«Έχει χρώμα ο…  έρωτας;», μία νουβέλα της Γεωργίας Κοκκινάκη

Μέρος 4ο

Έμαθε για την απόφασή της να γυρίσει στο νησί και την παραίτησή της από την εταιρεία από… τον Ίαν. Ο Ίαν του έλεγε τα πάντα σε μία παμπ αρκεί… να τον κέρναγες μερικά ποτήρια μπύρας και κάνα δυο σφηνάκια. Δούλευαν μαζί με τη Μυρτώ και ο Νίκος τον «ψάρεψε» έξω από την εταιρεία μία  -τι άλλο;- βροχερή μέρα. Κάτω από τη στάση του λεωφορείου μίλησαν στην αρχή για το μουσκίδι τους και αφού γέλασαν ο Νίκος του πρότεινε ένα ποτό για να στεγνώσουν, δήθεν. Αηδίαζε κάθε φορά που ένιωθε το βλέμμα του Ίαν να γλιστρά πάνω του και με ευγενικό τρόπο απέτρεπε κάθε κίνησή του προς το μέρος του. Αργότερα κατάλαβε πως ο Ίαν δεν έπινε μόνο από συνήθεια αλλά για να πνίξει και τα αισθήματά του για τον όμορφο Έλληνα. Τον έπνιγε το ενδιαφέρον του για την άλλη Ελληνίδα, τη Μυρτώ, που όλο ρωτούσε για εκείνη… Το ξέσπασμά του ένα βράδυ στην παμπ και η ερωτική εξομολόγηση που του έκανε μπροστά στους θαμώνες έφερε το τέλος στη… συνεργασία τους.

-Καταλαβαίνω. Δεν πειράζει! Και ‘γω δεν ήμουν σε θέση να μιλήσω σε κανέναν… Δεν είχα καν συνειδητοποιήσει για ποιο λόγο βρισκόμουν εκεί, έψαχνα τους γονείς μου στο πλήθος και ένιωθα καυτό και βασανιστικό το χάδι της θείας μου στο λαιμό μου. Καυτό σαν σίδερο. Όταν άνοιξαν τα φέρετρα… ένας λυγμός ακούστηκε και τα μάτια της δάκρυσαν.

Άπλωσε το χέρι του πάνω στο τραπέζι και έπιασε το δικό της που έτρεμε.

-Ησύχασε. Πόσο ηλίθιος είμαι που σου τα θύμισα όλα αυτά. Τι πρέπει να κάνω για να χαμογελάσεις; Θα κάνω ότι μου ζητήσεις!

-Δεν φταις εσύ! Αυτή η εικόνα δε φεύγει από το μυαλό μου. Με στοίχειωσε και θα με στοιχειώνει πάντα.

Τράβηξε αμήχανα το χέρι της κάτω από το δικό του την ώρα ακριβώς που χτύπησε το κινητό του. Τον άκουσε να απαντά μονολεκτικά και με τα μάτια της τον… φωτογράφιζε. Τα πλούσια μαλλιά του, τα μπλε του μάτια, το γυμνασμένο του κορμί… Ο Απόλλωνάς της ήταν σίγουρα γυμνασμένος. Βούλιαξε στην καρέκλα της και κοκκίνισε.

Την κοίταξε με απορία. Ξαφνικά τα μάγουλά της ήταν κόκκινα. Ήλπιζε μόνο να μην την είχε πειράξει ο ήλιος που την χτυπούσε τα τελευταία λεπτά στο πρόσωπο. Από την άλλη, είχε κλείσει τα μάτια της. «Ποιος ξέρει που ταξιδεύει η πριγκίπισσά μου» σκέφτηκε και χαμογέλασε.

-Πρέπει να φύγω, της είπα απαλά λες και δεν ήθελε να την τρομάξει. Με καλεί το καθήκον.

-Καταλαβαίνω. Να πας. Χάρηκα που τα είπαμε.

-Εγώ να δεις.

Σηκώθηκε και έφυγε βιαστικά. Έμεινε να τον κοιτάζει ξανά κρατώντας την ανάσα της. «Εγώ να δεις» επανέλαβε μέσα της. Είχε καταφέρει να την αποσυντονίσει αυτή η επαφή. Στο μυαλό της γινόταν ένα πανηγύρι. Φωνές, γέλια, τραγούδια. Τραγούδια και κρασί. Άφθονο κρασί. Ένιωθε μεθυσμένη. Ο έρωτας μοιάζει με το μεθύσι. Κάνει τους ανθρώπους θερμούς, εύθυμους και διαχυτικούς, όπως έλεγε και ο Πλούταρχος, ο αρχαίος Έλληνας ιστορικός. Σίγουρα θα πρέπει να είχε νιώσει αυτό το μεθύσι ο ίδιος. Αν δεν το είχε νιώσει πώς θα μπορούσε να το περιγράψει τόσο γλαφυρά;

-Τι σκέφτομαι Θεέ μου, μουρμούρισε. Γύρισε να πιάσει το σάκο της όταν ο μαγαζάτορας έφτασε δίπλα της.

