«Έχει χρώμα ο…  έρωτας;», μία νουβέλα της Γεωργίας Κοκκινάκη

Μέρος 5ο

Ο ήλιος μπήκε δειλά από το άνοιγμα της κουρτίνας. Τεντώθηκε στο κρεβάτι της και γύρισε στο πλάι. Ένιωθε τόσο κουρασμένη… Δεν θα άφηνε τη μέρα να περάσει έτσι. Θυμήθηκε τις δύσκολες μέρες στο Λονδίνο. Η καταχνιά είχε ριζώσει στην ψυχή της και κλείστηκε στον εαυτό της. Η θεία της πήρε απόφαση… ζωής. Ανέβηκε για πρώτη φορά στο αεροπλάνο και βρέθηκε κοντά της. Ο φύλακας άγγελός της. Ο καλός της άγγελος που την τράβηξε από την καταχνιά και το σκοτάδι και την τράβηξε ξανά στο φως. Δεν θα άφηνε τον εαυτό της να γυρίσει εκεί. Ήταν χρέος της να σηκωθεί. Ήξερε πια πώς θα το κάνει.

Έστρωσε το καβαλέτο κάτω από τις λεμονιές, τοποθέτησε έναν άδειο πίνακα και πήρε τα πινέλα και τις μπογιές της. Φόρεσε τα ακουστικά της και έβαλα μουσική. Κάθε νότα και μία πινελιά. Κάθε πινελιά μια κουκκίδα στον καμβά, πότε μεγάλη και πότε μικρή. Ανάλογα με το ρυθμό της μουσικής και η κουκκίδα. Ανάλογα με τη νότα και η γραμμή. Τα χρώματα έπεφταν το ένα πάνω στο άλλο, σφιχταγκαλιάζονταν, μουρμούριζαν. Μουρμούριζαν και τα λόγια τους την ταξίδευαν. Ένα ταξίδι στο όνειρο. «Στα όνειρα και την αγάπη τα πάντα είναι δυνατά». Η τέχνη ενώνει και τα δύο. Τα εξυμνεί, τα απογειώνει.

Ένιωθε ήδη καλύτερα. Η γαλήνη ήρθε και το σώμα της ένιωθε κιόλας καλύτερα. Είχε χαθεί για λίγο στο έργο της μα το τρίψιμο μιας γάτας στα πόδια της την προσγείωσε στην πραγματικότητα. Έκανε ένα βήμα πίσω να δει το έργο της. Θάλασσα, ουρανός. Ουρανός και θάλασσα. Ένα ανελέητο δέσιμο, μια υπέρτατη ένωση ερωτική. Κόκκινα σύννεφα σαν ροδοπέταλα μαρτυρούσαν αυτό το αιώνιο δέσιμο. Μακάρι να μπορούσε να βάλει και μουσική στο έργο της. Τη μουσική που άκουγε.

Όσο περνούσαν οι μέρες και δεν τον έβλεπε, ζωγράφιζε. Ζωγράφιζε και τον σκεφτόταν. Τον σκεφτόταν και η μουσική δυνάμωνε. Όσο δυνάμωνε τόσο θυμωμένη ένιωθε για την απουσία του από τη ζωή της. Τον γύρεψε. Τον έψαξε στο νοσοκομείου του νησιού. Με λύπη έμαθε πως έφυγε από το νησί για ένα προσωπικό του θέμα. Ευχόταν μόνο να είναι καλά εκεί που ήταν.

Αποφάσισε να μεταφέρει τα έργα της από την Αθήνα όταν έλαβε μία πρόταση από γνωστό γκαλερίστα. Θα έκανε την πρώτη της έκθεση. Τα έργα της θα τα φιλοξενούσε μια υπέροχη αίθουσα. Ο όρος της είχε γίνει δεκτός. Παντού θα ακουγόταν μουσική. Η αγαπημένη της μουσική. Η μουσική που την συνόδεψε στα εύκολα μα κυρίως στα δύσκολα. Θα συνόδευε και αυτό το κομμάτι της ζωής της. Θα συνόδευε τους πίνακές της. Serenade No. 13 in G Major, K. 525, “Eine kleine Nachtmusik”: I. Allegro, Divertimento in D Major, K. 136, “Salzburg Symphony No. 1”: I. Allegro, Piano Sonata No. 5 in G Major, K. 283… η λίστα ήταν έτοιμη.

