησί.

Το πρωί η κυρά Καλλιόπη, η μητέρα της Άννας, έφτιαξε μια πεντανόστιμη πίτα και την άφησε αχνιστή επάνω στο τραπέζι της αυλής.

-Άννα μου δε φτιάχνεις καφέ στο κορίτσι; Μυρτώ μου, εγώ αυτό το καφέ που πίνετε δεν έμαθα να φτιάχνω. Αν θέλεις κορίτσι μου ελληνικό, ευχαρίστως!

-Άστο μαμά και θα φτιάξω εγώ. Η Μυρτώ ελληνικό δεν πίνει!

Σε λίγο ήρθαν και τα καφεδάκια. Τα κομμάτια της πίτας φαγώθηκαν και τα κορίτσια έκαναν το πρόγραμμα της ημέρας. Φυσικά θα πήγαιναν για μπάνιο στη θάλασσα και έπειτα για καφέ στην παραλία. Η Μυρτώ απέρριψε την πρόταση της Άννας να περάσουν από το νοσοκομείο όσο και αν επέμενε εκείνη. Μόνο γονατιστή δεν την παρακάλεσε…

Η παραλία ήταν ήδη γεμάτη κόσμο. Ευτυχώς πρόλαβαν δύο πολυθρόνες κάτω από μία ψιλοχαλασμένη ψάθινη ομπρέλα στην άκρη από παραλιακό μπαράκι. Παράγγειλαν καφεδάκια και ένα τάβλι για να περάσουν την ώρα τους. Σιγά σιγά φάνηκαν και τα άλλα κορίτσια της παρέας και έμεινε το τάβλι στην άκρη μιας και άρχισαν να μιλάνε για τα νέα του νησιού. Μικρό το νησί. Μια χούφτα άνθρωποι. Τίποτα δεν έμενε κρυφό και τίποτα δεν έμεινε ασχολίαστο. Μετά τη βουτιά ήρθε η ώρα της ρακέτας. Η Μυρτώ άρχισε να παίζει ρακέτες με την Φιλιώ δίπλα στο πεζούλι και μακριά από τις ξαπλώστρες για να αποφύγουν να χτυπήσουν κάποιον… ανύποπτο.

Το μπαλάκι χτύπησε στο κουβαδάκι του μικρού και θα έπεφτε με δύναμη στο κεφαλάκι του αν η Μυρτώ με αυτοθυσία δεν έκανε ένα μακροβούτι για να το πιάσει τελευταία στιγμή. Έχασε την ισορροπία της και σύρθηκε στην άμμο. Έβλεπε να πλησιάζει με δύναμη το τσιμεντένιο πεζούλι με το κεφάλι. Άπλωσε τα χέρια της μπροστά και ευτυχώς πρόλαβε να το αποφύγει. Το αριστερό της χέρι σύρθηκε πάνω στο τσιμέντο. Έγδαρε άσχημα το χέρι της. Πονούσε. Η Άννα έντρομη έτρεξε κοντά της. Την ακολούθησαν και τα κορίτσια. Μία κυρία σηκώθηκε κρατώντας ένα μπουκάλι εμφιαλωμένο νερό. Το άνοιξε και της ξέπλυνε το χέρι. Έτσουξε και μόρφασε από τον πόνο.  Η Άννα τη βοήθησε να σηκωθεί. Τα κορίτσια τακτοποίησαν τα πράγματά της και τη βοήθησαν να φορέσει το σορτσάκι και τη μπλούζα της. Η Άννα την κρατούσε από το ένα χέρι και από το άλλο μετέφερε τις τσάντες τους.

-Φιλενάδα, δεν το γλυτώνεις το νοσοκομείο, της είπε.