-Είναι κερασμένα από το γιατρό μας, της είπε και χαμογέλασε.

Όσο εκείνος μάζευε τα ποτήρια, η Μυρτώ επεξεργαζόταν  το «γιατρό μας». Ο Νίκος είχε γίνει γιατρός. «Μπράβο στον Νίκο». Πήρε το σάκο της, χαιρέτησε τον καφετζή και προχώρησε προς το φούρνο. Μπήκε και αγόρασε ότι βρήκε μπροστά της. Δεν έχασε χρόνο. Μέχρι να φτάσει στο σπίτι είχε κιόλας φάει μία κασερόπιτα και μία πίτα με ταχίνι.

-Τι κάνεις εκεί; Έχεις γεμίσει με ψίχουλο παντού! Η Άννα άρχισε να της τινάζει το παρεό της και να της καθαρίζει τα μαλλιά. Σταμάτα να μασουλάς και σου έχω νέα! Όλο το πρωί σε έψαχνα. Πού στο καλό ήσουν; Με ακούς;

-Θα με πνίξεις! Σε ακούω.  Τι έγινε;

-Γύρισε ο Γιάννης από την Αθήνα και θέλω να στον γνωρίσω. Δεν θα μείνει πολύ στο νησί. Έλα. Άσε την πίτα και προχώρα.

Την τράβηξε από το μπράτσο και προχώρησαν προς το σπίτι. Ίδια διαρρύθμιση με το δικό της. Χρειάστηκε να περάσουν από όλα τα δωμάτια μέχρι να φτάσουν στην αυλή στο πίσω μέρος. Στο τραπέζι καθόταν οι γονείς της και ένας νεαρός που μόλις τις είδε πετάχτηκε από την καρέκλα του.

-Σας την έφερα! Γιάννη από ‘δω η Μυρτώ μου. Μυρτώ μου, αυτός είναι ο Γιάννης μου!

Η μέρα κύλησε με φαγητό, πολύ φαγητό και κουβέντα. Το νεαρό ζευγάρι φαινόταν και ήταν πολύ ερωτευμένο. Η Μυρτώ χαιρόταν με την ευτυχία της φίλης της. Μόλις βράδιασε η Άννα πήρε τη Μυρτώ στο δωμάτιό της και με ζήλο άρχισε να τη βάφει στο πρόσωπο.

-Δεν θα ήταν καλύτερα να βγαίνατε οι δυο σας σήμερα; Τόλμησε να ρωτήσει.

-Ούτε να το σκέφτεσαι! Σήμερα θα έρθεις μαζί μας. Έτοιμη! Πήγαινε να ντυθείς και θα σε περιμένουμε απ΄  έξω!

-Στις διαταγές σου! Είπε η Μυρτώ γελώντας και αποδίδοντάς της έναν στρατιωτικό χαιρετισμό.

Έτρεξε στο σπίτι της απέναντι και έβαλε το κλειδί στην πόρτα. Άναψε το φως στο σαλόνι και πέρασε στην κάμαρά της. Από την ντουλάπα της έβγαλε ένα καλοκαιρινό μακρύ φόρεμα, που της αγκάλιαζε το στήθος και από τη μέση και κάτω άνοιγε και έπεφτε ασύμμετρα πάνω στα πόδια της. Στο χέρι φόρεσε ένα φαρδύ κοκάλινο βραχιόλι. Έδεσε τα σανδάλια της και στάθηκε στον σκαλιστό καθρέπτη να χτενίσει τα μαλλιά της. Έβαλε δυο σταγόνες από το άρωμά της στο λαιμό, πήρε την τσάντα της και βγήκε κλείνοντας τα φώτα από τα δωμάτια.

-Φιλενάδα είσαι μία κούκλα!  Της είπε η Άννα μόλις την αντίκρισε.

-Χάρη στα υπέροχα χεράκια σου! Της απάντησε η Μυρτώ και χαμογέλασε.

-Είμαι περήφανος που σήμερα θα συνοδεύω δύο κούκλες!  Είπε γελώντας ο Γιάννης και τις έκανε νόημα να ξεκινήσουν.

Η πλατεία ήταν ήδη γεμάτη με κόσμο. Ντόπιο αλλά και ξένους. Η τουριστική καλοκαιρινή σεζόν έφερνε πολλούς στο νησί. Τα δωμάτια και τα ξενοδοχεία πλημμύριζαν από κόσμο. Τα καθημερινά δρομολόγια των πλοίων αύξησαν τις αφίξεις τουριστών και τα κρουαζιερόπλοια όταν αγκυροβολούσαν κατέβαζαν πλήθος τουριστών, που ξεχύνονταν στα μαγαζιά με τα σουβενίρ, στο μουσείο του νησιού, στα καφενεία, τα εστιατόρια και στις παραλίες. Πολύς κόσμος, πολύ φασαρία… Και στην πλατεία η φασαρία έφερνε τις παρέες κοντά για να μπορούν να ακούν και να ακούγονται. Το τραπέζι τους κάτω από τον πλάτανο, στο μαγαζί του κυρ Γιώργη, τους περίμενε. Ο ίδιος τους καλωσόρισε με ένα μεγάλο χαμόγελο, έστριψε το μουστάκι του και έβγαλε από το αυτί το στυλό για να σημειώσει την παραγγελία τους, στο μικρό τεφτέρι που κρατούσε στο άλλο του χέρι. Για μια ακόμη φορά, υπερίσχυσε το γνωστό «πρώτα χορταίνει το μάτι και μετά η κοιλιά». Το τραπέζι κόντευε να σπάσει από τις πιατέλες με τα θαλασσινά, τις σαλάτες, τα ορεκτικά… Ήρθε και το κρασί με τα αναψυκτικά, το φρυγανισμένο ψωμί με το λάδι και τη ρίγανη.