Η Άννα τη βοήθησε να φτιάξει τη βαλίτσα της. Ένιωθε πως κάτι βασάνιζε την φίλη της αλλά δεν έβρισκε τον κατάλληλο τρόπο για να της μιλήσει, να της το βγάλει. Θα πήγαινε μαζί της. Ήταν μια ευκαιρία να βρεθούν με το Γιάννη μόνοι τους, στο σπίτι του. Δεν ήταν σίγουρη αν θα πήγαινε στον Γιάννη…  Έτσι όπως την έβλεπε, πληγωμένη, ήθελε να είναι κοντά της.

Ο γκαλερίστας ανέλαβε τη διαφήμιση της έκθεσης, τη μεταφορά των πινάκων, την τοποθέτησή τους… Μια βδομάδα κράτησε και όλα είχαν φτάσει στο τέλος. Όλα είχαν γίνει με τις υποδείξεις της. Το βράδυ θα γινόταν επιτέλους τα εγκαίνια. Κοιτάχτηκε στον καθρέπτη. Άκουσε τις επευφημίες και τα χειροκροτήματα της Άννας για το αποτέλεσμα και κράτησε τα δάκρυά της όταν ο Γιάννης της πρόσφερε ένα μπουκέτο λουλούδια «για το καλό». Πόσο θα ήθελε να ήταν εκεί οι γονείς της, η θεία της…

Η αίθουσα ήταν ασφυκτικά γεμάτη από κόσμο. Κόσμο άγνωστο, όλων των ηλικιών, που παρατηρούσαν τους πίνακές της και απολάμβαναν τη μουσική. Κουνούσαν ρυθμικά το σώμα τους. Κουνούσαν ρυθμικά το ποτήρι με το ποτό στο χέρι τους. Ταξίδευαν με τα έργα της. Έμπαιναν στο όνειρό της και το κάνανε δικό τους. Ο καθένας έβρισκε το δικό του στον πίνακα που του άρεσε.

Η Άννα και ο Γιάννης έφυγαν από κοντά της όταν ο γκαλερίστας τής γνώριζε ανθρώπους της τέχνης, κριτικούς, δημοσιογράφους. Όταν εκείνη σκορπίστηκαν στην μεγάλη αίθουσα με τους περίτεχνα διαμορφωμένους με γύψο διαδρόμους, έμεινε μόνη να κοιτά τον πίνακα με τη βάρκα και τα βότσαλα που διαγράφονταν μέσα στο διάφανο νερό.

-Κάπου εδώ θα μπορούσα να είμαι και εγώ.

Γύρισε και κοίταξε δίπλα της. Ένας όμορφος άντρας μέσα σε ένα υπέροχο σκούρο κουστούμι στεκόταν ακριβώς δίπλα της, έχοντας τα χέρια στις τσέπες του παντελονιού. Δεν μπόρεσε να κρατήσει το βλέμμα της μακριά του. Έμεινε να τον κοιτάζει ξανά και ξανά…

-Δεν θα με κρατούσε τίποτα μακριά από την πρώτη σου έκθεση, συμπλήρωσε και γύρισε το κεφάλι του προς το μέρος της. Την έπιασε να τον κοιτάζει και αντέδρασε γελώντας απαλά όταν εκείνη τράβηξε απότομα τα μάτια της από πάνω του.

-Έμαθα πως με ζήτησες στο νοσοκομείο. Είσαι καλά; Έγινε κάτι όσο έλειπα;

-Όλα μία χαρά. Περνούσα και είπα… Χάθηκες ξαφνικά.