Η Μυρτώ δεν κατάλαβε το ύφος της. Στενοχωριόταν  ή  ήταν ενθουσιασμένη με αυτή την εξέλιξη;

Δήλωσαν τα στοιχεία της στην είσοδο και περίμεναν στις πολυθρόνες του διαδρόμου. Μία νοσοκόμα πέρασε και κοίταξε το χέρι της. Έπειτα σήκωσε το βλέμμα της και ευγενικά της είπε:

-Σε λίγο θα σας δει ο γιατρός. Μόλις βγει η ασθενής είστε η επόμενη. Της έδειξε την πόρτα απέναντι και η Μυρτώ διάβασε το όνομά του πάνω σε αυτή. Κοκκίνισε.

-Μυρτώ… πονάς; Ο καλύτερος θα σε εξετάσει! Και της έκλεισε το μάτι. Πετάγομαι να πάρω κάτι που ζήτησε η μάνα και επιστρέφω. Κοίτα μην το σκάσεις! Εδώ θα σε βρω.

-Άμα σε πιάσω… της είπε και γέλασαν και οι δύο.

Η Μυρτώ σηκώθηκε από την καρέκλα της για να καθίσει ένας ηλικιωμένος κύριος που μόλις είχε  έρθει συνοδευόμενος από μία επίσης ηλικιωμένη κυρία.  Οι δυο τους την ευχαρίστησαν και εκείνη πήγε να πιει λίγο νερό από το μηχάνημα δίπλα στο ιατρείο. Ακούστηκαν γέλια. Γέλια ενός άντρα και μίας… γυναίκας. Η πόρτα άνοιξε. Πετάχτηκε μια όμορφη ξανθιά κοπέλα που χαχάνιζε. Πίσω της φάνηκε ο… Νίκος. Γελούσε και αυτός. Η όμορφη ξανθιά γύρισε απότομα και του έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο. Τον χαιρέτησε και έφυγε. Ο Νίκος σήκωσε το χαρτί που κρατούσε όταν η κοπέλα έφυγε από την κεντρική πόρτα του νοσοκομείου.

-Η επόμενη παρακαλώ… Μυρτώ! Μυρτώ εσύ; Έλα μέσα!

Η Μυρτώ έδειχνε απόμακρη, θυμωμένη. Ήταν θυμωμένη ή μήπως ζήλεψε; Η ζήλεια είναι ένα έντονο συναίσθημα. Έντονο όσο αυτό της αγάπης. Η ζήλεια συναντάται στην ελληνική μυθολογία με τη ζηλοτυπία της Ήρας, τη διαμάχη Αγαμέμνονα-Αχιλλέα για τη Βρισηίδα, στην παγκόσμια λογοτεχνία όπως στον Οθέλο αλλά και στην Αγία Γραφή.  Με τη ζήλεια ο άνθρωπος δείχνει πως νιώθει να απειλείτε από κάτι που θεωρεί πως του ανήκει… Η ζήλεια έχει την έννοια για τον πάσχοντα, ότι κατέχει κάτι πολύτιμο και ότι αυτό χρειάζεται διαρκώς την επαγρύπνησή του για να συνεχίσει να το έχει. Εκείνη όμως δεν είχε κάτι. Πίστευε ότι είχε. Ήθελε να είχε. Και τώρα φάνηκε αυτή η όμορφη νεαρή ξανθιά με μια οικειότητα απέναντί του που την έκανε να ζηλέψει.

-Πώς τα κατάφερες;

-Σύρθηκα πάνω στο πεζούλι στην παραλία, του απάντησε κοφτά.

-Για να το καθαρίσω, να δω…

 

[Η νουβέλα «Έχει χρώμα ο… έρωτας;» δημοσιεύεται σε οκτώ συνέχειες.

Το 7ο μέρος τη Δευτέρα 31 Αυγούστου, στις 9μ.μ..]

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Μουζάκι Καρδίτσας. Γράφει από μικρό παιδί, όμως μόνο όταν ήρθε στη ζωή το δικό της παιδί ένιωσε ότι μπορεί να μοιραστεί τις λέξεις της, τις εικόνες της. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Μιλάει και γράφει άπταιστα την αγγλική και κάνει φιλότιμες προσπάθειες για την ιταλική. Σπουδάζει κλασικό πιάνο. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music