-Να δω ποιος θα τα φάει όλα αυτά, είπε η Μυρτώ κοιτώντας το πιάτο της.

-Εμείς! Απάντησε ο Γιάννης. Ή θα κάνουμε τουλάχιστον μια φιλότιμη προσπάθεια να τα φάμε. Τελικά πάλι πολλά παράγγειλα…

-Καλά που το κατάλαβες, του είπε η Άννα και γέλασε.

-Ήθελα τα καλύτερα για τα κορίτσια μου! Ελπίζω να μείνει λίγος χώρος για το χαλβά μετά, συμπλήρωσε ο Γιάννης με ένα παραπονιάρικο ύφος και εκείνες ξέσπασαν σε γέλια.

Τα πιρούνια και τα μαχαίρια άστραψαν και βρόντηξαν. Η κανάτα με το σπιτικό κρασί μισοάδειασε και όλοι τους είχαν κιόλας χορτάσει. Ο Γιάννης είχε φάει περισσότερο από όλους. Αυτό ήταν αλήθεια. Για συμπαράσταση έγειρε το κεφάλι του στον ώμο της Άννας και άρχισε να χαϊδεύει την κοιλιά του.

-Νομίζω πως θα εκραγεί, της είπε τρυφερά κι εκείνη του έδωσε ένα φιλί στο μέτωπο.

Είναι υπέροχο συναίσθημα ο έρωτας.  Κοιτάζονταν με λατρεία. Χάιδευε ο ένας τον άλλον και μιλούσαν τρυφερά. Τρυφερά και σιγανά να μην ακουστούν. Τα λόγια της αγάπης ήταν δικά τους. Μόνο δικά τους. Αν τα πάρει και ο άνεμος θα χαθούν. Αν φτάσουν σε φλύαρα αυτιά θα χάσουν την μοναδικότητά τους. Αν ακουστούν από ανθρώπους μίζερους, κακότροπους, ζηλιάρηδες, θα γίνουν σχόλια και χλευασμός. Αλήθεια; Θα μπορούσε να αποτυπωθεί η αγάπη σε έναν καμβά; Και αν μπορούσε να αποτυπωθεί, ποια χρώματα της άξιζαν; Ένιωθε τόσο χαρούμενη για τη φίλη της. Τόσο χαρούμενη για τη φίλη της και τόσο… μόνη. Προσπάθησε να διώξει από το μυαλό της τη μοναξιά που ένιωσε, μα δεν τα κατάφερε. Αναπόλησε τις σχέσεις της. Τίποτα το σπουδαίο… Δυο τρεις αποτυχημένες προσπάθειες να βρει έναν άνθρωπο, έναν σύντροφο. Άκαρπες προσπάθειες. Δεν έριχνε το φταίξιμο σε εκείνους. Όχι! Για κανέναν λόγο. Ούτε αυτοκριτική τόλμησε να κάνει. Το άφησε και πέρασε.

Οι ώρες της μοναξιάς περνούν μαρτυρικά. Με ένα ποτήρι κρασί κάθισε στο τραπέζι της αυλής και σκεφτόταν. Ο άνεμος της έπαιρνε τα μαλλιά και της τα έφερνε στο πρόσωπο. Καμία αντίδραση από εκείνη. Βουβή και ακίνητη με το ποτήρι στο χέρι, παραδόθηκε στη μοναξιά της. Έφερε στο μυαλό της τον Απόλλωνά της και το σώμα της ρίγησε στη σκέψη του. Έγειρε το κεφάλι προς τα πίσω. Άφησε το ποτήρι να πέσει από τα χέρια της και έμεινε να κοιτάζει τα αστέρια στον ουρανό. Τη μοναξιά της στιγμής θα μπορούσε να τη ζωγραφίσει άραγε;

 

 

[Η νουβέλα «Έχει χρώμα ο… έρωτας;» δημοσιεύεται σε οκτώ συνέχειες.

Το 5ο μέρος τη Δευτέρα 17 Αυγούστου, στις 9μ.μ..]

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Μουζάκι Καρδίτσας. Γράφει από μικρό παιδί, όμως μόνο όταν ήρθε στη ζωή το δικό της παιδί ένιωσε ότι μπορεί να μοιραστεί τις λέξεις της, τις εικόνες της. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Μιλάει και γράφει άπταιστα την αγγλική και κάνει φιλότιμες προσπάθειες για την ιταλική. Σπουδάζει κλασικό πιάνο. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music