-Πήγα Αμερική. Ο νονός μου είχε ένα καρδιακό επεισόδιο, ευτυχώς ελαφρύ. Γύρισα όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Έχει πολύ κόσμο εδώ μέσα. Πάμε κάπου οι δυο μας να τα πούμε με ησυχία και…

-Μυρτώ μου σε έψαχνα! Πού χάθηκες; Έλα! Θέλει να σε γνωρίσει ο….

Ο γκαλερίστας την τράβηξε από το μπράτσο. Δεν της έδωσε καμία ευκαιρία να πει όχι. Να αρνηθεί. Τον κοίταξε στα μάτια και προσπάθησε να δικαιολογηθεί. Τον είδε να της χαμογελά μα τα μάτια του, ήταν λες σαν θάλασσα φουρτουνιασμένη. Ο Απόλλωνάς της είχε θυμώσει. Αν δεν είχε θυμώσει… είχε απογοητευτεί.

Η νύχτα κύλησε με γνωριμίες, με επευφημίες για τη δουλειά της και έπειτα ακολούθησε μια μικρή δεξίωση στο διπλανό κτίριο. Είχε μετατραπεί σε αίθουσα δεξιώσεων, όπου τα τραπέζια είχαν στολιστεί σε μπεζ και ροζ αποχρώσεις, η μπάντα έπαιζε απαλή τζαζ μουσική και ο μπουφές στεκόταν κατά μήκος γεμάτος με αλμυρά και γλυκά εδέσματα και στολισμένος με υπέροχα μπουκέτα από λουλούδια. Ο κάθε καλεσμένος πήρε τη θέση του σε κάποιο τραπέζι. Μόνο το κεντρικό τραπέζι έμενε κενό. Ήταν το τραπέζι του γκαλερίστα και της τιμώμενης ζωγράφου. Και οι δύο ήταν ακόμα πίσω στην έκθεση και μιλούσαν για την επόμενη κίνησή τους, τις πωλήσεις, τη μεταφορά…

-Μυρτώ μου από σήμερα όλος ο καλλιτεχνικός κόσμος θα μιλάει για σένα. Το αξίζεις! Μπράβο σου!

Ο θόρυβος από το φελλό της ακριβής σαμπάνιας ακούστηκε δυνατά στην άδεια πλέον γκαλερί. Γέμισε δύο ποτήρια και έδωσε ένα πρώτα στη Μυρτώ και ένα κράτησε για τον ίδιο.

-Στην πιο ταλαντούχα και… γοητευτική ζωγράφο του σήμερα, του αύριο και για πάντα!

-Σε ευχαριστώ, του απάντησε και ήπιε μια γουλιά σαμπάνια από το ποτήρι της.

-Α! Όλο! Σήμερα είναι η μέρα σου! Πρέπει να το διασκεδάσεις!

Το κεφάλι της άρχισε να γυρίζει. Δεν ήταν η πρώτη φορά που έπινε σαμπάνια ή κάποιο ποτό. Ο κόσμος χανόταν. Αισθάνθηκε να λιποθυμά όταν ένιωσε το χέρι του να πιέζει το στήθος της και διέκρινε αμυδρά ένα περίεργο χαμόγελο στα χείλη του. Κάτι είχε ρίξει στο ποτό… Χάθηκε.

Ξύπνησε από το θόρυβο της βρύσης. Άνοιξε δειλά τα μάτια της και κοίταξε τριγύρω στο χώρο. Ήταν σε ένα μικρό δωμάτιο με σκούρα σκαλιστά έπιπλα. Απέναντι από το κρεβάτι υπήρχε μία μπαλκονόπορτα με βαριές μπεζ κουρτίνες. Θα έβαζε στοίχημα ότι ήταν σε δωμάτιο ξενοδοχείου. Το νερό συνέχιζε να το ακούει από το μπάνιο δίπλα στην είσοδο. Τι δουλειά είχε σε αυτό το δωμάτιο; Ποιος την έφερε; Ποιος ήταν στο μπάνιο. Έφερε τα χέρια στο πρόσωπο και προσπάθησε να θυμηθεί. Ταράχτηκε. Φοβήθηκε! Μία μία οι εικόνες ερχόταν στο μυαλό της. Ο θόρυβος από το φελλό, η σαμπάνια, το γέλιο…  Αν αυτός ήταν στο μπάνιο… δεν θα έβρισκε πιο κατάλληλη ευκαιρία να το σκάσει. Προσπάθησε να σηκωθεί από το κρεβάτι χωρίς να κάνει θόρυβο. Παραξενεύτηκε που ήταν με τα ρούχα. Κατέβασε σιγά τα πόδια της και ακούμπησε στο ξύλινο πάτωμα. Η βρύση σταμάτησε. Έπρεπε να βιαστεί. Στάθηκε όρθια ακουμπώντας τα χέρια της στο κομοδίνο. Ένα ελαφρύ τρίξιμο ακούστηκε και δάγκωσε τα χείλια της σα να θελε να ξορκίσει το θόρυβο.

-Καλά ξυπνητούρια. Βλέπω σηκώθηκες! Ωραία! Το μπάνιο είναι έτοιμο. Θα παραγγείλω πρωινό. Θέλεις κάτι ιδιαίτερο;

-Νίκο; Εσύ; Πώς… είπε και σωριάστηκε στο κρεβάτι νιώθοντας μια ζάλη.

-Ας πούμε πως ήμουν εκεί την κατάλληλη στιγμή και… θυμάσαι όλα όσα έγιναν;

-Όχι. Δεν τα θυμάμαι όλα. Το γέλιο του στροβιλίζει στο μυαλό μου.

-Λιποθύμησες. Κάτι είχε βάλει στη σαμπάνια το τέρας. Δεν εξηγείται αλλιώς. Πήρε το μάθημά του όμως και δεν νομίζω να τολμήσει να σε ξαναενοχλήσει… Ξέχνα το μπάνιο. Πάω να φέρω κάτι να φας και καφέ. Σίγουρα καφέ. Μην σηκωθείς από το κρεβάτι. Επιστρέφω αμέσως.

Έκανε ότι ακριβώς της είπε. Ξάπλωσε και πήρε το τηλεκοντρόλ από το κομοδίνο. Ξαφνιάστηκε που είδε το πρόσωπό της σε ένα πρωινάδικο. Άνοιξε τη φωνή για να ακούσει. Μιλούσαν για την έκθεση, τους μοναδικούς της πίνακες που πάντρευαν την παράδοση με τη μυθολογία, τον έρωτα με τη ψευδαίσθηση, τη λογική με το όνειρο…

«Ο γνωστός γκαλερίστας μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο μετά από το ατύχημα που είχε. Ο ίδιος μας περιέγραψε πως γλίστρησε και χτύπησε άσχημα όταν προσπάθησε να μεταβεί στην αίθουσα δεξιώσεων όπου τον περίμεναν οι καλεσμένοι. Δικαιολόγησε την απουσία της ζωγράφου από τη δεξίωση αποδίδοντάς την στο σοκ που υπέστη όταν τον είδε σε αυτή την κατάσταση. Ευχόμαστε…», χαμήλωσε την τηλεόραση όταν άκουσε την πόρτα να ανοίγει.

 

[Η νουβέλα «Έχει χρώμα ο… έρωτας;» δημοσιεύεται σε οκτώ συνέχειες.

Το 6ο μέρος τη Δευτέρα 24 Αυγούστου, στις 9μ.μ..]

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Μουζάκι Καρδίτσας. Γράφει από μικρό παιδί, όμως μόνο όταν ήρθε στη ζωή το δικό της παιδί ένιωσε ότι μπορεί να μοιραστεί τις λέξεις της, τις εικόνες της. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Μιλάει και γράφει άπταιστα την αγγλική και κάνει φιλότιμες προσπάθειες για την ιταλική. Σπουδάζει κλασικό πιάνο. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music